CityMag
find us
  • CMOM
    • Editor's Voice
    • CMOM Portrait
    • Η πυγολαμπίδα φέγγει και κεντά
    • Στη Χώρα των Θαυμάτων
    • Σκέψου διαφορετικά
    • Βeauty Language
    • Εδώ, πρωταγωνιστούν τα παιδιά
    • Το Ταξιδιωτικόν μου Καλανδολόγιον
    • Τεχνότοπος
    • Επιλογές από την παγκόσμια ποίηση
    • Φτιάχνω ~ φτιάχνεις ~ φτιάχνουμε
    • Guest List
  • Impressum
    • Συντακτική Ομάδα
    • The View
    • CMOM radio
    • Live Score
    • Events
    • Photo Gallery
    • Forum
    • Επικοινωνια | Διαφημιση
  • Η τρελή piñata 2015
    • Η τρελή piñata 2014
    • Η τρελή piñata 2012/13
  • Αρχείο
    • Interview
    • Ιn my shoes...
    • Sex and Thessniki
    • Naomi in the closet

Η τρελή piñata | 06 Νοέμβριος-Δεκέμβριος 

3/11/2013

0 Comments

 


Η τρελή piñata | Νοέμβριος-Δεκέμβριος
Προτάσεις, σαν μπουκιές γαστριμαργικής εμπειρίας! [Γ' Μέρος]


Picture
Αυτόν το μήνα το διμηνιαίο ένθετο κλείνει ήδη ένα χρόνο ηλεκτρονικής κυκλοφορίας. Εδώ μαζί σας, κάθε δύο μήνες, μοιραζόμαστε ιδέες μέσα από ένα δημιουργικό πάρε δώσε. Οι σχέσεις είναι πάντα αμφίδρομες, ακόμα κι αν το ηλεκτρονικό μέσο μοιάζει ενίοτε απρόσωπο, αλλά εδώ είμαστε, να κάνουμε τη διαφορά! Το κίνητρο, αν δεν το ψάχνουμε μόνοι μας γνωρίζοντας τι θέλουμε, έτοιμο δε θα μας το δώσει ποτέ κανείς… Εφόσον, λοιπόν, τυχαίνει το 6ο τεύχος Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου να προηγείται της εορταστικής περιόδου των Χριστουγέννων, θα ασχοληθούμε, κυρίως, με ό,τι τιμάται ιδιαίτερα τότε, τη σοκολάτα και τα παραμύθια. Και επίσης με ό,τι πολλές φορές συνοδεύει το επιδόρπιο μετά από ένα χορταστικό και ικανοποιητικό γεύμα ή ακόμα και το γράψιμο ή την αφήγηση παραμυθιών, τον καφέ! Ο χρόνος, άλλωστε, είναι γοργόφτερος, καθώς όλα έρχονται και φεύγουν συχνά πριν τα αντιληφθούμε. Γι’ αυτό ίσως να είχα από μικρή την εντύπωση πως η μέρα του Αγίου Δημητρίου, στις 26 Οκτωβρίου, είναι το πρώτο κομβικό σημείο πριν τις γιορτές ενώ, όταν περνάει και η δεύτερη δικλείδα ασφάλειας, του Αγίου Νικολάου στις 6 Δεκεμβρίου, τα Χριστούγεννα γίνονται πια μία πραγματικότητα σε χρόνο μηδέν. Τότε πίστευα πως, αν αρχίσουμε να τα σκεφτόμαστε νωρίτερα, έστω διανύοντας χρονικά χιλιόμετρα με τη σκέψη μας, μπορεί να κερδίσουμε μικρές σταγόνες του, σαν μαύρης ή λευκής σοκολάτας, νομίζοντας ότι αυτά διαρκούν πιο πολύ. Καλώ κάθε παιδί, μικρό ή μεγάλο, να το δοκιμάσει, για να διαπιστώσει αν ισχύει… Ας γίνει αυτό, επομένως, ένα γιορτινό τεύχος και για τον ένα χρόνο κυκλοφορίας της «Τρελής piñata», η οποία, σπάζοντας, σας κερνάει ευεργετική για τις αισθήσεις σοκολάτα και διεγερτικό για το νου καφέ, μετά από λιτά ή πληθωρικά, πάντως σίγουρα μερακλίδικα, γεύματα.
          Είναι ευκαιρία τώρα να αναφερθώ σε γλυκά επιδόρπια, εδώ κατά προτίμηση σοκολατένια, και σε ό,τι άλλο μπορεί να ακολουθεί τα γιορτινά τραπέζια, όπως ένας καφεδάκος, μέσα από την αφήγηση ιστοριών. Μην ξεχνάτε πως τα παραμύθια, ένα βαλσαμικό ελιξίριο για όλες τις εποχές και τις ηλικίες, είναι στενά συνδεδεμένα με το φαγητό! Πρόχειρα μου έρχονται στο μυαλό εικόνες από το μύθο και αλλού, με πραγματική ή συμβολική τροφή, από το νέκταρ των θεών, την αμβροσία και τη χώρα των Λωτοφάγων έως τις περιπέτειες των Γαργαντούα και Παντακρουέλ, του Ραμπελαί (François Rabelais), όπου η κάθε υπερβολή λάμβανε διαστάσεις καυστικής σάτιρας. Και από τη Χιονάτη με το μήλο έως και το «Διαγωνισμό Τούρτας» με το μικρούλικο Κουρκουμπίνη, που έφτιαξε την πρώτη ομιλούσα τούρτα, για να ικανοποιήσει τον κακομαθημένο και βιτσιόζο βασιλιά, ώστε να γλιτώσει το κεφάλι του. Ετοιμαστείτε να βουτήξουμε σε παραμύθια και ιστορίες σοκολατένιες, πικάντικες ή καυτερές, εφόσον τα πάντα συνδυάζονται με τη «βασίλισσα» των γλυκών, τη σοκολάτα, όπως είναι η λεβάντα, η καυτερή πιπεριά ή το πιπέρι! Έτσι, για να δώσουμε ένα γευστικό ενδιαφέρον, πέρα από τα συνηθισμένα, και για να ανεβάσουμε το μεταβολισμό της σκέψης και της διάθεσής μας θετικά, με γλυκύτητα και γευστική ποικιλία κάθε είδους, η «Τρελή piñata» στοχεύει σε ένα φαντασιακό ντελίριο εικόνων, αρωμάτων και πιάτων, που ίσως να συνοδεύουν ιστορίες αληθινές… Ενίοτε, προκειμένου να συμβεί ό,τι επιθυμούμε πολύ, προϋποτίθεται το να το δούμε πρώτα στο μυαλό μας. Διαθέτει αναμφισβήτητα μεγάλη δύναμη! Και όποιος είπε ότι τα όνειρα δε βγαίνουν ποτέ αληθινά ή ότι όλα τα απίθανα συμβαίνουν μόνο στα βιβλία ή στις ταινίες με μουσική υπόκρουση ήρθε η ώρα να διαψευστεί! Όλοι με τα εισιτήρια ανά χείρας προσδεθείτε, γιατί έφτασε η στιγμή να απογειωθούμε ονειρικά σε ένα ταξίδι που μόνο οι πολύ δύσπιστοι θα άντεχαν να χάσουν…

Χρόνια πολλά, «Τρελή piñata», λοιπόν, και χρόνια πολλά και καλά με υγεία σε όλους όσοι γιορτάζετε αυτούς τους δύο μήνες, και είστε πολλοί, ζωή να έχετε, αλλά και σε όλους όσοι δε γιορτάζετε! Η «Τρελή piñata» γίνεται ένα σοκολατένιο βαγόνι που σερβίρει καφέ και ζεστή σοκολάτα, σε ένα παραμύθι μαγειρεμένο με συνοδεία μουσική για όλους…

Ταινίες

Picture
Vatel (2000)
(Βατέλ)

Σκηνοθέτης: Ρόλαντ Τζόφι
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Ζεράρ Ντεπαρντιέ, Ούμα Θέρμαν, Τιμ Ροθ κ.ά.

Περιγραφή

Διαβάζοντας το βιβλίο του Επίκουρου Κριτική του γευστικού λόγου, μου δημιουργείται η αίσθηση ότι ο Βατέλ θα τρελαινόταν αν βρισκόταν σήμερα σε ένα χημικό εργαστήρι μοριακής γαστρονομίας, γιατί και ο ίδιος πειραματιζόταν, ήταν ανοιχτός στις νέες προκλήσεις και τολμούσε το αδύνατο, που τον έκανε εξαιρετικό σε σχέση με το μέσο όρο και τους γύρω του. Δεν είμαι σίγουρη, όμως, ότι θα τον κέρδιζε ακριβώς αυτή η αναπαράσταση των αισθήσεων πάνω σε ένα πιάνο ή ο εγκλωβισμός τους σε καραμέλες και παγάκια. Ίσως γιατί το πάθος συνδέεται με έννοιες όπως ξεχειλίζω, βουτάω, λερώνομαι, και αυτή η «αποστείρωση» της μοριακής μπορεί να του φαινόταν ένα ωραίο παιχνίδι μυαλού και χημείας, αλλά τον βλέπω μετά να κλείνεται στην κουζίνα του, για να φτιάξει ένα πραγματικό πιάτο φαγητό. Άλλωστε η γεύση συνδέεται και με τη συνήθεια και, προκειμένου να ικανοποιηθεί ο «συναισθηματικός» μας ουρανίσκος, αναζητάει γνώριμες γεύσεις που τον κάνουν να παλινδρομεί στη σιγουριά της μητρικής αγκαλιάς, ξυπνώντας του οικείες εικόνες, όποτε επιστρέφει από τις περιπετειώδεις εκστρατείες αναζήτησης του πρωτοποριακού.
          Ο Βατέλ, λοιπόν, είναι ένας δημιουργικός, τελειομανής, παθιασμένος σεφ και συντονιστής συμποσίων, είναι ένας τελετάρχης, που εργάζεται στην υπηρεσία κάποιου πρίγκιπα στη Γαλλία, επί Λουδοβίκου ΙΔ’. Διεκδικώντας ένα καλύτερο μέλλον και θέση στο επιτελείο του βασιλιά, ενώ αντιμετωπίζει οικονομική στενότητα, οργανώνει μία τριήμερη γιορτή, φιλοξενώντας τον, με επικεφαλής το Βατέλ, προκειμένου να αποσπάσει την εύνοιά του. Εκείνος ως κύριος των απολαύσεων και των εορτασμών καθίσταται υπεύθυνος για την επιτυχία του «εγχειρήματος» του πρίγκιπα, ικανοποιώντας τα καπρίτσια της κουστωδίας του βασιλιά. Κανείς τους δεν έχει φραγμούς μπροστά στην ικανοποίηση των φιλοδοξιών ή βίτσιων, και ο Βατέλ έρχεται αντιμέτωπος τόσο με αυτά όσο και με τη συνείδησή του. Μέσα από την κουζίνα, επομένως, το φαγητό και τις ελλείψεις των προϊόντων ξεδιπλώνονται οι διαπλοκές, η πολυπλοκότητα των σχέσεων, οι αντιλήψεις για τις ταξικές διαφοροποιήσεις, τους γαλαζοαίματους και τους παραλογισμούς τους, όπου το ήθος, η αξιοπρέπεια και οι αγνές προθέσεις είναι εξορισμού καταδικασμένα στο υποκριτικό και υπερφίαλο περιβάλλον της Αυλής. Σε αυτήν τη λογική, οι εντυπώσεις που θα αποκομίσει ο βασιλιάς εξαρτώνται από τις επιδόσεις του Βατέλ, επηρεάζοντας το μέλλον του πρίγκιπα και τη ζωή διάφορων ατόμων της κουζίνας του και της βασιλικής Αυλής.

Η ταινία το 2001 προτάθηκε για Όσκαρ Καλύτερης Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης.

Picture
Chocolat (2000)

Σκηνοθέτης: Λάσε Χάλστρομ
Γλώσσα: Αγγλικά, Γαλλικά
Ηθοποιοί: Ζιλιέτ Μπινός, Τζούντι Ντέντς, Τζόνι Ντεπ, Λέσλι Καρόν, Άλφρεντ Μολίνα κ.ά.

Περιγραφή

Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα χωριό στη Γαλλία, «όπου οι άνθρωποι πίστευαν στην ηρεμία […] Σε αυτό το χωριό, αν αντιλαμβανόσουν κάτι που δεν έπρεπε, μάθαινες να κοιτάς αλλού. Αν απογοητευόσουν, μάθαινες να αρκείσαι σε ό,τι έχεις […] Οι χωρικοί κρατούσαν τις παραδόσεις τους μέχρι που πονηρός άνεμος φύσηξε από το Βορρά…». Και έτσι ήρθαν το «κόκκινο» και η σοκολάτα να αναταράξουν τα ήρεμα νερά και τους σκούρους τόνους του γκρι. Η Βιάν και η κόρη της Ανούκ, έχοντας μία «ριζική» σχέση με τη σοκολάτα, όποτε αλλάζει η φορά του ανέμου αλλάζουν και τόπο διαμονής. Η τέχνη της Βιάν στην επεξεργασία της σοκολάτας ξεσηκώνει τις αισθήσεις και έχει την ικανότητα να ξυπνάει πάθη καταχωνιασμένα στα μύχια της ψυχής, ξεχασμένα όνειρα, επιθυμίες παραμελημένες, διεκδικήσεις εξορισμένες στη σφαίρα του αδύνατου. Η σχέση της με τη σοκολάτα αγγίζει τα όρια της μαγείας με τις δυναμικές αντιθέσεις που δημιουργεί σε όσους τη δοκιμάζουν, με συνέπεια να θεωρηθεί αμαρτία, εφόσον καταφέρνει να αναστατώσει ακόμα και τους πιο αυτοκυρίαρχους και συγκρατημένους. Κι αυτό γιατί το κακάο έχει τη δύναμη να αποκαλύπτει τις κρυφές επιθυμίες και τη μοίρα… Έτσι η Βιάν γίνεται ένα είδος εξομολογητή ή καταλύτη με τη βοήθεια του οποίου ωθούνται οι άλλοι να βρουν τα χαμένα κομμάτια του παζλ. Βέβαια, ακόμα και εκείνη συναντά τον εξισορροπητικό αντίποδά της στο πρόσωπο του έρωτα…

Η ταινία με τη σοκολάτα-αμαρτία, τους κόκκους από τη Γουατεμάλα και τις μυστικές συνταγές των Μάγια σε συνδυασμό με τις ερμηνείες των ηθοποιών αποτελεί ένα ωραίο ταξιδάκι. Σας συνιστώ, καλού κακού, πριν τη δείτε να είστε ήδη εφοδιασμένοι με πλάκες σοκολάτας, σοκολατάκια ή ό,τι σοκολατένιο επιθυμείτε, γιατί στο τέλος μία λιγούρα θα τη νιώσετε.

Ατάκες που κρατάω:
«Ο κόσμος μιλάει εδώ… Αν δεν πηγαίνεις στην εκκλησία, αν δεν υποκρίνεσαι, δε θα αντέξεις πολύ».

«Ποια ιδέα πουλάς;»
«Σοκολάτα».
«Δεν είναι εύκολο να είσαι διαφορετικός!»

Το ρόφημα:
«Hot chocolate, a special kind of chili pepper and cream. It will give you a lift!» ‒ Ζεστή σοκολάτα, ειδικό καυτερό πιπέρι (τύπου καγιέν) και κρέμα. Ό,τι πρέπει για να μας ανεβάσει τη διάθεση!

Το σενάριο της ταινίας είναι βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Τζόαν Χάρις.

Η ταινία το 2001 προτάθηκε για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερου Α’ Γυναικείου Ρόλου, Καλύτερου Β’ Γυναικείου Ρόλου, Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου και Καλύτερης Μουσικής Επένδυσης.

Picture
Woman on Top (2000)
(Γυναίκα από πάνω)

Σκηνοθέτης: Φίνα Τόρες
Γλώσσα: Αγγλικά, πορτογαλικά
Ηθοποιοί: Πενελόπη Κρουζ, Μουρίλο Μπενίτσιο, Χάρολντ Περινό κ.ά.

Περιγραφή

Η Ιζαμπέλ από τη Βραζιλία υπέφερε πάντα από ναυτία. Έτσι, η θεά της θάλασσας τη λυπήθηκε και εξισορρόπησε αυτή την ιδιαιτερότητα, η οποία της προκαλούσε προβλήματα, ευεργετώντας τη με το χάρισμα της μαγειρικής δημιουργίας. Έγινε εκείνη που «μπορούσε να διεγείρει τον ουρανίσκο της καρδιάς των αντρών» και, καθώς ο έρωτας είναι στενά συνδεδεμένος με τη δραστηριότητά της, ξυπνάει πάθη και υπνωτισμένες αισθήσεις με τις γεύσεις, τα χρώματα και τα αρώματα των πιάτων της. Η αδυναμία της, επομένως, δε θα μπορούσε να είναι άλλη από τις καυτερές πιπεριές! Ακόμα και με τη μυρωδιά τους, που αλλάζει διαρκώς, ταξιδεύει νοητά φτιάχνοντας ολόκληρους κόσμους. Το όνειρό της, λοιπόν, είναι το να γίνει σεφ. Όταν, όμως, γνωρίζει τον Τονίνο, τα ξεχνάει όλα και δουλεύει στην ταβέρνα του, κρατώντας ως προς το φαίνεσθαι το δεύτερο ρόλο, αλλά τον πρώτο στην κουζίνα. Η ναυτία της, ωστόσο, προκαλεί αναταραχή στις συζυγικές σχέσεις, γιατί εκείνη πρέπει να κρατάει τον έλεγχο σε όλα, και ο Τονίνο παραφέρεται. Τότε η Ιζαμπέλ αποφασίζει να κυνηγήσει το όνειρό της μετακομίζοντας στο Σαν Φρανσίσκο. Εκεί παίρνει τη ζωή στα χέρια της και προσπαθεί να χειραφετηθεί συναισθηματικά, αλλά συνειδητοποιεί ότι χωρίς αγάπη η μαγειρική της τέχνη αποδυναμώνεται…

Ατάκες:
«Love at first bite»
«Έρωτας με την πρώτη μπουκιά!»

Σε ένα πιάτο «το τελευταίο και πιο σημαντικό συστατικό είναι το να το μοιραστείς με κάποιον που αγαπάς».

«Όταν ο έρωτας δύο ανθρώπων είναι δυνατός, κανένας θεός δεν μπορεί να τον ακυρώσει».

Picture
Ριζότο (2000)

Σκηνοθέτης: Όλγα Μαλέα
Γλώσσα: Ελληνικά
Ηθοποιοί: Κλέων Γρηγοριάδης, Δήμητρα Ματσούκα, Άννα Μάσχα, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης κ.ά.

Περιγραφή

Η ταινία θίγει, αφορμή της ιστορίας δύο ζευγαριών, τη δυσκολία εξισορρόπησης ανάμεσα σε παιδιά, καριέρα, προσωπική σχέση και σεξουαλική ζωή, που τελικά καθορίζουν την ανάπτυξη της προσωπικότητας. Οι γυναίκες προσπαθούν να τα φέρουν εις πέρας σε όλα, λαμβάνοντας ελάχιστη βοήθεια από τους συζύγους τους, ενώ η σημασία τής εκτός σπιτιού εργασίας τους υποτιμάται, γιατί η οικονομική τους συμβολή είναι πιο μικρή ή γιατί τα ωράρια έχουν δυνατότητα προσαρμογής. Οι άντρες, λοιπόν, δε ρίχνουν νερό στο κρασί τους και πέφτει το μπαλάκι στις γυναίκες να ασχοληθούν με το ριζότο, με το κλείσιμο του ψυγείου, με το άλλαγμα της πάνας και με όλα τα μικρά που, συσσωρευμένα, γίνονται μεγάλα, αν δε δοθεί η δέουσα προσοχή την κατάλληλη στιγμή. Η σύνθετη έννοια της μητρότητας, που έχει πολλά θετικά στοιχεία αλλά και δυσκολίες, στην ταινία εξανθρωπίζεται και δεν εξιδανικεύεται. Τελικά οι ρόλοι αλλάζουν, μπαίνει ο ένας στη θέση του άλλου και, πέραν του να ρίξουν νερό στο κρασί τους, βρίσκουν επιπλέον λύσεις εναλλακτικές. Βέβαια, τίποτα δεν αλλάζει πραγματικά σε λίγες μέρες, αλλά με λίγη καλή θέληση μπορεί να γίνει η αρχή!
          Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι η ταινία είναι γυρισμένη πριν τόσα χρόνια και με την κρίση μπορεί να έχουν πλέον διαταραχτεί πολύ οι προηγούμενες σταθερές, επίσης ότι οι ήρωες ίσως να συνδυάζουν πολλούς τύπους ανθρώπων, έχει, παρ’ όλα αυτά, σε όλες τις εποχές βαρύτητα η εύρεση των ισορροπιών στο ζευγάρι, η ύπαρξη αλληλοσεβασμού, αλληλεγγύης, κατανόησης και η επίτευξη μιας συναισθηματικής ωρίμανσης. Είναι αναγκαία, μάλλον, για να μην πιάσει το ριζότο φωτιά!

Picture
Tortilla soup (2001)

Σκηνοθέτης: Μαρία Ρίπολ
Γλώσσα: Αγγλικά, ισπανικά
Ηθοποιοί: Χέκτορ Ελιζόντο, Ζακλίν Ομπράντορς κ.ά.

Περιγραφή

Ο Αμερικανο-μεξικανός σεφ Μάρτιν μοιράζεται το σπίτι του με τις τρεις ανύπαντρες κόρες του μετά το θάνατο της γυναίκας του. Η μεγάλη κόρη έχει βρει καταφύγιο στην εκκλησία και παραμένει σαν κλεισμένη πεταλούδα σε κουκούλι που δεν τολμάει να απελευθερωθεί. Ενώ είναι δασκάλα χημείας σε σχολείο, η μόνη χημική αντίδραση που αγνοεί είναι εκείνη του έρωτα. Η μεσαία κόρη, πιο προσανατολισμένη, θέλει να ακολουθήσει και εκείνη καριέρα σεφ, αλλά με τις δικές της ιδέες ‒ το σημείο ρήξης με τον πατέρα της. Γιατί, όταν έχασε τη γυναίκα του, διοχέτευσε τη θλίψη του στη δουλειά, η οποία επιπλέον ένιωθε ότι του είχε στερήσει και χρόνο από τη σχέση τους. «Η γεύση μου πέθανε» δηλώνει για τη μαγειρική, παρότι συνεχίζει να εργάζεται. Αποστασιοποιήθηκε συναισθηματικά, και όπως όλοι, ο καθένας αποσυρμένος στον κόσμο του, σταμάτησε να ακούει. Τα συναισθήματα, πλέον, του Μάρτιν για τη μαγειρική είναι αλληλοσυγκρουόμενα, κάτι που μεταθέτει στη μεσαία του κόρη. Από τέτοιες επιδράσεις προσπαθεί να ξεφύγει η μικρότερη κόρη, διερευνώντας και ανακαλύπτοντας τις προοπτικές της και κάνοντας την επανάστασή της: «Θέλω να βρω τον εαυτό μου μόνη μου και όχι να είμαι όποιος θες εσύ να είμαι». Αυτό το δυνατό μείγμα οδηγεί στο σπάσιμο πιάτων και του πάγου, όσο οι αδελφές χορεύουν το «Perhaps» ενώ ακολουθεί η ατάκα:
          «Δεν είναι τυχαίο που οι Έλληνες σπάνε πιάτα και χορεύουν».
          Η ταινία έχει ως επίκεντρο το φαγητό και τις δυναμικές που δημιουργούνται σε μία οικογένεια μεταξύ των μελών της. Όλες οι σοβαρές ανακοινώσεις και συζητήσεις γίνονται γύρω από το οικογενειακό τραπέζι. Ακολουθούν η περιπλοκή, το ξετύλιγμα και το ξεκλείδωμα, που, όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου και συμβαίνει τη σωστή στιγμή, εξασφαλίζεται μία υγιής πορεία αποκαταστάσεων.

Όποιος αγαπάει το μεξικάνικο και γεύσεις που προκαλούν στον ουρανίσκο ανατριχίλες θα βρει ενδιαφέρον πεδίο δράσης μέσα από την ταινία.

Φράση που κρατάω:
«Αν λες πώς πρέπει να είναι η ζωή, την περιορίζεις. Αλλά, αν την αφήσεις να σου δείξει πώς θέλει να είναι, θα σου ανοίξει πόρτες που ποτέ δε θα μάθαινες ότι υπάρχουν!»

Picture
Mostly Martha (2001)
(Bella Martha)

Σκηνοθέτης: Σάντρα Νέτελμπεκ
Γλώσσα: Γερμανικά, ιταλικά
Ηθοποιοί: Μαρτίνα Γκέντεκ, Μαξίμ Φέρστε κ.ά.

Περιγραφή

Η Μάρθα είναι μία διάσημη σεφ, που εργάζεται σε κάποιο γκουρμέ εστιατόριο στη Γερμανία και διαθέτει μία εξαιρετική ικανότητα να εκτελεί με ακρίβεια τις συνταγές της σε σημείο ψυχαναγκασμού. Ακόμα και με τον ψυχαναλυτή της δημιουργείται μία λεπτή ισορροπία μεταξύ θεραπείας και γευσιγνωσίας. Η Μάρθα ζει, επομένως, κάπως αποκομμένη από τις ζωικές απολαύσεις της καθημερινότητας και είναι αφιερωμένη στη δουλειά της με ζήλο. Στη κουζίνα της υπάρχει, σε κατάσταση εργαστηρίου, ένας κόσμος γύρω από τον οποίο ξετυλίγονται διάφορα αληθινά δράματα, που, εισβάλλοντας στη ζωή της, έρχονται να διακόψουν την τακτικότητα της ρουτίνας της και την ευχαρίστηση της γευστικής απόλαυσης.
          «Ο αστακός στο ενυδρείο τρώει τον εαυτό του από μέσα αργά. Πρέπει να ελέγξεις το βάρος του πριν τον αγοράσεις. Αν δεν είναι τόσο βαρύς όσο φαίνεται, σημαίνει ότι έμεινε στο ενυδρείο πολύ καιρό. Κάποιοι σκοτώνουν ακόμα τους αστακούς πετώντας τους σε βραστό νερό. Αλλά τώρα πια όλοι πρέπει να ξέρουν ότι για το ζώο είναι ο πιο αγωνιώδης θάνατος, γιατί του παίρνει πολύ χρόνο να πεθάνει. Για να σκοτώσεις έναν αστακό, χρειάζεται ένα καλοζυγισμένο κάρφωμα στο λαιμό. Ο πιο γρήγορος θάνατος».
          Αυτή η αφήγηση, εκτός από παροχή πληροφορίας, λειτουργεί και ως μεταφορά για το μεταίχμιο όπου βρισκόταν η ηρωίδα πριν συμβεί το καταλυτικό γεγονός πυροδότησης των αλυσιδωτών αλλαγών στη ζωή της. Χάνει ξαφνικά την αδελφή της και καλείται να αναλάβει τη φροντίδα της ανιψιάς της. Μαζί με αυτό ταράζει τα νερά και ο έρωτας με έναν Ιταλό βοηθό σεφ, που επιθυμεί να μοιραστεί μαζί της την κουζίνα του εστιατορίου. Εκεί αρχίζουν τα δύσκολα, αποδιοργανώνεται, γιατί κάνει μία βουτιά στο παρελθόν και στον εαυτό της μέσω της συνύπαρξης με την ανιψιά της και αφορμή του πένθους, αλλά κυρίως γιατί οι ανθρώπινες σχέσεις και η διαχείριση του εαυτού δεν είναι μία συνταγή, που, αν εκτελεστεί τέλεια, το πρόβλημα λύνεται αμέσως. Η μαγειρική και ο τρόπος που την αντιμετωπίζει η Μάρθα λειτουργούν προστατευτικά για όσα την τρομάζουν, εκεί θεωρεί ότι μπορεί να διατηρεί τον έλεγχο της ζωής της από οτιδήποτε απρόοπτο. Φτάνει η στιγμή, όμως, να αποφασίσει αν είναι ένας αστακός σε ενυδρείο, που κλεισμένος στον εαυτό του υπομένει μία κατάσταση αυτοκαταστρεφόμενος σταδιακά, ή αν θα διεκδικήσει το δικαίωμά της στη ζωή δίνοντας έναν πήδο και κολυμπώντας ελεύθερη πλέον στη θάλασσα…
          Ενώ η νεότερη αμερικάνικη εκδοχή της ταινίας με τίτλο «No reservations» (2007) με την Κάθριν Ζέτα Τζόουνς και τον Άαρον Έκχαρτ έχει ισορροπήσει τα συστατικά παραλλάσσοντας με ενδιαφέρον τη συνταγή, αυτή η ταινία διαθέτει τη σωστή ποσότητα ζάχαρης!

Η ταινία έχει κερδίσει υποψηφιότητες και βραβεία σε πολλά ευρωπαϊκά και διεθνή φεστιβάλ.

Βιβλία

Picture
«Ο τούρκικος καφές Εν Ελλάδι» (1979)

Συγγραφέας: Ηλίας Πετρόπουλος
Εκδόσεις: Νεφέλη
Έτος: 1990

Περιγραφή

Ο Ηλίας Πετρόπουλος, με την ακάματη επιμονή του ιστοριοδίφη στη διερεύνηση της ετυμολογίας των λέξεων, των φράσεων και όσων κρύβονται πίσω από τις εικόνες που αυτές δημιουργούν, έγραψε μία «μικρή» μελέτη[1], όπως ο ίδιος την αποκαλεί, για τον τούρκικο καφέ στην Ελλάδα. Περιγράφει, ανάμεσα σε άλλα, τους παραδοσιακούς καφενέδες και το κλίμα τους, την παραγγελία του καφέ και την επιδεξιότητα των έμπειρων γκαρσονιών στη λήψη και κατανόησή της. Η αφήγησή του, εμπλουτισμένη με πολλά σχέδια, φωτογραφίες και στιχάκια, είναι ένα ταξίδι μέσα από τις συνήθειες των Ελλήνων και των Ανατολιτών γύρω από την απόλαυση του καφέ και το τελετουργικό του, από την Τουρκοκρατία έως τη σύγχρονη εποχή. Η επιθυμία του να γίνουν πλήρως κατανοητές οι περιγραφές του με εικόνες συγκοινωνεί, άλλωστε, με την αγάπη του για την ακριβολογία. Στην εξιστόρησή του εμπλέκει και ό,τι συσχετιζόταν με τον καφέ, όπως το κάπνισμα, τα τσακμάκια, τα σταχτοδοχεία, τα σπίρτα, το τάβλι, τα κεράσματα κ.ά. Τέλος, κάνει αναφορές σε όποιους απασχολούσε ο καφές με κάθε τρόπο, όπως ήταν, για παράδειγμα, οι καφετζούδες και τα σύμβολα που διάβαζαν στον ντελβέ.

Ματιές στο βιβλίο:
«Οι περισσότεροι θεριακλήδες ρουφάνε τον καφέ τους αργά, αραιά, γαλήνια, ηδονικά, νηφάλια, στοχαστικά ‒ ώστε να ευφραίνεται η ψυχή τους […] ο θεριακλής αγαπάει τον καφέ του βαρή και σέρτικο […] Η είσοδος των γυναικών στους καφενέδες ήτανε, σιωπηρώς, απαγορευμένη […] Οι ρομιοί κοτσαμπάσηδες και δεσποτάδες ξεσήκωσαν σχεδόν όλα τα χούγια των τούρκων αγάδων. Τον χειμώνα στο σοφά και το καλοκαίρι στο τσαρδάκι: σερμπέτια, καφές, κομπολόι, ναργιλές […] Στην “Αργολίδα”, Ομόνοια ‒ γωνία Πειραιώς, του κυρ-Βασίλη, του Κιουρκακιώτη, που επί χρόνια σύχναζα, εγώ, πριν κολυμπήσω για την Αμερική προπολεμικά ‒ όχι θα περίμενα τους Γερμανούς να κατέβουν! […] Το περισσότερο γράψιμο το έκανα στο καφενείο, στην “Αργολίδα”. Είχα τη γωνιά μου εκεί κοντά στο μπεζαχτά, χαρτί και καλαμάρι. Ο κυρ-Βασίλης δεν άφινε άλλο… συγγραφέα να κάτσει στη θέση μου κι όταν έλειπα. “Θα σου το φυλάξω το στέκι σου” μου είχε πει “ώσπου να γυρίσεις. Πραγματικά, όταν ήρθα από την Αμερική, μετά από είκοσι χρόνια, την πρώτη φορά, ο κυρ-Βασίλης ζούσε και η θέση μου ήταν εκεί»[2].
_____
[1] Ηλίας Πετρόπουλος, Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 1990, σελ. 97.
[2] Ηλίας Πετρόπουλος, Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι, ό.π., σελ. 20, 31, 58, 100-102 .

Picture
«Ο Καφές» (1992) 

Συγγραφέας: Τζάνετ Λόρενς (Janet Laurence)
Εκδόσεις: Παπαδόπουλος
Έτος: 1995

Περιγραφή

Είναι ένα πολύ μικρό βιβλιαράκι από μία σειρά που είχε βγει τη δεκαετία του ’90 με τίτλο «Μικρή Μαγειρική». Πρέπει να το είχα βρει σε κάποιο «Coffeeway». Στην αρχή, αναφέρεται στην καλλιέργεια του καφέ, το καβούρδισμα και την παρασκευή του. Ενώ μετά ακολουθούν συνταγές τόσο για διάφορα κοκτέιλ με καφέ όσο για γλυκά και, το πιο εντυπωσιακό, για φαγητά με καφέ. Υπάρχει συνταγή για αρνάκι ψητό με καφέ και μπουτάκια αρωματικά κοτόπουλου που μαρινάρονται πριν ψηθούν στο φούρνο με ένα μείγμα μπαχαρικών και με καφέ. Από γλυκά αναφέρω ενδεικτικά την τάρτα καφέ με τραγανή βάση και μους βελούδινης υφής, και το μιλφέιγ με καφέ. Είναι ένα βολικό και χρήσιμο βιβλιαράκι τσέπης με πολλές δημιουργικές ιδέες για τους λάτρεις του είδους.

Η εικονογράφηση ειναι της Κάθριν ΜακΓουίλιαμς (Catherine McWilliams) και η μετάφραση της Τσιχλάκη ‒ Ανδρουλιδάκη Θάλειας.

Picture
«Ο καφές» (2002)

Συγγραφέας: Αννί Περριέ-Ρομπέρ
Εκδόσεις: Πατάκη
Έτος: 2004

Περιγραφή

Είναι ένα βιβλίο πολύ περιεκτικό, σε μετάφραση της Αλίκης Κεραμίδα, για ό,τι αφορά το συγκεκριμένο ρόφημα, του καφέ, που «“γεννήθηκε” στην Αιθιοπία, ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του από την Υεμένη»[1], και όσοι τον αγαπούν θα το βρουν ενδιαφέρον και κατατοπιστικό. Η συγγραφέας έχει διεισδύσει στα άδυτα του καφέ και μας μεταφέρει όσα αποκόμισε. Αποτέλεσε ένα ρόφημα που απέκτησε φανατικούς οπαδούς, ενώ δεν απέφυγε τις νοθείες, κρυφά, στη Γαλλία του 19ου αιώνα, όντας «αστείρευτη πηγή έμπνευσης για τους απατεώνες»[2], και στην Αγγλία, όπου την ευνοούσε η υπερφορολόγησή του λόγω του αποικιακού ανταγωνισμού Άγγλων και Ολλανδών, όταν οι πρώτοι έχασαν έδαφος σε αυτόν[3]. Στις πολεμικές περιόδους, αντίθετα, νοθευόταν ανοιχτά το θεωρούμενο ως ρόφημα των «διανοουμένων»[4], το οποίο από τη στιγμή που κατέκτησε την Ευρώπη πολλοί συγγραφείς και αριστοκράτες κατανάλωναν με μανία[5]. Το βιβλίο, λοιπόν, ξεκινάει με την ιστορία του καφέ, με το ρόλο του και με την αξία του στη ζωή των ανθρώπων που τον κατανάλωναν τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Παρατίθενται στοιχεία για τη γεωγραφική εξάπλωση της καλλιέργειας του καφεόδεντρου ‒δίνεται μάλιστα και ένα «Λεξιλόγιο της καλλιέργειας του καφέ», όπως και διάφορα άλλα «λεξιλόγια» για όσους αγαπούν την ακρίβεια σε όσα διαβάζουν‒, περιγραφές διάφορων τύπων καφέ, πληροφορίες ακόμα για την ίδια την καλλιέργεια, την επεξεργασία του, την τελετουργία φτιαξίματος και σερβιρίσματός του, τις ιδιότητές και επιδράσεις του στον οργανισμό, τους μύλους, τις μηχανές, τις καφετιέρες και πολλά άλλα. Οι σελίδες του είναι εμπλουτισμένες με φωτογραφίες, γκραβούρες, χρωμολιθογραφίες, παλιές διαφημίσεις, πίνακες, σχέδια κτλ., διαμορφώνοντας παραστατικά για τον αναγνώστη το πλαίσιο της κάθε εποχής.
_____
[1] Αννί Περριέ-Ρομπέρ, Ο Καφές, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2004, σελ. 234.
[2] Αννί Περριέ-Ρομπέρ, Ο Καφές,  ό.π., σελ. 34.
[3] Αννί Περριέ-Ρομπέρ, Ο Καφές,  ό.π., σελ. 30, 38.
[4] Αννί Περριέ-Ρομπέρ, Ο Καφές,  ό.π., σελ. 31.
[5] Αννί Περριέ-Ρομπέρ, Ο Καφές,  ό.π., σελ. 31-34.

Picture
«Ονειρικά Χριστούγεννα» (2006)

Συγγραφέας: Αλεξία Αλεξιάδου
Εκδόσεις: Alba
Έτος: 2006

Περιγραφή

Αυτό είναι ένα βιβλίο που εφοδιάζει με πολλές ιδέες μικρούς και μεγάλους για την οργάνωση των ημερών των Χριστουγέννων, ξεκινώντας μάλιστα πολύ πριν τις γιορτές. Εκτός από τις συνταγές για γλυκά και φαγητά υπάρχουν πολλές προτάσεις για δραστηριότητες και διακόσμηση με κατασκευές, για το συντονισμό των εορταστικών γευμάτων και για τον τρόπο οργάνωσης του χρόνου βάσει αυτών. Ο καθένας βέβαια μπορεί να κινηθεί όπως θέλει και να ορίσει το περιεχόμενο των ασχολιών του όπως νομίζει, καθώς το βιβλίο γίνεται κυρίως ένας βατήρας εκτόξευσης της φαντασίας. Οι εικόνες και οι φωτογραφίες λειτουργούν μόνες τους χορταστικά, ενώ θα βρει ο αναγνώστης διάφορες χριστουγεννιάτικες παραδοσιακές συνταγές ελληνικές και μη, καθώς και άλλες προσαρμοσμένες κατάλληλα για την περίσταση, που μαζί με τις εικόνες, με χρώμα και ζωντάνια, εκπέμπουν πληθωρικά ατμόσφαιρα χαράς και πνεύμα ζεστασιάς. Ο ενδιαφερόμενος θα βρει συνταγές για διάφορα κέικ, μπισκότα, τούρτες, τάρτες, ορεκτικά κτλ., για κάθε γεύμα της ημέρας. Ενδεικτικά: ποντς χριστουγεννιάτικο, ντολμάδες με λάχανο τουρσί, κατσικάκι φρικασέ αυγολέμονο, μοσχαράκι με κάστανα και βερίκοκα, γαλοπούλα με πόρτο και γλυκοπατάτες, χήνα γεμιστή στο φούρνο, ντομάτες γεμιστές με πλιγούρι και σάλτσα βασιλικού, πίτσα χριστουγεννιάτικο δέντρο, κουραμπιέδες καρδούλες με κάσιους, μελομακάρονα, δίπλες, αγγλική πουτίγκα Χριστουγέννων, τσιζ κέικ Νέας Υόρκης, προφιτερόλ, σουηδικό στόλεν κ.ά.

Η περιήγηση σε αυτό μοιάζει λίγο με παραμύθι. Βυθιστείτε άφοβα!

Picture
Ο καιρός της σοκολάτας (2007) 
 
Συγγραφέας: Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Λότη
Εκδόσεις: Πατάκη
Έτος: 2012

Περιγραφή

Σε αυτό το βιβλίο βρίσκει κανείς εικόνες και πρόσωπα από την κατοχική Αθήνα σε ένα γλυκόπικρο ταξίδι πίσω στο χρόνο, όπως είναι και η γεύση μίας πλάκας σολοκάτας υγείας. Πρόκειται για ένα τρυφερό βιβλίο για παιδιά αλλά και για μεγάλους, καθώς τα καλά βιβλία για παιδιά διαβάζονται ευχάριστα από τους μεγάλους, και μάλιστα χωρίς καμία ενοχή. Βλέπουμε γνώριμες εικόνες, ιδίως του κέντρου και των Εξαρχείων, μέσα από αληθινές ιστορίες ζυμωμένες με φαντασία. Άλλωστε, όπως γράφει και η ίδια η συγγραφέας στην εισαγωγή:

«[…] θα σου διηγηθώ […] ένα κομμάτι της νεότερης ιστορίας […] μέσα απ’ τις δικές μου μαρτυρίες. […] όποιος δεν ξέρει καλά την ιστορία του τόπου του μοιάζει με δεντράκι που προσπαθεί να μεγαλώσει δίχως ρίζες.  […] Έτσι κάνει ο λογοτέχνης. Παίρνει πραγματικά περιστατικά, υλικά από τη ζωή, τα ζυμώνει με τη φαντασία του, τα πλάθει με το ταλέντο του, τα ψήνει με τη δουλειά του και δημιουργεί ένα μυθιστόρημα»[1].

Στις ρωγμές των στιγμών στη διάρκεια της ανάγνωσης ξεχωρίζουν ευχάριστες και πολύ τραυματικές εικόνες, που μένουν χαραγμένες στη μνήμη, για χρόνια τα οποία κανείς δε θέλει να ξαναζήσει ή να επαναληφθούν. Όπως κι αν έχει, στο τέλος νικά η ζωή, και γι’ αυτό πάντα χρειάζεται ελπίδα με γεύση σοκολάτας…
_____
[1] Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Λότη, Ο καιρός της σοκολάτας, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2007, σελ. 11-12.

Picture
«Σοκολάτα η θεϊκή» (2008)

Συγγραφέας: Στέλιος Παρλιάρος
Εκδόσεις: Ι. Σιδέρης
Έτος: 2008

Περιγραφή

Το πρώτο βιβλίο της σειράς του γνωστού ζαχαροπλάστη Στέλιου Παρλιάρου με τίτλο «Μαθήματα γλυκιάς αλχημείας», που είχε κυκλοφορήσει με την εφημερίδα «Καθημερινή», είναι αφιερωμένο στη σοκολάτα. Στην αρχή υπάρχει μία εισαγωγή για την ιστορία της σοκολάτας, με μυστικά για τη σωστή διατήρηση και επεξεργασία της και κάποιες γενικές οδηγίες για την εκτέλεση των συνταγών του βιβλίου. Στη συνέχεια, παρατίθενται πληροφορίες για τη ζάχαρη και το όποιο γλυκαντικό προϊόν συνεργάζεται με τη σοκολάτα στις συνταγές, δίνοντάς της τελικά τη γευστική υπόσταση που γνωρίζουμε, μετά από μία περιπετειώδη πορεία. Ακολουθούν οι χρήσιμες μεζούρες, κοινός τόπος στα βιβλία της σειράς, για την αντιστοιχία των υλικών από φλιτζάνι, κουτάλι και κουταλάκι σε γραμμάρια. Από αυτό το σημείο και μετά θα βρείτε συνταγές για κλασικά γλυκά στη σοκολατένια τους παραλλαγή, για ροφήματα, για διάφορα κέικ, και θα πάρετε ιδέες για πολλά άλλα. Ενδεικτικά: γαλακτομπούρεκο με σοκολάτα, δαμάσκηνο γεμιστό με αμύγδαλο και επικάλυψη σοκολάτας, καπουτσίνο με σοκολάτα γάλακτος, καρυδόπιτα με σοκολάτα και καφέ, κλειστή τάρτα με σοκολάτα και γεύση αμυγδάλου, κουραμπιές με σοκολάτα, λουκουμάδες γεμισμένοι με σοκολάτα, Μον μπλαν με σοκολάτα, ρόφημα σοκολάτας κ.ά.

Οι εικόνες δελεάζουν, και σε κάποιες συνταγές θα βρείτε κάτω, σε οριζόντιο πλαίσιο, επιπλέον στοιχεία για τη σοκολάτα.

Δύο από αυτά για μία μικρή γεύση:
«Ο Χριστόφορος Κολόμβος, επιστρέφοντας από το Νέο Κόσμο, το 1493, έφερε μαζί του μικρή ποσότητα καρπών κακάο. Έτσι εισήχθη το κακάο στη Ευρώπη»[1].

«Κάθε χρόνο καταναλώνονται σε όλον τον κόσμο ενάμισι δισεκατομμύριο κιλά σοκολάτας»[2].
_____
[1] Στέλιος Παρλιάρος, Σοκολάτα η θεϊκή, τευχ. 1, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 2008, σελ. 28.
[2] Στέλιος Παρλιάρος, Σοκολάτα η θεϊκή, ό.π., σελ. 94.

Picture
«Πάθος για σοκολάτα» (2008)

Συγγραφέας: Στέλιος Παρλιάρος
Εκδόσεις: Ι. Σιδέρης
Έτος: 2008

Περιγραφή

Αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο της σειράς, που αφορά και πάλι τη σοκολάτα. Στην αρχή του αποκαλύπτει κι άλλες πτυχές της ιστορίας της «βασίλισσας». Μετά κατατοπίζει σχετικά τον αναγνώστη για τους «συνοδούς» της, όπως είναι, για παράδειγμα, το βούτυρο και η βανίλια. Και πριν περάσει στις συνταγές συνοψίζει στοιχεία για την καλλιέργεια του κακαόδεντρου στις χώρες παραγωγής του κακάο και για την επεξεργασία του. Και πάλι θα βρείτε συνταγές ήδη γνωστές, στη σοκολατένια τους όμως εκδοχή, και άλλες για τάρτες, τούρτες, σοκολατάκια κτλ. Ενδεικτικά: αμυγδαλόπιτα με φουντούκια, κορμός σοκολάτας με κάστανο, κρέμα στο φούρνο με σοκολάτα και σουμάδα, μαρέγκα με φιστίκι Αιγίνης γεμισμένη με σοκολάτα ganache, μιλφέιγ με σοκολάτα, πανακότα με λευκή σοκολάτα και σος βατόμουρου, σιμιγδαλένιος χαλβάς με σοκολάτα, σοκολατένια σου κ.ά.

Δύο από τα επιπλέον στοιχεία που παρατίθενται σε οριζόντιο πλαίσιο κάτω από τις συνταγές για μία μικρή γεύση:

«Στην Κολωνία υπάρχει ένα μουσείο σοκολάτας, στο οποίο οι επισκέπτες, αντί να πληρώνουν εισιτήριο, παίρνουν μία σοκολάτα»[1].

«Η κατανάλωση σοκολάτας και κακάο, όταν γίνεται με μέτρο, λειτουργεί προληπτικά εναντίον ορισμένων εκφυλιστικών παθήσεων, καρδιακών νοσημάτων και του καρκίνου»[2].
_____
[1] Στέλιος Παρλιάρος, Πάθος για σοκολάτα, τευχ. 2, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 2008, σελ. 48.
[2] Στέλιος Παρλιάρος, Πάθος για σοκολάτα, ό.π., σελ. 74.

Picture
«Σοκολάτα και φαντασία» (2008)

Συγγραφέας: Στέλιος Παρλιάρος
Εκδόσεις: Ι. Σιδέρης
Έτος: 2008

Περιγραφή

Στο 6ο τεύχος της σειράς ο Στέλιος Παρλιάρος επανέρχεται με φαντασία στη σοκολάτα, παρουσιάζοντας, και πάλι σε δύο συνεχόμενα τεύχη, συνταγές τελείως διαφορετικές από τις συνηθισμένες. Στην αρχή, γίνεται μία εισαγωγή στην ιστορία της ζαχαροπλαστικής από την Αρχαιότητα έως σήμερα, ενώ  ακολουθεί συνοπτική παρουσίαση των μουσείων σοκολάτας παγκοσμίως και χώρων αφιερωμένων στη σοκολάτα, όπως είναι το θεματικό πάρκο «Cadbury World», στο Μπέρμιγχαμ στην Αγγλία. Ο αναγνώστης βρίσκει συνταγές για σοκολατάκια, τούρτες, τάρτες και άλλα, μέσα από πρωτότυπους και «πνευματώδεις» συνδυασμούς υλικών. Ενδεικτικά: αφράτη μους με σοκολάτα γάλακτος, αχλάδια βρασμένα σε γλυκό κρασί με σος σοκολάτας, κρέμα από μασκαρπόνε και σοκολάτα σε τραγανό μπισκότο γαρνιρισμένο με ροδάκινα, κουκουνάρια και μέλι, κρέμα σοκολάτας με Grand Marnier, κρύο ρόφημα με λευκή σοκολάτα και ροδόνερο, μπανάνες μαριναρισμένες με μαύρη ζάχαρη και κανέλα με σος σοκολάτας και ρούμι, τάρτα σοκολάτας με Cointreau, φωλιά από καραμέλα με πικρή μους σοκολάτας κ.ά.

Picture
«Τα μυστικά της σοκολάτας» (2008)

Συγγραφέας: Στέλιος Παρλιάρος
Εκδόσεις: Ι. Σιδέρης
Έτος: 2008

Περιγραφή

Στο 7ο τεύχος της σειράς συνεχίζει η παράθεση ιδιαίτερων και ξεχωριστών συνταγών με βάση τη σοκολάτα. Εδώ, στην αρχή, γίνεται μία αναφορά στα διάφορα έθιμα που συσχετίζονται με τη σοκολάτα και στα φεστιβάλ σοκολάτας σε διεθνή κλίμακα, μετά στις ελληνικές σοκολατοβιομηχανίες, στις ευεργετικές ιδιότητες της σοκολάτας και στα συστατικά της. Στη συνέχεια, ακολουθούν πολλές συνταγές για κέικ, τούρτες, κρέμες και ό,τι σοκολατένια δημιουργία θα μπορούσε να πυροδοτήσει τις αισθήσεις στο κόκκινο. Ενδεικτικά κάποιες από τις συνταγές: γλυκιά σοκολάτα με τραγανό μπισκότο από αμύγδαλα, ζεστό κέικ σοκολάτας με κονιάκ και γλυκό πορτοκάλι, καρυδόπιτα με Drambuie, κρέμα σοκολάτας στο φούρνο με Μαυροδάφνη, μπαβαρουάζ με σοκολάτα gianduja και βάση αμυγδάλου, σοκολάτα με μπαχαρικά κ.ά.

* Θα βρείτε όλα τα βιβλία της σειράς συνοδευμένα και με dvd.

Picture
Χριστουγεννιάτικο Δείπνο (2012) 


Συγγραφέας: Συλλογικό έργο
Εκδόσεις: Νάρκισσος
Έτος: 2012

Περιγραφή

Αυτό το βιβλίο είναι μία συλλογή διηγημάτων γνωστών συγγραφέων Αμερικανών και Ευρωπαίων. Στο τέλος του είναι συγκεντρωμένα τα βιογραφικά τους, γεγονός που έχει ενδιαφέρον, γιατί μπορεί κανείς να πληροφορηθεί άμεσα το χρόνο και τον τόπο γραφής, προκειμένου να κατανοήσει καλύτερα το περιεχόμενο του κειμένου, πέραν της αφηγηματικής δεινότητας, των τάσεων γραφής σε κάθε χωροχρόνο ή του ύφους του κάθε συγγραφέα. Ενδεικτική σε αυτό είναι η σύγκριση της περιγραφής του Παρισιού μέσα από τα μάτια του Χένρι Τζέιμς λίγα χρόνια μετά την Παρισινή Κομμούνα και της περιγραφής της ίδιας πόλης με την πένα του Έρνεστ Χεμινγουέι στα πρώτα χρόνια του μεσοπολέμου, όταν βρισκόταν εκεί ως ανταποκριτής. Η κάθε ιστορία έχει το δικό της χρώμα και εκτυλίσσεται την περίοδο του Χριστουγέννων. Οι γιορτές βρίσκονται στο επίκεντρο για κάθε κοινωνική τάξη ή περίπτωση ανθρώπου και σε διάφορες γωνιές του κόσμου, πιο πολύ από το φαγητό. Ωστόσο, βλέπουμε και συνήθειες διατροφικές των ημερών από λεπτομερείς περιγραφές μέχρι απλές αναφορές στα κείμενα. Ο αναγνώστης θα βρει ήθη και έθιμα από την Αγγλία και την Αμερική, κυρίως του 19ου αιώνα. Και μέσα από αυτά τον τρόπο ζωής, τις συνθήκες και τον τρόπο σκέψης, όπως, για παράδειγμα, τη μέθοδο απόδοσης ονομάτων, που έμοιαζαν κυρίως με παρατσούκλια, σε όσες αμερικάνικες πολιτείες οι χρυσοθήρες και οι διάφοροι τυχοδιώκτες έψαχναν για μία καλύτερη τύχη. Καταγράφονται, επίσης, ιστορίες φαντασμάτων, διάφοροι τύποι εορτασμού των Χριστουγέννων, όπως η συνήθεια τότε στην αγγλική ύπαιθρο να συγκεντρώνεται η οικογένεια γύρω από το χριστουγεννιάτικο κούτσουρο, ή και παράδοξα περιστατικά, όπως η δυσκολία των κατοίκων μίας μικρής πόλης στην Άγρια Δύση να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα απουσία παιδιών. Δεν είναι όλες οι ιστορίες ευχάριστες ούτε χαρακτηρίζονται εξίσου από μία ίσως αναμενόμενη θαλπωρή. Υπάρχουν όλων των γεύσεων και των αποχρώσεων ιστορίες, κάτι που κάνει ενδιαφέρουσα αυτήν τη συλλογή, εκτός του γεγονότος ότι σε 283 σελίδες παίρνει συνοπτικά ο αναγνώστης μία ιδέα για πολλούς γνωστούς συγγραφείς. Τέλος, μία ιστορία που ξεχώρισα είναι εκείνη του Ο. Χένρι με τίτλο «Το δώρο των Μάγων», ίσως γιατί συμπυκνώνει ένα πνεύμα θετικότητας παρ’ όλες τις δυσκολίες. Μιλάει για τους μάγους της εποχής μας και για την αγάπη που πάντα από καρδιάς δωρίζεται!

Η μετάφραση είναι της Δέσπως Παπαγρηγοράκη και της Βάλιας Σερέτη.

Picture
«9 παραμύθια και μια ξύλινη κουτάλα» (2012)

Συγγραφέας: Ιωάννα και Έρση Νιαώτη
Εκδόσεις: Καλειδοσκόπιο
Έτος: 2012

Περιγραφή

Αυτό είναι ένα βιβλίο που εν όψει των γιορτών, αλλά και ανεξαρτήτως αυτών, μπορούν να χαρούν τόσο οι γονείς όσο και τα παιδιά. Παρουσιάζει συνταγές της Αργυρώς Μπαρμπαρίγου, πλεγμένες μέσα από 9 παραμύθια, όπου έχουν παραλλαχθεί ή εξελιχθεί, από τις συγγραφείς, οι διάφοροι ήρωες ήδη γνωστών παραμυθιών, ξεφεύγοντας από την εκάστοτε γνωστή ιστορία. Εφοδιαστείτε, λοιπόν, με την ξύλινη κουτάλα σας, γιατί το βιβλίο προτείνει συνταγές που γίνονται παιχνίδι μέσα από την αφήγηση, ξυπνώντας το μικρό παιδί μέσα στους μεγάλους, το οποίο οι μικροί προσκαλούν να ξεμυτίσει… Έτσι τα παιδιά βρίσκουν την ευκαιρία παίζοντας να εξοικειωθούν με διάφορα υλικά και οι μεγάλοι να τους τα δείξουν ή και να τα ξαναθυμηθούν. Επίσης, τα ωθεί να γευτούν τη χαρά της συμμετοχής και την ευεργετική αξία των υγιεινών προϊόντων για τον οργανισμό, όταν η σωστή διατροφή εισάγεται ως συνήθεια στην καθημερινότητα από μικρή ηλικία. Στο τέλος κάθε παραμυθιού ακολουθούν συμβουλές και διάφορες πληροφορίες εμπνευσμένες από ό,τι προαναφέρθηκε. Η εικονογράφηση της Έλενας Ζουρνατζή έγινε με όρεξη και αναμειγνύει γνώριμες εικόνες με επινοητικότητα, δίνοντας νόημα τόσο στις λεπτομέρειες όσο και στο συνολικό αποτέλεσμα. Ενδεικτικά κάποιες συνταγές: μαγική σούπα και τυρόπιτα της Σταχτοπούτας (με κολοκύθα),  μπισκότα με φαντασία, το καρβέλι του παππού, ομελέτα «3 σε 1», πριγκιπικοί ρεβιθοκεφτέδες, θαλασσινό μακαρονάκι, σαντουιτσάκια του ψαρά, κεφτεδάκια στο κόκκινο, το σουβλάκι του λύκου κ.ά.

Ο επίλογος της Αργυρώς Μπαρμπαρίγου είναι πολύ χρήσιμος, με προτάσεις διάδρασης γονιών και παιδιών, για τον προσανατολισμό τους σε μία κατεύθυνση ανάπτυξης μιας σωστής σχέσης με τα ημερήσια γεύματα. Έτσι θα δημιουργηθεί από νωρίς μία βάση καθημερινής θωράκισης του οργανισμού μέσω της διατροφής, με τον ευχάριστο τρόπο της συμμετοχής στην προετοιμασία των γευμάτων, στα ψώνια κτλ., που θα τα ακολουθεί πάντα.

Μην ξεχάσετε να ρίξετε μία ματιά και στην τελευταία σελίδα. Θα βρείτε τα «Μέτρα των μαγικών συνταγών», για να τις πετύχετε όπως πρέπει…

Μουσική 

Picture
Vatel (2000)

Περιγραφή

Η μουσική του άλμπουμ είναι του Ένιο Μορικόνε (Ennio Morricone). Έχει προσαρμόσει το ύφος της στο γαλλικό μπαρόκ της εποχής που αναδημιουργείται στην ταινία, συντονίζοντάς τη ανάλογα στην ατμόσφαιρα.

«Début de la fête»
«L'amour suspendu»
  
Picture
Chocolat (2000)

Περιγραφή

Η μουσική της ταινίας είναι της Ρέιτσελ Πόρτμαν (Rachel Portman) και κέρδισε μία υποψηφιότητα για Όσκαρ στην απονομή των βραβείων το 2001. Επενδύει μουσικά τις σκηνές ακολουθώντας το ονειρικό πνεύμα της ιστορίας, ενώ την ίδια στιγμή το υποστηρίζει δυναμικά αναδεικνύοντας όλες τις συναισθηματικές μεταβάσεις και εξάρσεις της αφήγησης και των χαρακτήρων.


«Minor Swing»
«Passage of Time»
    
Picture
Woman on Top (2000)

Περιγραφή

Η μουσική του άλμπουμ περιέχει δημιουργίες διάφορων συνθετών, που μεταφέρουν τον ακροατή στο θερμό κλίμα της Βραζιλίας και του Σαν Φρανσίσκο και στο καυτερό θέμα ταινίας.


«Nos Braços De Isabel», Paulinho Moska.
«Falsa Baiana», Paulinho Moska.
      
Picture
Mostly Martha (2001)

Περιγραφή

Το άλμπουμ της ταινίας συγκεντρώνει τραγούδια διάφορων τραγουδοποιών.

«Country» (ορχηστρικό) σε σύνθεση του Κιθ Τζάρετ (Keith Jarrett).
http://www.youtube.com/watch?v=o8FNeG6lmvE



«Via Con Me», Πάολο Κόντε (Paolo Conte).
«Attenti al lupo», Λούτσιο Ντάλα (Lucio Dalla).
Picture


* Οι πληροφορίες για τα βραβεία Όσκαρ και τους συντελεστές των ταινιών επί το πλείστον προέρχονται από το IMDb site: http://www.imdb.com/ 
* Η φωτογραφία του εξωφύλλου από:
http://www.thebettermousetrap.me/beauty-health/chocolate-lust/

* Η φωτογραφία του οπισθόφυλλου από:
http://boredcentral.com/making-chocolate-covered-strawberry-delicacies/

Στο επόμενο ένθετο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου:
Προτάσεις, σαν μπουκιές γαστριμαργικής εμπειρίας! Δ’ Μέρος

Γράφει η Ιουλία Λυμπεροπούλου


0 Comments

Η τρελή piñata | 05 Σεπτέμβριος-Οκτώβριος

1/9/2013

1 Comment

 


Η τρελή piñata | Σεπτέμβριος-Οκτώβριος
Προτάσεις, σαν μπουκιές γαστριμαργικής εμπειρίας! [Β' Μέρος]


Picture
Η δυνατότητα να κάνουμε ταξίδια προσφέρεται σε όλη τη διάρκεια του χρόνου. Οπότε θα αποφύγω να πω και να ’μαστε πάλι εδώ… Θα ακουστεί κοινότυπο και ίσως κάποιοι να μην κατάφεραν να πάνε κάπου. Μπορούμε άλλωστε να ταξιδεύουμε με πολλούς τρόπους, πραγματικά και νοητά. Έτσι το πρώτο μέρος των ταινιών, όπου θίγονται ζητήματα ανθρώπινων παθών, πολύπλοκων καταστάσεων και φορτισμένης ιστορίας λαών, θα αποτελέσει τον οίστρο του προβληματισμού, ο οποίος δεν αποφεύγεται και ούτε θα έπρεπε. Το δεύτερο, όμως, των βιβλίων, που αφορά ακόμα πιο άμεσα τη γεύση, θα υποστηρίξει την ομαλή μετάβαση για μία καλύτερη συνέχεια ως προς τη χώνεψη των συλλογισμών και των πεπραγμένων, πόσο μάλλον εφόσον, συνοδεία μουσικής στο τρίτο μέρος, η γεύση διεγείρει τις αισθήσεις και φέρνει κοντά τους ανθρώπους! Ιδέες για φαγητό, επομένως, από τόπους στους οποίους όσοι είχαν την τύχη να απολαύσουν διακοπές μπορεί να βρέθηκαν, και εδώ ίσως θυμηθούν ό,τι βρήκαν σε κάποια από τις διαδρομές τους. Για τους υπόλοιπους θα γίνει αφορμή για νοητά ταξίδια ή για την κατάστρωση μελλοντικών σχεδίων, καθώς ορισμένοι προορισμοί προσφέρονται για εξορμήσεις σε κάθε εποχή του χρόνου, και η ελπίδα δεν πεθαίνει τελευταία, απλώς ξεφεύγει πάντα την τελευταία στιγμή…

Τα ταξίδια δεν τελειώνουν άλλωστε… Κάθε μέρα ανοίγει ένα παράθυρο για κάτι καινούριο που έρχεται. Αρκεί να συγκεντρωθούμε, για να δούμε και το καινούριο και το παράθυρο!

Σε αυτό το δίμηνο Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου η τρελή piñata σπάζοντας σας προσφέρει λιχουδιές και ευχές για καλές διαδρομές με υγεία! Δε φαντάζομαι να λείψει κανείς…

Ταινίες

Picture
Sabbato, Domenica e Lunedì (1990)
(Σάββατο, Κυριακή και Δευτέρα)

Σκηνοθέτης: Λίνα Βερτμίλερ
Γλώσσα: Ιταλικά
Ηθοποιοί: Σοφία Λόρεν, Λούκα ντε Φιλίπο, Αλεσάντρα Μουσολίνι κ.ά.

Περιγραφή

Το ναπολετάνικο ραγού που μαγείρευε η Σοφία Λόρεν στο «Χτες, Σήμερα, Αύριο» του Εντουάρντο Ντε Φιλίπο γίνεται αφορμή για την αφήγηση της ιστορίας και αποτελεί λόγο διένεξης σε πολλές περιπτώσεις. Σηκώνει τσακωμό, για παράδειγμα, στην ταινία το θέμα για την πιο σωστή και ραφινάτη συνταγή για ραγού. Όλη η ιστορία σχεδόν εκτυλίσσεται μέσα στην κουζίνα, γύρω από το τραπέζι και την προετοιμασία του κυριακάτικου αυτού πιάτου. Μέχρι που φτάνουμε στην Κυριακή, την ημέρα του οικογενειακού γεύματος, όπου κορυφώνονται οι αντιθέσεις, οι παρεξηγήσεις και οι διασταυρώσεις των καταστάσεων έως τη λύση.
     Βρισκόμαστε στο Ποτσουόλι του 1934. Στο επίκεντρο ένας γάμος σε κρίση με τη Ρόζα να περνάει τον Πεπίνο κάποια χρόνια. Ο Πεπίνο δούλευε υπάλληλος στο καπελάδικο του πατέρα της όπου γνωρίστηκαν. Παντρεύτηκαν από πάθος, παρότι ήταν ο ίδιος λογοδοσμένος και εκείνη αρραβωνιασμένη με κάποιον άλλο. Ο πατέρας της πάντα τον υποτιμούσε, ενώ είχε αδυναμία στον ένα του εγγονό. Το αντρόγυνο, παρ’ όλα τα προβλήματα και τις αντιθέσεις, για 30 χρόνια ήταν σαν δύο αρραβωνιασμένα πιτσούνια, ενώ τώρα επί τρεις μήνες κάτι δεν πάει καλά…
     Ο τρόπος διαχείρισης των καταστάσεων, όμως, κάνει όλη τη διαφορά:
    «Τα χταποδάκια είναι πάρα πολύ ευαίσθητα. Αν δεν τους συμπεριφέρεστε καλά, γίνονται γκρι. Αλλάζουν χρώμα, γιατί προσβάλλονται. Αν, όμως, τους συμπεριφέρεστε καλά, ακόμα καλύτερα αν τα χαϊδεύετε γλυκά γλυκά, σιγά σιγά, ροδίζουν, αλλάζουν χρώμα».
     Το ραγού βράζει αργά αργά ώρες ολόκληρες για το κυριακάτικο τραπέζι. Όταν καταφθάνει είναι μεγάλη υπόθεση και τότε επικρατεί «η ησυχία του ραγού» και της απόλαυσης! «Η μυρωδιά του είναι σαν άρωμα, φέρνει στο μυαλό μέρη, ανθρώπους, εποχές. Αν δε βράζει το ραγού, δεν μπορείς ποτέ να πεις ότι είναι Κυριακή. Όταν, πάλι, είναι κρύο, σημαίνει πως είναι Δευτέρα». Ακόμα και για τις ψυχές που έφυγαν το ραγού αποτελεί επιθυμία. Δεν περιορίζονται όμως μόνο σε αυτό. Αναζητούν μακαρονάδα σισιλιάνα και οι μελλοντολογικές τους προβλέψεις αφορούν γλυκές μελιτζάνες περασμένες στο τηγάνι, ενώ την Κυριακή έχει την τιμητική της η κασάτα σισιλιάνα ως γλυκό της αμαρτίας. Η αυθεντική κασάτα, πληροφοριακά, αποτελεί λιχουδιά εξαίσια. Αλλά τώρα τρων τα μάτια ψάρια και η φαντασία περίδρομο!
     Αισιοδοξούμε, όπως και οι ήρωες της ταινίας, καθώς όπου δε χωράει λογική μπαίνουν τα πνεύματα και η μεταφυσική… Στην ταινία, αυτήν τη διάσταση εκφράζει το τρίο των γραιών, μεταξύ των οποίων και η Πουπέλα Μάτζιο (Pupella Maggio). Γίνονται ευχάριστη νότα, συμμετέχοντας στην αφήγηση, όχι ως σκετς-ιντερμέδια, αλλά αποφορτίζοντας ελαφρώς το δράμα της υπόθεσης.
      Βλέπουμε ανάγλυφα τις ιδιαιτερότητες της ναπολετάνικης ιδιοσυγκρασίας στο έργο, που μπορεί σε κάποιον ξένο να φανούν υπερβολικές ή ακατανόητες ακόμα… Καντάδες έξω από μία κρεβατοκάμαρα μες στο σπίτι, ένας διευθυντής τράπεζας που τις Κυριακές υποδύεται το λαϊκό χαρακτήρα της Νάπολης, την Pulcinella, κάτι αντίστοιχο με τον Καραγκιόζη, αλλά πιο κοντά στο κουκλοθέατρο και στην commedia dell’arte από το θέατρο σκιών, άντρες μερακλήδες που μαγειρεύουν φιλοσοφώντας πάνω από το τηγάνι. Μία ενδιαφέρουσα αντίφαση σε σχέση με τη θέση της γυναίκας.
      Θίγεται, επίσης, το διαχρονικό θέμα των προστριβών που επιφέρει η διαφορά των γενεών, όπου τα δράματα των μεγάλων περνούν στους νέους ως αντικείμενο διασκέδασης. Όπως θίγονται και τα συναισθηματικά πάθη. Η ζήλια «è una brutta bestia», είναι ένα άσχημο τέρας. Βέβαια υπάρχει και μία άλλη ερμηνεία εδώ για τους Ναπολετάνους, σύμφωνα με την οποία ο καθένας κυριαρχείται από δύο θεούς, τον Απόλλωνα (αρμονία) και το Διόνυσο (υπερβολή, ηφαίστειο, φωτιά). Οπότε βρίσκονται μεταξύ αρμονίας και σύγχυσης, ταραχής. Να μην ξεχνάμε ότι Νάπολη σημαίνει νέα πόλη και αποτελούσε στην Αρχαιότητα μέρος της Μεγάλης Ελλάδας. Ο χαρακτήρας του καθηγητή στο έργο κάνει διαρκώς τέτοιες αναφορές.
     Προσέχοντας θεατρικά κάθε λεπτομέρεια έγραψε το έργο ο Εντουάρντο ντε Φιλίπο. Με πολύ ωραίο τρόπο περνά την ανάγκη επικοινωνίας και το πόσο κάτι μικρό μπορεί να κρύβει μία αλυσίδα καταστάσεων πίσω του, που, όταν παραμένουν ανείπωτες, αποκτούν τεράστιες διαστάσεις. Στο δράμα, στην ευαισθησία, στο γλυκόπικρο χιούμορ και στον τρόπο που είναι διαρθρωμένες οι σκηνές αναγνωρίζεται το ύφος του Εντουάρντο ντε Φιλίπο.

Οι ατάκες που κρατάω:
«Όταν κάποιος εκφράζει πικρίες, μένει ένα κενό μέσα του πιο πικρό από τις πικρίες».
και
Τη φωνή της ελπίδας μες στο χάος: «Μην ανησυχείτε, γιατί τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο καταστροφικά όσο φαίνονται».


Picture
Fried Green Tomatoes (1991)
(Πράσινες τηγανητές ντομάτες)

Σκηνοθέτης: Τζον Άβνετ
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Κάθι Μπέιτς, Μαίρη Στιούαρτ Μάστερσον, Τζέσικα Τάντι κ.ά.

Περιγραφή

Η ταινία είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα της Φάνι Φλαγκ. Κινείται σε δύο επίπεδα χρονικά, το παρόν και το παρελθόν, που αφηγηματικά κινούνται παράλληλα με ανάλογο ενδιαφέρον. Μία νέα γυναίκα, η Έβελιν, μετά την πρώτη της νιότη, σε ένα γάμο ελαφρώς λιμνάζοντα, έχει βρει καταφύγιο στο φαγητό και τα συσκευασμένα σοκολατοειδή. Έχει, όμως, και την «τύχη» μες στην αναποδιά να μην τη συμπαθεί η θεία του άντρα της, που επισκέπτονται στο γηροκομείο. Έτσι, γνωρίζει μία άλλη ένοικο, τη Νίνι, η οποία δεν έχει ποτέ επισκέπτες. Αυτή η γνωριμία στέκεται αφορμή για να αλλάξει η ίδια τη ζωή της. Πλέον οι επισκέψεις της εκεί αποκτούν νόημα, καθώς η Νίνι αρχίζει την αφήγηση μίας ιστορίας από το παρελθόν για την Ίτζι ή Τογουάντα ή γητεύτρια μελισσών και τη Ρουθ, δύο γυναίκες του Νότου, που παρ’ όλες τις δυσκολίες ανέλαβαν την ευθύνη του εαυτού τους και ακολούθησαν το δρόμο τους με γενναιότητα και με στήριγμα τη δύναμη της φιλίας. Η αφήγηση του παρελθόντος αρχίζει από το τέλος του Α’ Πολέμου στο Νότο, όταν η Ίτζι έχασε τον αδελφό της, γεγονός που καθόρισε όλη τη μετέπειτα πορεία της.
     «Μία καρδιά, ξέρεις, μπορεί να σπάσει, αλλά συνεχίζει να χτυπά».
     Αυτό ωθεί την Έβελιν να δει διαφορετικά τη ζωή της, προσπαθώντας να αλλάξει το γάμο της και κυρίως να βελτιώσει τον εαυτό της.
   «Όλοι χρειάζονται ένα θαύμα στη ζωή τους, κάτι που θα έρθει να αλλάξει τα συνηθισμένα» ακούστηκε από την τηλεόραση, στην οποία αποχαυνωνόταν ο άντρας της και έχανε την επαφή μαζί της, όταν διακόπηκε η μετάδοση του αγώνα. Και συνέβη!
     Οι πράσινες τηγανητές ντομάτες ήταν το ντελικατέσεν στο καφέ που άνοιξαν μαζί η Ίτζι και η Ρουθ όταν αποφάσισαν και πάλι να ενώσουν τα μονοπάτια τους και να ζήσουν μαζί μέσα από μία συγκρουσιακή και δοκιμασμένη σχέση. Γιατί στο μεταξύ η Ρουθ, που ήταν ερωτευμένη με το χαμένο αδελφό της Ίτζι, είχε παντρευτεί έναν άντρα ο οποίος την κακομεταχειριζόταν, και με τη βοήθεια της φίλης της τον εγκατέλειψε. Η ταινία θίγει το θέμα της χειραφέτησης των γυναικών όχι μόνο για το παρελθόν, αλλά και για το παρόν στο πρόσωπο της Έβελιν, που κάνει την Τογουάντα σύμβολό της και στο όνομά της πραγματοποιεί μεγάλα για την ίδια βήματα. Επίσης θίγει τη στενή σχέση που ανέπτυσσαν κάποιες οικογένειες ή μέλη οικογενειών στον αμερικάνικο νότο με Αφροαμερικάνους, οι οποίοι από γενιά σε γενιά ζούσαν μαζί τους.
      Το φαγητό εδώ ήταν ένας τρόπος για να ξεχάσει η Έβελιν τα προβλήματά της πριν αποφασίσει να τα αντιμετωπίσει. Για το σύζυγό της είχε γίνει μάλλον μία συνήθεια, ξεφεύγοντας και από την απόλαυση, καθώς έτρωγε ασυναίσθητα μπροστά στην τηλεόραση. Ενώ για την Ίτζι και τη Ρουθ σήμανε την απελευθέρωση, τόσο με το άνοιγμα του καφέ ‒ εστιατορίου και τα αθώα τους παιχνίδια αλευροπόλεμου όσο και από κάθε άλλη άποψη. Όταν κάτι δε μας αρέσει, άλλωστε, και εφόσον περνά από το χέρι μας, δεν έχουμε παρά να το αλλάξουμε. Έτσι τουλάχιστον ισχυρίζεται η Έβελιν:
     «Μου έβαλε έναν καθρέπτη μπροστά και δε μου άρεσε καθόλου ό,τι είδα. Και ξέρεις τι έκανα; Άλλαξα!».

Η ταινία κέρδισε το 1992 υποψηφιότητες για Όσκαρ Καλύτερου Β’ Γυναικείου Ρόλου και Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου.


Picture
Jamon Jamon (1992)

Σκηνοθέτης: Μπίγκας Λούνα
Γλώσσα: Ισπανικά
Ηθοποιοί: Πενέλοπε Κρουζ, Χαβιέ Μπαρδέμ, Στεφανία Σαντρέλι κ.ά.

Περιγραφή

Η Σίλβια είναι μία εργάτρια σε ένα εργοστάσιο εσωρούχων. Μένει έγκυος από το γιο του αφεντικού της και στέλεχος του εργοστασίου, ο οποίος θέλει να την παντρευτεί, αλλά του δημιουργεί προσκόμματα η μητέρα του με κάθε τρόπο. Σταδιακά, μέσα από μία πλοκή με διάσπαρτες κωμικές στιγμές, προκύπτουν οι σχέσεις των προσώπων μεταξύ τους, με τον εαυτό τους, οι απρόσμενες διαπλοκές, το λίγο και το πολύ τους, καταλήγοντας σε ένα τέλος τραγικό. Στην ταινία κυριαρχούν διάφορες μορφές ερωτικού πάθους, που εκφράζονται και μέσα από το φαγητό, τις γεύσεις και τις μυρωδιές. Το σκόρδο, η ομελέτα, η παέγια, και το jamon (χαμόν) κυριαρχούν. Το σκόρδο ιδίως έχει παραδόξως την τιμητική του στις ερωτικές σκηνές. Στο τέλος, το jamon, το ισπανικό αλλαντικό που μοιάζει με το ιταλικό προσούτο, πρωταγωνιστεί αποκτώντας νέα διάσταση από άποψη χρησιμότητας.
     Οι δύο νεαροί πρωταγωνιστές, Πενέλοπε Κρουζ και Χαβιέ Μπαρδέμ, που συναντιούνται για πρώτη φορά εδώ κινηματογραφικά, προβάλλουν το ταλέντο τους. Ο Μπαρδέμ, μάλιστα, κέρδισε τρία βραβεία για την ερμηνεία του. Η ταινία προσφέρει την ευκαιρία για ανάπτυξη ερμηνειών, καθώς συνδυάζει διάφορα στοιχεία. Η τρέλα της νιότης, η δυναμική και η ορμή της άλλοτε ευνουχίζονται και άλλοτε πυροδοτούνται, προκειμένου να γίνουν υποχείριο βλέψεων και ορέξεων. Έχει ενδιαφέρον ο ανταγωνισμός των γενεών και η συγκρουσιακή συνύπαρξή τους, που καταλήγουν σε μία πάλη ανάλογη μεταφορικά με το να τρώνε τις σάρκες τους. Πρόκειται όμως για μία πάλη χωρίς νικητή, της οποίας μόνη η επιδίωξη, πόσο μάλλον η πραγματοποίηση, παραμένουν τελικά μία ανοιχτή πληγή για όλους.

Η ταινία κέρδισε βραβεία και υποψηφιότητες σε διάφορα φεστιβάλ.


Picture
Τhe Last Supper (1995)

Σκηνοθέτης: Στέισι Τάιτλ
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Κάμερον Ντίαζ, Ρον Έλνταρντ, Άναμπεθ Γκις, Μπιλ Πάξτον κ.ά.

Περιγραφή

Μία παρέα φοιτητών και συγκατοίκων με φιλελεύθερες απόψεις καλλιέργησαν τη συνήθεια να καλούν κάποιον κάθε Κυριακή σε δείπνο, έτσι ώστε να προσφέρεται η ευκαιρία για μία ανοιχτόμυαλη και δημιουργική συζήτηση. Κάποιο βράδυ, όμως, ένας από τους συγκατοίκους φέρνει έναν άγνωστο, επειδή το αυτοκίνητό του έπαθε βλάβη και ακινητοποιήθηκε εκεί. Τον προσκαλούν για φαγητό και πάνω στη συζήτηση αυτός αρχίζει να τους προσβάλλει. Αποδεικνύεται γρήγορα πως όχι μόνο υποστηρίζει φανατικά ρατσιστικές και ναζιστικές ιδέες, αλλά επιτίθεται σε κάποιους συνδαιτυμόνες και τους τραυματίζει. Ως συνέπεια αυτού αντιδρούν ανάλογα και τον σκοτώνουν. Εκεί βλέπουμε τις αντιδράσεις του καθένα, όπου άλλος παραμένει ψύχραιμος, άλλος προσπαθεί να τα κουκουλώσει, άλλος καταρρέει. Στο τέλος, όμως, αποφασίζουν ότι υπάρχουν πολλοί τέτοιοι επικίνδυνοι τύποι εκεί έξω και ότι ο κόσμος πρέπει να απαλλαχτεί από την παρουσία τους, γιατί θα μπορούσε εν δυνάμει να κρύβεται ανάμεσά τους ένας ακόμα Χίτλερ. Έτσι, αντί να καλούν κάποιον για ευχάριστη συζήτηση, αρχίζουν να καλούν στοχευμένα το επόμενο κάθε φορά θύμα τους, δηλητηριάζοντάς το με αρσενικό και θάβοντας μετά το πτώμα στην πίσω αυλή του σπιτιού. Πάνω στους τάφους καλλιεργούν ντοματιές, για να καλύπτουν τους όγκους, από τις οποίες γεμίζουν με σάλτσα ντομάτας βαζάκια και ντουλάπια, για να συνοδέψουν το τελευταίο γεύμα του εκάστοτε επόμενου θύματος. Τα πράγματα, όμως, αρχίζουν και περιπλέκονται όταν παράλληλα κινείται μία υπόθεση εξαφάνισης και το γεγονός ότι κάποια από τα παιδιά της παρέας αναρωτιούνται μήπως η πρακτική τούς εξομοιώνει με όποιους μάλλον αυθαίρετα εξαφανίζουν.
     Αποκτά ενδιαφέρον η υπόθεση μόλις οι ίδιοι γίνονται ακόμα πιο απόλυτοι και ακραίοι από όσους επιλέγουν να στείλουν στον άλλον κόσμο.
     «Παραδεχτείτε το», τους λέει ένα υποψήφιο θύμα, που φαίνεται προς στιγμήν πιο μετριοπαθές, «ακόμα και εσείς οι πέντε δεν μπορεί να συμφωνείτε πάντα σε όλα».

Picture
Festen (1998)
(Οικογενειακή γιορτή)

Σκηνοθέτης: Τόμας Βίντερμπεργκ
Γλώσσα: Δανικά, γερμανικά, αγγλικά
Ηθοποιοί: Ούρλιχ Τόμσεν, Χένινγκ Μόριτσεν, Τόμας Μπο Λαρσεν κ.ά.

Περιγραφή

Ο Χέλγκε είναι μία αυταρχική πατρική φιγούρα και επικεφαλής ενός μεγάλου ξενοδοχείου ‒ βίλας, που κάποτε λειτουργούσε και ως εστιατόριο. Έχει μία ανθρωπολόγο κόρη την Ελένε, η οποία ακολούθησε το δρόμο της αψηφώντας τη συντηρητικότητα της οικογένειάς της. Ένα γιο που εξελίχθηκε σε θρασύδειλο ρατσιστή με προβλήματα, μεγαλώνοντας σε σχολεία εσωτερικός επί το πλείστον και έχοντας χάσει επεισόδια από την οικογενειακή πραγματικότητα. Και τέλος δύο δίδυμα, εκ των οποίων η κοπέλα αυτοκτόνησε. Αφορμή των 60ών γενεθλίων του, λοιπόν, οργανώνει μία οικογενειακή γιορτή καλώντας και τα παιδιά, που ζουν αλλού πλέον, αλλά και την ευρύτερη οικογένεια. Μεταξύ των πιάτων που σερβίρονται αρχίζουν οι αποκαλύψεις, οδηγώντας σταδιακά στη λύση του δράματος.
     Είναι χαρακτηριστική η λεπτομέρεια όπου στο πρώτο πιάτο οι συνδαιτυμόνες αναρωτιούνται αν τρώνε σούπα σολομού ή αστακού, που μπορεί να συνδέεται με τη δυσδιάκριτη και δυσοίωνη συνέχεια του γεύματος, πρακτικά και συμβολικά, για το «σερβίρισμα» της ιστορίας. Στο δεύτερο πιάτο, ελάφι με μούρα, έχουν ήδη γίνει κάποιες προπόσεις και αρχίζουν, όσο το τοπίο ξεκαθαρίζεται, οι σχέσεις των ηρώων να περιπλέκονται ακόμα πιο πολύ. Μέχρι που το γλυκό παραμένει ανέγγιχτο… Η ταινία είναι πολύ ζωντανή με πολύ καλό ρυθμό και με δυνατές ερμηνείες. Μου αρέσει που στο τέλος υπάρχει λύτρωση μέσα από μία δύσκολη και εξιλεωτική κάθαρση, με προοπτική διάρκειας και πέραν της ταινίας.
    Είχα δει για πρώτη φορά την «Οικογενειακή γιορτή» στον κινηματογράφο όταν βγήκε και θυμόμουν πάντα την επίδρασή της. Σκεφτόμουν ότι θα μπορούσε να είναι μία ιστορία εκτυλισσόμενη στο διπλανό δωμάτιο και εγώ ευρισκόμενη εκεί συμπτωματικά να την παρακολουθώ ζωντανά. Δίνεται αυτή η αίσθηση από τον τρόπο που κινείται η κάμερα και θυμίζει ντοκιμαντέρ. Η κάμερα μοιάζει να πιάνει εξαπίνης τους ηθοποιούς, που δείχνουν να μην υποκρίνονται αλλά να ζουν την ιστορία. Επικρατούν ο ρεαλισμός και η φυσικότητα στον ήχο.
      Η ταινία είναι η πρώτη από μία σειρά ταινιών που ακολουθούν τους κανόνες του «Δόγματος 95». Αυτό ξεκίνησε το 1995 και οι εμπνευστές αυτής της πρωτοπορίας υπήρξαν οι Δανοί σκηνοθέτες, Λαρς Φον Τρίερ και Τόμας Βίντερμπεργκ. Μετά ακολούθησαν ταινίες και άλλων σκηνοθετών, που εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο. Οι κανόνες ακολουθούν βασικές αρχές της φυσικότητας και του ρεαλισμού, στοχεύοντας στο να γυριστούν αντισυμβατικές ταινίες χωρίς να είναι επιτηδευμένες ή χολιγουντιανά υπερφορτωμένες. Γι’ αυτό  γυρίστηκαν ταινίες με μικρό προϋπολογισμό, δίνοντας βάση στην αλήθεια, την υποκριτική και την ουσία της κινηματογραφικής αφήγησης και επίσης στην έννοια της συλλογικότητας. Θεωρείται ως το τελευταίο κινηματογραφικό κίνημα του 20ού αιώνα. Πρόσφατα ο Τόμας Βίντερμπεργκ, αφορμή της τελευταίας του ταινίας «Το κυνήγι», που συμμετείχε με επιτυχία στο φεστιβάλ Καννών, δήλωσε ότι το «Δόγμα 95 πέθανε»[1]. Άφησε πίσω του, ωστόσο, εποχή και ταρακούνησε τα νερά με έναν κατάλογο ταινιών, γυρισμένων από σκηνοθέτες πολλών χωρών του κόσμου[2].

Η ταινία το 1998 κέρδισε το Μέγα Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών.
_____
[1] http://www.e-go.gr/cinemag/article.asp?catid=10167&subid=2&pubid=129202918.
[2] http://web.archive.org/web/20080430104505/http://www.dogme95.dk/dogme-films/filmlist.asp


Picture
Peppermint Candy (1999) 
(Μέντα Καραμέλα) 

Σκηνοθέτης: Τσανγκ-ντονγκ Λι
Γλώσσα: Κορεατικά
Ηθοποιοί: Γεο-ζιν Κιμ, Κγιουνγκ-γκου Σολ, Γιουνγκ Σου κ.ά.   

Περιγραφή   

Η κορεάτικης παραγωγής ταινία ξεκινάει με μία εκδρομή το 1999. Τα 20 μέλη ενός κλαμπ χορού κάνουν reunion 20 χρόνια μετά. Ο κεντρικός ήρωας ξαφνικά ανεβαίνει στη γέφυρα του τρένου και ουρλιάζει, σαν να ουρλιάζει για όλους. Τότε, δυο τρεις με χαλαρότητα τον συμβουλεύουν να κατέβει, ενώ μόνο ένας έχει ανησυχήσει πραγματικά, για να τον πλησιάσει σχεδόν κλαίγοντας. Τον συμπονά και προσπαθεί να τον πείσει να κατέβει. Οι υπόλοιποι συνεχίζουν το χορό με τα μεγάφωνα στη διαπασών και με καραόκε, σαν να μη συμβαίνει τίποτα ή επιδιώκοντας να τον αγνοήσουν. Παραπέμπει σε συμβολισμό ποσοστιαίων κοινωνικών αντιδράσεων. Παρακολουθούμε την πορεία προς το θάνατο ενός ανθρώπου που έχει πάρει απόφαση να αυτοκτονήσει, αλλά θέλει να πάρει μαζί του και κάποιον «από όσους του κατέστρεψαν τη ζωή, για να μην πεθάνει μόνος». Έναν οποιονδήποτε άλλο. Ξεκινάει αγοράζοντας ένα πιστόλι, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει… Από την αρχή, όμως, ο συσχετισμός με το τρένο επανέρχεται ξανά και ξανά, ακόμα και σε λεπτομέρειες ή μικρές συμπτώσεις και περάσματα στην ταινία. Είναι η συμβολική αναβολή, προκειμένου να αρχίσει ένα ταξίδι μνήμης που ξεκινάει με αντίστροφη πορεία προς τα πίσω. Αυτό, παρ’ όλες τις παρακάμψεις στη ζωή των χαρακτήρων, ακολουθεί μία συνεχή και ανελέητη πορεία χωρίς καμία παράκαμψη. Ο ήρωας χρεοκόπησε από κάθε άποψη εξαιτίας ενός χρηματιστή ‒ ο πρώην συνεργάτης του έφυγε με τα λεφτά του. Στη συνέχεια αλυσιδωτά επηρεάστηκε η προσωπική του ζωή. Ο θεατής τον πρωτοσυναντά, λοιπόν, χωρίς σταθερό σημείο αναφοράς. Αναρωτιέται κανείς αν ήταν πάντα έτσι ή αν συνέβη κάτι που τον εξόργισε και βρέθηκε ξαφνικά στο περιθώριο. Ξεδιπλώνεται ο κόσμος ενός ανθρώπου που καταρρέει, με τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες και τις λάθος στροφές που στη ζωή τον αποπροσανατόλισαν. Έτσι κατέληξε στη χρεοκοπία αξιών και συναισθημάτων. Πρόκειται για μία προσωπική διαδρομή στενά συνδεδεμένη με την ιστορία της χώρας του, τις μεταβάσεις, τους ευνουχισμούς και τα κενά της.
     Οι καραμέλες μέντας εμφανίζονται σχεδόν από την αρχή γλυκαίνοντας την προδομένη ελπίδα, ένα ξεχασμένο όνειρο, που αντιστοιχεί πιο πολύ στη λήθη του εαυτού του. Είναι κρατημένες σε ένα βάζο αναλλοίωτες για χρόνια, όσο απείραχτα είναι στο μυαλό του τα όνειρα που δεν κατέφερε ποτέ να ζήσει. Έστελνε μία σε κάθε γράμμα η γυναίκα που αγαπούσε, όσο εκείνος ήταν στο στρατό. Δεν έγινε ποτέ γυναίκα του, ωστόσο, την αρνήθηκε, και έτσι κράτησε αυτές αντί για εκείνη. Την αντικρίζει πλέον στο κρεβάτι της εντατικής σε κόμμα, αφού τον έψαξε ο νυν σύζυγός της, γιατί ήθελε να τον δει ξανά. Δεν την προλαβαίνει, όμως, σε πλήρη συνείδηση, παρότι εκείνο το δάκρυ που κυλά υποδηλώνει πως τον άκουσε. Η σκηνή δεν προδίδει κάτι από την πλοκή της ταινίας όσο σε κάθε στροφή του δρόμου συμβαίνει διαρκώς κάτι καινούριο, ξετυλίγοντας το κουβάρι, ενώ την ίδια στιγμή ο χαρακτήρας μπλέκεται σε έναν αδιέξοδο ιστό καταστάσεων, κυρίως εσωτερικό.
     Πίσω στο 1994 τον βρίσκουμε συγκροτημένο, τότε ακριβώς άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Το 1987 βλέπουμε φοιτητικές διαδηλώσεις εναντίον του καθεστώτος και καταστολή τους. Ήταν αστυνομικός και κυνηγούσε όσους εναντιώνονταν στην εξουσία, αποσπούσε πληροφορίες με βασανιστήρια. Μετά άνοιξε μικρή επιχείρηση. Η ζωή έχει γυρίσματα και συχνά αντικρίζει κανείς κατάματα τις επιλογές, σαν τιμωρία ή σαν λύτρωση, αυτό ο ήρωας το καταλαβαίνει πολύ καλά. Το 1984 έγινε αστυνομικός και μυήθηκε σε μία βάρβαρη διαδικασία, ξένη νωρίτερα στον ίδιο, που σταδιακά διάβρωσε το χαρακτήρα του. Το 1980 ήταν στο στρατό. Βρέθηκε εν μέσω συμπλοκών υπό στρατιωτικό νόμο. Ακόμα νωρίτερα τα χρόνια της πληγωμένης αθωότητας… 
       Πρόκειται για ένα χαρακτήρα που θα μπορούσε να είναι πολλοί μαζί, φέρει μία πληγή η οποία τον αλλάζει λίγο λίγο, τον μεταμορφώνει. Αφήνει πίσω του όσους αγαπά, γιατί θέλει να ξεχάσει, ενώ τελικά δεν ξεχνάει και σταδιακά αυτοκαταστρέφεται. Σταματάει να καταλαβαίνει το περιβάλλον, τις αλλαγές του, χάνει το έρεισμα για την ίδια τη ζωή. 
     Σε αυτού του είδους τον ασιατικό κινηματογράφο, και συγκεκριμένα στον κορεάτικο (βλ. Old boy), όσο τον έχω παρακολουθήσει, μου αρέσει το ξάφνιασμα. Με ξεγελά στο να προβλέψω τη συνέχεια, διατηρεί το ενδιαφέρον μου αμείωτο, προκαλεί τη σκέψη μου, αποκαλύπτοντας νέες πτυχές αφήγησης για πανανθρώπινα συναισθήματα, γεγονότα και καταστάσεις. Ίσως να οφείλεται στη διαφορετική κουλτούρα, αποτελώντας ένα σημείο απόδειξης της αξίας της πολιτισμικής συνάντησης των λαών. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και τεχνικά και αφηγηματικά δεν υπάρχουν αναλογίες με ό,τι θα μπορούσε ίσως κανείς να ονομάσει «γλώσσα του κινηματογράφου».
     Το στήσιμο της πλοκής έλκει τραγωδιακά στοιχεία, κάτι που θα μπορούσε μία τραβηγμένη υπόθεση να το συνδυάσει με την ταραγμένη τους ιστορία. Μου αρέσει, επίσης, η υποκριτική τους δεινότητα, το γεγονός ότι μιλούν ουσιαστικά χωρίς να ενδιαφέρει το τσαλάκωμα και συνήθως χωρίς την υπερβολή ή το πομπώδες που βρίσκουμε ενίοτε σε ταινίες του κινέζικου, για παράδειγμα, κινηματογράφου. Παρότι θεωρώ ενδιαφέροντες όλους τους αρχαιοελληνικούς ρυθμούς, για διαφορετικούς λόγους, ο δωρικός είναι ο αγαπημένος μου, ακριβώς γιατί βρίσκει απέριττα, λιτά, ουσιαστικά αλλά και στιβαρά το στόχο. Το ίδιο νιώθω για τέτοιες ταινίες του κορεάτικου κινηματογράφου. Η ταινία κέρδισε βραβεία και υποψηφιότητες σε διάφορα φεστιβάλ.

Μουσικό βίντεο με σκηνές από την ταινία, που λειτουργούν σαν περίληψη.



Picture
Η επίθεση του γιγαντιαίου μουσακά (1999)

Σκηνοθέτης: Πάνος Κούτρας
Γλώσσα: Ελληνικά
Ηθοποιοί: Γιάννης Αγγελάκης, Θέμις Μπαζάκα, Παρθενόπη Μπουζούρη, Γιώργος Οικονόμου, Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου κ.ά. 

Περιγραφή

Η ταινία αποτελεί παρωδία. Ένα τεράστιο κομμάτι μουσακά, που με εξωγήινη επίδραση πήρε διαστάσεις υπερφυσικές, κινείται αφανίζοντας όποιον βρίσκει στο πέρασμά του. Σατιρίζονται οι πολιτικοί, τα ΜΜΕ, οι ευκατάστατοι πολίτες, οι μη ευκατάστατοι αλλά εφησυχασμένοι που πιστεύουν την τηλεόραση, και η λαιμαργία προβάλλεται σε κάθε της διάσταση. Ο μουσακάς είναι ένα εξωγενές «κακό» που προκαλεί τρόμο και πανικό. Από αυτό άλλοι επωφελούνται ή προσπαθούν να επωφεληθούν, επιδεινώνοντας τελικά την κατάσταση, και άλλοι καταλήγουν θύματα και παράπλευρη απώλεια. Προβάλλεται ο φόβος του αγνώστου που μπορεί να κατοικοεδρεύει γύρω μας, μέσα μας και, αντί να αντιμετωπιστεί με κάποιον τρόπο, οδηγεί σε θεωρίες συνωμοσίας και αλληλοεξόντωση με ή χωρίς πρόθεση.

Η φράση «Μη σβήνεται τους δέκτες σας» μένει ως εφιαλτικός αντίλαλος στ’ αυτιά.


Picture
Peppermint (1999)

Σκηνοθέτης: Κώστας Καπάκας
Γλώσσα: Ελληνικά
Ηθοποιοί: Γιώργος Χωραφάς, Γιώργος Γεροντιδάκης, Άννυ Λούλου, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Μαρκέλλα Παππά κ.ά.

Περιγραφή

Η ιστορία αρχίζει όταν ο μικρός Στέφανος επινοεί έναν τρόπο για να βγάλει το πρώτο του δόντι.
     «Πάρε κουρούνα κόκαλο και φέρε δαχτυλίδι, 
      να το φορώ και να γενώ μεγάλος και τρανός».
     Τελικά το πήρε ο ίδιος το δαχτυλίδι την ίδια μέρα που γνώρισε και την πρώτη του ξαδέλφη. Ένα βλέμμα, πολλά φιλιά, ένα τεράστιο χαμόγελο με το χαρακτηριστικό κενό δοντιού που λείπει, και ένας έρωτας αρχίζει. Πολλές εικόνες με άρωμα παλιό, μοδίστρες στο σπίτι, ιστορίες σε συνέχειες στο ραδιόφωνο, καλπάζουσα φαντασία παιδιών που πυροδοτείται από κλειδωμένα δωμάτια-άδυτα, το νέο ψυγείο, εξερευνήσεις, παιδική αθωότητα και η σχέση αγάπης στα χρόνια αναπτύσσεται. Σε μερικές σκηνές περνάει μία πλευρά του κλίματος κυρίως της προδικτατορικής Ελλάδας με τις αντιθέσεις, τη σύγχυση και την κοινωνική υποκρισία.
     Ο Στέφανος είναι ένα παιδί που θέλει να πετάξει. Και το καταφέρνει νοητά, καθώς αντί για πιλότος γίνεται αεροναυπηγός. Το λικέρ μέντας όταν ήταν μικροί τούς ζάλισε. Έτσι συμβαίνει με τις μεγάλες ποσότητες σε μικρή ηλικία. Εξισορροπώντας όμως την ποσότητα και πίνοντάς το γουλιά γουλιά μπορεί και να δώσει την πολυπόθητη ώθηση για ένα σωστό πέταγμα. Γιατί το λικέρ μέντας δροσίσει αλλά καίει λίγο… Αυτό αφορά τη στροφή που, έστω και αργότερα, πάντα μπορεί κανείς να πάρει.
      Πολλές ατάκες μπορώ να θυμηθώ, αλλά θα κρατήσω δύο, γιατί χρειάζονται για υπενθύμιση.
      «Όλα νάιλον θα γίνουν. Ακόμα και τα φαγητά!»
      «Ποτέ πια Κατοχή!»

Η Ταινία το 1999, μεταξύ άλλων βραβείων στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο Καλύτερης ταινίας και το Βραβείο Καλύτερου Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη.


Βιβλία

Και εφόσον οι ταινίες κλείνουν με το «Peppermint», τα βιβλία θα αρχίσουν με συνταγές για λικέρ, γλυκά του κουταλιού, μαρμελάδες κ.ά., που είναι ό,τι πρέπει για το άνοιγμα και το κλείσιμο ενός γεύματος. Άλλωστε σε κάθε μέρος της Ελλάδας φτιάχνουν κεράσματα αξιοποιώντας τα προϊόντα που παράγει ο κάθε τόπος και, όπως κερνάμε έναν επισκέπτη, έτσι σας κερνάω με τη σειρά μου, προετοιμάζοντάς σας για ένα ταξίδι στις ελληνικές γεύσεις. Από όλα τα βιβλία και τους τόπους επέλεξα ενδεικτικά κάποια, γιατί στα πραγματικά μου ταξίδια σε πολλά μέρη βρήκα βιβλία συνταγών τοπικών εκδόσεων, που δεν εντοπίζονται ευρύτερα στο εμπόριο. Έτσι, κάποια, όπως με συνταγές της Σίφνου, της Σύρου ή της Χίου, για παράδειγμα, αδυνατώ να τα συμπεριλάβω.
     Αφορμή αυτού του περιορισμού να αναφερθώ σε ένα βιβλίο με συνταγές για πίτες του Νομού Ιωαννίνων, επενδυμένες με ιστορίες για την περιοχή, την εποχή, τα προϊόντα, τον τρόπο παρασκευής των πιάτων κτλ. Υπήρξε μία αξιόλογη δουλειά των μαθητών κάποιου Γυμνασίου, όπου καλύψαμε ένα χριστουγεννιάτικο θέμα το 2001-2002 για το ΗΡΤ με το Λεωνίδα Θεοδωρίδη και πήραμε τη χαρά αυτού του δώρου επί τη ευκαιρία. Το βιβλίο είχε εκδοθεί στο πλαίσιο του «Προγράμματος Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης». Όλα τα παιδιά συγκέντρωσαν πληροφορία από τα χωριά τους και τις γιαγιάδες τους, συμπεριλαμβάνοντάς τα εκεί ‒ εκδόθηκε για τη σχολική χρονιά 2000-2001. Ο λόγος αυτής της επισήμανσης αφορά τον ευσεβή μου πόθο για αξιοποίηση του ψυχοπνευματικού και σωματικού μόχθου γενικότερα σε βάθος χρόνου. Σε πολλά βιβλία ανακόπτεται η πορεία ή παραμένουν πάντα στην αφάνεια και οι αιτίες απέχουν από την αξιολόγηση του περιεχομένου σε καλό ή κακό. Ενίοτε αυτό δεν αποτελεί καν το ζητούμενο. Μία μικρή παρένθεση αυτή, σαν ευχή, για να βρίσκουν τα βιβλία μονοπάτι προς το ευρύτερο κοινό, ακόμα κι αν ξεκινούν ως άσκηση. Μπορεί να αξίζει κάτι να διαβαστεί, για να νοηματοδοτήσει και άλλων την πορεία ή να την εμπλουτίσει με ιδέες.
     Και πριν ξελιγωθείτε από την πείνα με όσα δε θα δείτε ή πριν αρχίσετε να φουντώνετε με την αναμονή, να σας πληροφορήσω πως θα καλύψω το κενό με πίτες από τη Μακεδονία και με συνταγές και έθιμα από την Ήπειρο γενικότερα. Θα πάρουμε λίγο πολύ μία γεύση από τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, χωρίς να επικεντρωθούμε τόσο στην αστική κουζίνα των μεγάλων πόλεων. Θα μιλήσουμε, όμως, για την πολίτικη κουζίνα που αποτέλεσε μεγάλη επιρροή μετά το 1922, φτάνοντας και στην Αρχαιότητα ακόμα, μέσα από κείμενα-πηγές. Όλα αυτά ακολουθώντας τη χρονολογική σειρά έκδοσης μετά τη μικρή παρασπονδία των κερασμάτων. Καλή όρεξη σας εύχομαι, λοιπόν, εννοώντας καλό διάβασμα…

Picture
Τα κεράσματα της γιαγιάς (2007)

Συγγραφέας: Αργυρώ Σαουλίδου
Εκδόσεις: Ψύχαλος
Έτος: 2007

Περιγραφή

Πρόκειται για ένα κατατοπιστικό και περιεκτικό βιβλίο για λικέρ, μαρμελάδες, γλυκά του κουταλιού, αναψυκτικά σπιτικά και ό,τι θα μπορούσε με αγνά υλικά να αποτελέσει κέρασμα. Παρέχει πληροφορίες για την ιστορία αυτών των κερασμάτων καθώς και μυστικά για να ολοκληρωθούν με επιτυχία οι συνταγές. Απ’ έξω μοιάζει με τετράδιο, σαν εκείνο στο οποίο θα σημείωνε η αγαπημένη μας γιαγιά τις συνταγές της, ενώ μέσα στις σελίδες αντί για γραμμές τετραδίου υπάρχουν μοτίβα, σαν από κεντητό δισκόπανο, όπως θα σερβίρονταν στο δίσκο τα κεράσματα από τις νοικοκυρές παλιότερα. Αν, λοιπόν, είστε λάτρεις της παράδοσης και επιθυμείτε να φτιάξετε με τα χεράκια σας πιο αθώα γλυκοκεράσματα κάθε τύπου με καλά υλικά, όπου τα φρούτα έχουν την τιμητική τους, προκειμένου να εκπλήξετε τους καλεσμένους σας, θα βρείτε πολλές ιδέες συγκεντρωμένες σε αυτό το τετράδιο της γιαγιάς.


Picture
Η κουζίνα της Κιμώλου (2001)

Συγγραφέας: Φιλένα Βενάρδου
Εκδόσεις: Στάχυ
Έτος: 2001

Περιγραφή

Αυτό είναι άλλο ένα βιβλίο που γράφτηκε αφορμή του «Προγράμματος Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης» το 2007 καταρχήν και έγινε βιβλίο στη συνέχεια. Περιέχει παραδοσιακές συνταγές της Κιμώλου που συγκεντρώθηκαν με τη βοήθεια μαθητών του Γυμνασίου-Λυκείου Κιμώλου και με τη συνδρομή της υπεύθυνης καθηγήτριας Φιλένας Βενάρδου, στο πλαίσιο μίας προσπάθειας να καταγραφούν, για να διασωθούν, όσες παραδοσιακές συνταγές περνούν από γενιά σε γενιά. Είναι λιτό, απέριττο και με νόστιμες εκπλήξεις, όπως η ίδια η Κίμωλος. Βρίσκει κανείς συνταγές για κρέας, ψάρι και θαλασσινά, πίτες, όσπρια, γλυκά και απλή κουζίνα με τα υλικά του τόπου, που την κάνουν ακόμα πιο λαχταριστή. Από τις αγαπημένες συνταγές με άρωμα παιδικής ηλικίας τα μπαρμπούνια σαβόρε, υπάρχει επιπλέον η ενδιαφέρουσα εκδοχή της αθερινόπιτας με αλεύρι και μπόλικο κρεμμύδι, που σε άλλα νησιά γίνεται συνήθως με μαρίδα, όπως ακόμα και συνταγές για σπιτικό πελτέ με παραλλαγές, μακαρόνια σπιτικά, ενώ γενικότερα επικρατεί η δημιουργική επινοητικότητα, η οποία με λίγα υλικά οδηγεί σε μικρά και μεγάλα θαύματα.
     Οι ονομασίες των πιάτων ταξιδεύουν με την ίδια ή με λίγο παραλλαγμένη μορφή για το τι αντιπροσωπεύουν από τόπο σε τόπο, κάτι συχνό στην ιστορία της γαστρονομίας, καθώς εμπλουτίζονται με νέα στοιχεία. Εδώ οι κολοκυθένιες ονομάζονται και φλαούνες, όπως λένε φλαούνα ένα είδος τυρόπιτας στην Κύπρο. Η τυρόπιτα, όμως, είναι τυρένια, η ελιόπιτα ελένια και η «φτωχή πίτσα» λαδένια, με ντομάτες και κρεμμύδια. Η λαδένια μου, πάντως, ένα από τα must εδέσματα του νησιού, τιμήθηκε δεόντως από τους συνδαιτυμόνες!

Picture
Picture


Picture
Πολίτικη Κουζίνα (2003)

Συγγραφέας: Σούλα Μπόζη
Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα
Έτος: 2009

Περιγραφή

Το βιβλίο είναι πολύ πλούσιο σε πληροφορία και αφορά όσους υποκινούνται από το πάθος της γνώσης που ξυπνά την περιέργεια. Δεν πρόκειται για ένα απλό βιβλίο συνταγών. Τα δύο τρίτα του είναι κομμάτια ιστορίας για την ανάπτυξη και εξέλιξη της πολίτικης κουζίνας, του εμπορίου, των υλικών και όλων των παραμέτρων που την επηρέασαν, όπως ήταν η συνύπαρξη τόσων εθνοτήτων στην ίδια πόλη. Επομένως η συνάντηση και το πάντρεμα των υλικών είναι στενά συνδεδεμένα με το σύνθετο πλέγμα ανθρώπινων δικτύων που χαρακτήριζαν την Πόλη. Η κουζίνα, αν θυμηθούμε λίγο τη Λωξάνδρα της Μαρίας Ιορδανίδου, υπήρξε ένα γυναικείο άδυτο λίγο πολύ, γιατί ήταν ένας τόπος όπου οι γυναίκες διεύρυναν τις δεξιότητές τους, εφόσον η όποια άλλη επαγγελματική δραστηριοποίηση ήταν σχεδόν απαγορευμένη, εκτός εξαιρέσεων, έως και τη δεκαετία του ’60[1]. Αλλά στην «Οικοκυρική Σχολή» όσες μπορούσαν και ενδιαφέρονταν αποκτούσαν τις προϋποθέσεις για να μεγαλουργήσουν. Η λεπτομερής έρευνα της συγγραφέα, εμπλουτισμένη με πολλές φωτογραφίες, που αποτελούν έναν κόσμο μόνες τους, με γκραβούρες και πίνακες από το 16ο αιώνα έως περίπου τη δεκαετία του ’70, διαβάζεται ευχάριστα, σχεδόν σαν μυθιστόρημα, ζωντανεύοντας παραστατικά αιώνες ιστορίας. Σε αυτή την πλούσια ερεθισμάτων περιήγηση συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι εποχικές δραστηριότητες, τα έθιμα, οι εορταστικές περίοδοι, η σπιτική κουζίνα και οι καθημερινές συνήθειες, οι πρώτες ύλες, οι αγορές, οι συντεχνίες, οι πλανόδιοι πωλητές και τα γνωστά στέκια της Πόλης. Καταλήγοντας στην παλατιανή κουζίνα μέσα από αφηγήσεις ταξιδιωτών και τέλος σε ό,τι αφορά τον καφέ, από τον πρώτο εντοπισμό του «στις πηγές το 12ο αιώνα στην Αιθιοπία, στην Αραβική Χερσόνησο, στην Αίγυπτο και στην Συρία»[2] έως την ιεροτελεστία σερβιρίσματός του.
     Στο τελευταίο ένα τρίτο περίπου του βιβλίου ακολουθούν οι συνταγές, παρμένες από νοικοκυρές, εστιατόρια της Πόλης και άλλες πηγές. Ταξινομούνται σε μεζέδες, λαδερά, ψάρια, κρέατα, ρύζια, πίτες, σούπες, γλυκά και σπιτικά παρασκευάσματα κυρίως με τουρσιά και παστά. Διάσπαρτα βρίσκει όμως κανείς και μία ποικιλία διαφορετικών γευστικών εμπνεύσεων στο πνεύμα της πολίτικης πολυπολιτισμικότητας, όπως το συκωτάκι ηπειρώτικο ή τη σκορδαλιά με φιστικιά Αιγίνης, ιδέα της συγγραφέα, αφορμή της πολίτικης σκορδαλιάς με αμύγδαλα, κουκουνάρια ή καρύδια. Συμπεριλαμβάνονται γνωστές συνταγές, που λιγότερο ή περισσότερο έφτασαν και σε εμάς, όπως το αρνί καπαμά (το αντίστοιχο με το ελληνικό φρικασέ), οι μελιτζάνες ιμάμ, οι ψευτοκεφτέδες κάθε είδους (χωρίς κρέας), οι αμπελοντολμάδες και τα λοιπά.
     Σε ορισμένες συνταγές οι ονομασίες είναι παλιότερες και έχουν πλέον επικρατήσει άλλες, όπως για το σφουγγάτο, για παράδειγμα, την ομελέτα. Ο Ηλίας Πετρόπουλος μας πληροφορεί πως «ο λαός είχε για την ομελέτα τις ονομασίες σφουγγάτο/ καγιανιάς ή καϊγανάς/ φούστορο ή φούστρο […] Το νεοελληνικό ομελέτα δεν μπορεί να κατάγεται από το ιταλικό omeletta, που λανσαρίστηκε μετά το 1940. […] Όλα φαίνεται να άρχισαν από το λατινικό lamella (υποκοριστικό του lama ‒ λάμα, λαμίτσα) […] Λένε ότι η ομελέτα ονομάστηκε έτσι γιατί ήταν τόσο λεπτή που έμοιαζε με λάμα ή ότι την έψηναν πάνω σε μία μικρή λαμαρίνα κτλ. Με την ίδια λογική πλάστηκε και η λέξη σφουγγάτο, επειδή η ομελέτα μοιάζει με σφουγγάρι. Η λέξη καγιανάς είναι τουρκικής προελεύσεως. Αγνοώ την ετυμολογία της λέξης φούστορο αλλά φαντάζομαι πως είναι ιταλικής αρχής. […] Την λέξη σφουγγάτο την χρησιμοποιούσανε σχεδόν σ’ όλη την χώρα»[3]. Επίσης βρίσκουμε συνταγές με διαφορετική συνήθη ονομασία αλλά ανάλογη παρασκευή όπως το σαλάμι, το μωσαϊκό ή κορμός με σοκολάτα, μπισκότα κτλ. Βουτώντας, ενδεχομένως ο αναγνώστης να επαναφέρει και μνήμες είτε έχει είτε δεν έχει καταγωγή από την Πόλη. Σε μένα τα μύδια σαλμά ‒προαιρετικά κοκκινιστά, με κρεμμύδια και αρωματισμένα με μπαχαρικά‒ θύμισαν μία συμμαθήτριά μου πολίτικης καταγωγής που τα μνημόνευε πολλάκις, με αποτέλεσμα να μου φαντάζουν ως έδεσμα μυθικό. Το όνειρο γίνεται επιτέλους πραγματικότητα… Στα γλυκά, τέλος, θα βρει πεδίο δράσης ο λάτρης του είδους, ξεκινώντας από τα κεράσματα και φτάνοντας στο ταούκ γκιογκσού (η γεύση του μοιάζει με του ρυζόγαλου και φτιάχνεται με ψιλολιανισμένο στήθος κοτόπουλου) στο εκμέκ, τα τρίγωνα, την μπουγάτσα, τον ασουρέ και πολλές άλλες πολίτικες γλυκολιχουδιές.
     Έχοντας φάει τον πιο ελαφρύ και γευστικό αφράτο σιμιγδαλένιο χαλβά από πλανόδιο πωλητή στην ανοιχτή αγορά της Πόλης, κρατάω μία φράση που εξυμνεί την ουσία και την απλότητα με προφανή αντοχή στο χρόνο:
     Στην πολίτικη κουζίνα «Η γεύση προηγείται της εμφάνισης. Η Εμφάνιση είναι επιμελημένη αλλά όχι εξεζητημένη»[4].
     Η συγγραφέας πρόσφερε τα φώτα της στην ταινία του Τάσου Μπουλμέτη «Πολίτικη Κουζίνα», οπότε όποιος έχει δει την ταινία και αναρωτιέται πώς φτιάχνονταν τα καλούδια των γευμάτων και τι ήταν αυτά, θα πάρει μία καλή ιδέα ξεφυλλίζοντας αυτές τις σελίδες.

Το βιβλίο έχει κυκλοφορήσει και μεταφρασμένο στην τούρκικη γλώσσα το 2000.
_____
[1] Σούλα Μπόζη, Πολίτικη Κουζίνα, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2009, σελ. 17.
[2] Σούλα Μπόζη, Πολίτικη Κουζίνα, ό.π., σελ. 185.
[3] Ηλίας Πετρόπουλος, Η Εθνική Φασουλάδα, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 1993, σελ. 66-67.
[4] Σούλα Μπόζη, Πολίτικη Κουζίνα, ό.π., σελ. 16.



Picture
Η τέχνη της πίτας (2007)

Συγγραφέας: Σούλα Γηραλέα
Εκδόσεις: Πατάκη
Έτος: 2011

Περιγραφή

Το βιβλίο, η νέα βελτιωμένη του έκδοση, περιέχει συνταγές για πίτες αλμυρές και γλυκές και ζύμωμα φύλλου κάθε είδους, προερχόμενες από τη Δ. Μακεδονία. Οι φωτογραφίες, τα σχέδια και η λεπτομερής περιγραφή παρασκευής του φύλλου βοηθούν όποιον δεν είναι εξοικειωμένος με το άνοιγμα, την κατάλληλη προετοιμασία και το ψήσιμο. Οι συνταγές προκύπτουν από το εμπειρικό σεντούκι νοικοκυρών ή βασίζονται σε παραδοσιακές συνταγές της περιοχής. Οι φωτογραφίες και οι αφηγήσεις κατατοπίζουν τον αναγνώστη για τους τόπους προέλευσής τους, παρέχοντας στοιχεία για την ιστορία τους. Ο ενδιαφερόμενος βρίσκει τα μυστικά για μία επιτυχημένη πίτα ακόμα και για τις θερμίδες που αντιστοιχούν στις πολύφυλλες πίτες που αλείφονται με λάδι. Τέλος, στο «Παράρτημα» βρίσκουμε πληροφορίες για το αλεύρι και τη σωστή σε κάθε περίπτωση επιλογή του, παροιμίες της Κοζάνης με αναφορές στην πίτα, ευρετήριο συνταγών, πηγές φωτογραφιών και άλλα.

Στη συγγραφέα χορηγήθηκε Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας για το «πολύφυλλο» από τον «Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας» και το βιβλίο τιμήθηκε με βραβεία σε διαγωνισμούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.


Picture
Λευκαδίτικα μαγειρέματα (2008)
Γεύσεις, αφηγήσεις και έθιμα στον κύκλο του χρόνου

Συγγραφέας: Εύη Λ. Βουτσινά
Εκδόσεις: Fagotto books
Έτος: 2008

Στο προηγούμενο τεύχος της τρελής piñata, στο Μέρος Α’ των προτάσεων «σαν μπουκιές γαστριμαργικής εμπειρίας!» υπήρχε μία άλλη αντιπρόσωπος των Επτανήσων, η Κέρκυρα, με τις Γυναίκες από Ζάχαρη. Εδώ βρίσκουμε τη Λευκάδα. Αυτό το βιβλίο μού αρέσει πολύ, γιατί είναι από όσα δεν παραθέτουν απλώς συνταγές. Είναι γραμμένο με ευαισθησία και βασίζεται σε έρευνα της Λευκαδίτισσας Εύης Λ. Βουτσινά. Η Εύη Βουτσινά έχει πραγματοποιήσει ανάλογες έρευνες και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας με στόχο να αναδείξει τη μαγειρική του αγροτικού χώρου, που προσανατολίζεται ανά εποχή ανάλογα με τα εκάστοτε τοπικά προϊόντα. Και όπως γράφει η ίδια στον πρόλογο:
     «Ξεκίνησα αυτή την εργασία από την επιθυμία να γνωρίσω τις μαγειρικές μου καταβολές και να πάψω να παραπαίω σε αλλότρια χωράφια. Όχι επειδή υποτιμώ τη μαγειρική (και όχι μόνο) παράδοση άλλων χωρών, αλλά επειδή, για να υπάρξει κανείς δημιουργικά, είναι απαραίτητο να γνωρίζει την ταυτότητά του.  Μόνο έτσι μπορεί να αποφύγει την παγκοσμιο-πολτοποίηση και να συμβάλει με τα δικά του πολιτισμικά στοιχεία στην πολυχρωμία του παγκόσμιου χωριού, που έχει πια γίνει ο κόσμος μας. Δε θέλω να γυρίσω πίσω. Ξέρω όμως ότι κλαδί χωρίς ρίζα δε μεγαλώνει, ξεραίνεται. Αυτή τη ρίζα θέλω να γνωρίσω και να συμβάλω στην καινούρια ανθοφορία της»[1].
    Πιο πολύ από βιβλίο συνταγών αποτελεί ένα ταξίδι, μέσα από πολλά μικρά «διηγήματα» ‒ συνταγές, καθώς διαβάζοντάς το παρεμβάλλονται μικρές αφηγήσεις, όχι μόνο σε σχέση με την εκτέλεσή τους αλλά με τα ήθη, τα έθιμα, την καθημερινότητα και την ιστορία του νησιού μέσα από μαρτυρίες κατοίκων, στις οποίες διατηρείται το γλωσσικό ιδίωμα. Στο τέλος του βιβλίου παρατίθεται κατάλογος με όλα τα ονόματα όσων συμμετείχαν σε αυτή την έρευνα.
_____
[1] Εύη Λ. Βουτσινά, Λευκαδίτικα μαγειρέματα, Fagotto books, Αθήνα, 2008, σελ. 8.



Picture
Κρητική Κουζίνα (2008)

Συγγραφέας: Σοφία Κατσανεβάκη
Εκδόσεις: Icons
Έτος: 2008

Περιγραφή

Η σοφή κρητική κουζίνα,  πυρήνας της μεσογειακής διατροφής, ξετυλίγεται στις σελίδες του βιβλίου. Το υλικό είναι ταξινομημένο σε Καλτσούνια ‒ Πίτες, Χόρτα ‒ Λαδερά ‒ Διάφορα (π.χ., αμανίτες, τα μανιτάρια και χοχλιοί, τα σαλιγκάρια, αυγά, πατάτες και σούπες), Θαλασσινά, Κρέας, Επιδόρπια ‒ Γλυκά. Ξεκινάει με μία εισαγωγή για την ιστορία της γαστρονομίας της περιοχής και για τα διάφορα προϊόντα, τα αρωματικά φυτά, τα κρασιά, τα τυριά, τις ελιές, τα παξιμάδια κτλ., και στη συνέχισα παρατίθενται οι συνταγές. Στο πρώτο κεφάλαιο, το ζυμάρι με ½ ποτηράκι του καφέ τσικουδιά για καλιτσούνια και πίτες, που το έχω ανοίξει, θα σας βγάλει ασπροπρόσωπους και φτουράει για πολλά κομμάτια. Ακολουθεί μία ποικιλία συνταγών για πιταράκια, σφακιανές πίτες, μαραθόπιτα κτλ. Τα πιάτα είναι από τα πιο γνωστά και αγαπημένα της κρητικής κουζίνας: χανιώτικο μπουρέκι, κουκιά τριφτά (θριφτά), τσιγαριαστά χόρτα, βολβιοί ή βροβιοί ξιδάτοι, αγκινάρες με κουκιά, ντολμαδάκια με κληματόφυλλα (βγαίνουν εξαιρετικά νόστιμα), αμανίτες με ρίγανη και λεμόνι, χοχλιοί μπουμπουριστοί, χοχλιοί στιφάδο, αυγά μάτια με στάκα, πατάτες οφτές, αχινοσαλάτα, χταπόδι πιλάφι, σουπιές με μάραθο και ελιές πράσινες (τσακιστές) κ.ά.


Picture
Ξερολιθιές της γεύσης (2009)

Συγγραφέας: Δημήτρης Ευαγ. Παπαδόπουλος
Εκδόσεις: Ίνδικτος
Έτος: 2009

Περιγραφή

Το βιβλίο μάς παραδίδει συνταγές από τη Νάξο σε συνδυασμό με τα ήθη, τα έθιμα με τα οποία συνδέονται, και με τις εποχικές συνήθειες και δραστηριότητες της περιοχής. Η Νάξος είναι ένα νησί που παράγει διάφορα προϊόντα, όπως την περίφημη πατάτα Νάξου, το κίτρο, τα τυριά κ.ά., διαθέτοντας έτσι ποικιλία υλικών, που ευνοούν την ύπαρξη μιας αξιόλογης τοπικής κουζίνας. Κάποια χαρακτηριστικά πιάτα και γλυκά είναι ο καλόγηρος (Γίνεται με κομμάτια κοκκινιστού μοσχαριού σερβιρισμένα σε μία φέτα τηγανητής μελιτζάνας, με ξινομυζήθρα, μία φέτα ντομάτας και ψημένα στο φούρνο να λιώσει η πασπαλισμένη με κανέλα γραβιέρα Νάξου με την οποία στεφανώνονται. «Πήρε το όνομά του από το μαύρο της μελιτζάνας και το καπελάκι που σχηματίζει το τυρί από πάνω»[1]. Είναι εύκολο και νόστιμο πιάτο, δοκιμάστε να το φτιάξετε και εσείς!), το σαλατούρι (σαλάτα από σελάχι), οι γούνες λιόκαφτες, τα λουκάνικα, το παστό χοιρινό, οι αμαθιές (έντερα γεμιστά με χορταρικά), το γλυνερό (κομματάκια χοιρινού μαγειρεμένο στο λίπος του από την περιοχή της κοιλιάς που συντηρείται σε βάζα), τα κάρφα (ομελέτα με κάρφα, είδος χόρτων), η κολοκυθοπαστίτσα (είδος ασκέπαστης πίτας στο τηγάνι με γλυκό κολοκύθι, αλεύρι, κρεμμύδια, και καυτερές πιπεριές), οι λουκουμάδες με κίτρο Νάξου και τα Παπιλώνια (γλυκό του κουταλιού με γλυκό από διασταύρωση περγαμόντου με νεράντζι). Αυτά και πολλά άλλα μπορεί να απολαύσει ο μύστης του νησιού και όποιος άλλος διατίθεται να βουτήξει στη γευστική πανδαισία που προσφέρουν οι σελίδες του βιβλίου και οι δελεαστικές του φωτογραφίες.
_____
[1] Δημήτρης Ευαγ. Παπαδόπουλος, Ξερολιθιές της Γεύσης, Παράδοση και Γαστρονομία της Νάξου, Πρόλογος Ηλία Μαμαλάκη, Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα, 2009, σελ. 192.



Picture
Ελληνική Κουζίνα (2009)

Συγγραφέας: Χριστόφορος Πέσκιας
Εκδόσεις: Η Καθημερινή
Έτος: 2009

Περιγραφή

Ο Χριστόφορος Πέσκιας σε αυτό το τεύχος της σειράς «Βιβλιοθήκη Γεύσης» προτείνει συνταγές με υλικά που εντοπίζονται στην ελληνική και κυπριακή κουζίνα παίζοντας μαζί τους δημιουργικά. Συμπεριλαμβάνονται συνταγές για πίτες και τάρτες, σαλάτες και λαχανικά, σούπες, ρύζι, όσπρια και ζυμαρικά, κρέας και αλλαντικά, ψάρια, θαλασσινά και γλυκά. Ενδεικτικά αναφέρω: κυπριακές φλαούνες (με συνταγή για τη ζύμη, στη γέμιση χαλούμι, λαδοτύρι Μυτιλήνης, δυόσμο, σταφίδες κ.ά.), τάρτα με πράσα και κοπανιστή Μυκόνου, κυπριακή κολοκυθόπιτα με πλιγούρι, μελιτζάνες ιμάμ με παγωτό φέτας, ντάκος στραπατσάδα, σούπα τραχανά με μαστίχα, μακαρόνια με λιαστές ντομάτες και παλαιωμένο ανθότυρο, φρυγανισμένο ψωμί με λούντζα (αλλαντικό κυκλαδίτικο κυρίως, διαθέσιμο σε ενημερωμένα παντοπωλεία κα σουπερμάρκετ) και κρέμα από μανούρι, συμιακό γαριδάκι (μόνο το καλοκαίρι) τηγανητό με μαγιονέζα με σκόρδο και σαφράν (κρόκος Κοζάνης), μους χαλβά με «μπισκότο» σουσαμιού, cheesecake με κρητική μυζήθρα κ.ά. Το τεύχος ξεκινάει με κάποιες χρήσιμες συμβουλές και ολοκληρώνεται με το «Παράρτημα», όπου θα βρείτε συνταγές για ζωμούς.
      Ενδεχομένως οι πιο πολλές να μην είναι συνταγές για κάθε μέρα, είναι, όμως, λειτουργικές για όλες τις εποχές του χρόνου και μπορούν να αποτελέσουν μία καλή λύση σε μία ξεχωριστή περίπτωση που θα θέλουμε να πειραματιστούμε, ανανεώνοντας και εμπλουτίζοντας τον εμπειρικό μας καμβά και αφήνοντας τη φαντασία μας να ταξιδέψει. Έπειτα, μπορούν να γίνουν αφορμή νέων ιδεών. Όπως τα γράμματα της αλφαβήτα φαίνονται λίγα αριθμητικά σε σχέση με τους άπειρους συνδυασμούς από τους οποίους προκύπτουν αμέτρητες λέξεις, ενώ διαρκώς γεννιούνται νέες, έτσι συμβαίνει και με τα υλικά. Η γευστική γκάμα εν δυνάμει και εν κινήσει μονίμως διευρύνεται με απλά, σύντομα ή και πολύ μακρινά ταξίδια, χωρίς να είναι κατ’ ανάγκη πολύπλοκα. Καλά δημιουργικά ταξίδια, λοιπόν!


Picture
Στην κουζίνα των Κενταύρων (2011)

Συγγραφέας: Έννη Λεβέντη, Αγγέλα Γανωτή
Εκδόσεις: Εταιρεία «Metaphrasis»
Έτος: 2011

Περιγραφή

Το βιβλίο προτείνει 80 συνταγές της πηλιορείτικης παραδοσιακής κουζίνας σε τρεις γλώσσες, ελληνικά, αγγλικά και γερμανικά. Οι συνταγές προέρχονται από κατοίκους της περιοχής, ενώ οι σελίδες εμπλουτίζονται με τις φωτογραφίες τους, με πιάτα και με τοπία. Επίσης υπάρχουν γνωμικά, συμβουλές περιήγησης για τους επίδοξους ταξιδευτές, περιγραφές των υλικών και των τοπικών προϊόντων. Οι συνταγές διαμορφώνουν έναν άτυπο χάρτη με τους τόπους και τα χωριά που αναφέρονται.
     Ενδεικτικά παραθέτω: τραχανάς με λουκάνικο (Σταγιάτες), πρασόπιτα στριφτή (κρουστάρια, Μακρινίτσα), βετούλι κοκκινιστό (κατσικάκι με χυλοπίτες ή πατάτες τηγανητές, Μακρινίτσα), χοιρινό με κυδώνια (Άλλη Μεριά), κουνέλι στιφάδο (Ζαγορά), γαρδουμπάκια (Άνω Βόλος), τηγανόκλουρες (Λαύκο), κακαβιά (Τρίκερι), καραβιδομακαρονάδα (Τρίκερι), μπακαλιάρος με άγρια χόρτα (Άφισσος), διάφορα ζυμαρικά, χόρτα, πίτες κ.ά.
      Το Πήλιο αποτελεί έναν προορισμό για όλες τις εποχές του χρόνου. Είναι ονομαστό, πέραν της ομορφιάς του, της αρχιτεκτονικής κτλ., και για την τοπική κουζίνα. Επομένως για όποιον επιθυμεί να το επισκεφτεί και θέλει να ξέρει τι να περιμένει ή τι να ψάξει να βρει ή για όποιον έχει ήδη επισκεφτεί το μέρος και επιθυμεί να επαναλάβει το ταξίδι μέσω μίας γευστικής διαδρομής, αυτό το βιβλίο προσφέρει τη δυνατότητα.

* Για την ιστορία, το χωριό Τρίκερι, όπως μας πληροφορεί η Κουζίνα των Κενταύρων, ιδρύθηκε όταν οι κάτοικοι έφυγαν από το νησάκι Τρίκερι, που βρίσκεται  στον Παγασητικό κόλπο, γιατί υπέφεραν από τις επιθέσεις Πειρατών. Έτσι πέρασαν απέναντι προς εύρεση καλύτερης τύχης[1]. Το νησάκι Τρίκερι αργότερα επί Εμφυλίου και μετεμφυλιακά υπήρξε στρατόπεδο πειθαρχημένης διαβίωσης γυναικών στο χώρο της Μονής του νησιού. Το 1947 ήταν τόπος εξορίας αντρών και γυναικών, ενώ από το 1948 υπήρχαν μόνο γυναίκες και παιδιά[2]. Έως το 1953 που άδειασε και μεταφέρθηκαν οι τελευταίες εξόριστες γυναίκες στον Αϊ-Στράτη[3]. Σήμερα αποτελεί πόλο έλξης για ήρεμες διακοπές, αλλά την ίδια στιγμή αποτελεί και έναν τόπο μνήμης για όσους ενδιαφέρονται για αυτά τα κομμάτια της σύγχρονης ιστορίας. Έτσι μπορεί να γίνει μία αφορμή επίσκεψης με στόχο τη διατήρηση της μνήμης για την αποφυγή επανάληψης τέτοιων φαινομένων.
_____
[1] Έννη Λεβέντη, Αγγέλα Γανωτή, Στην κουζίνα των Κενταύρων, Εκδόσεις Εταιρεία «Metaphrasis», 2011, σελ. 176.
[2] Πολυμέρης Βόγλης, Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας, Οι πολιτικοί κρατούμενοι στον εμφύλιο, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2004, σελ. 165.
[3] Βασίλης Θ. Λασκαρίδης, Από τον Δεκέμβρη στον Εμφύλίο και 134 μήνες εξορία, Εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2006, σελ. 146.



Picture
Εδεσματολόγιον (2011)
Ιωαννίνων, Άρτας, Πρέβεζας, Θεσπρωτίας

Συγγραφέας: Σαραντοπούλου Νάντια και Γιάννης Σαραντόπουλος
Εκδόσεις: Σαββάλας
Έτος: 2011

Περιγραφή

Αυτό το βιβλίο, που είναι χορταστικά μεγάλο, αποτελεί είδος τόμου μίας σειράς με πιάτα από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Στις σελίδες του, όπου παρεμβάλλονται οι συνταγές, υπάρχουν αφηγήσεις για την ιστορία της περιοχής,  επενδυμένες εικονογραφικά με σκίτσα, γκραβούρες, σχέδια από παλιά βιβλία, παλιές φωτογραφίες και άλλα. Μαζί με την ιστορία, τα έθιμα, τις γιορτές και τις εποχικές εργασίες, τα παραδοσιακά επαγγέλματα, τα ισνάφια (συντεχνίες), την αρχιτεκτονική κτλ., βρίσκουμε περιγραφές από χρηστικά αντικείμενα που απεικονίζονται φωτογραφικά, τα οποία συνδέονται με τα παραδοσιακά επαγγέλματα, τις συνήθειες και τα είδη οικιακής χρήσης. Κάποια από αυτά είναι η φλογέρα, διάφορα κοσμήματα, εργαλεία και δοχεία για τις εποχικές και οικιακές δραστηριότητες κ.ά.
     Ενδεικτικά ορισμένες από τις συνταγές του βιβλίου: χοιρινό με κάστανα, αγριογούρουνο με κυδώνια, βατραχοπόδαρα με κουρκούτι, τσίμα (η) (ψαράκι τηγανητό) και μεζέδες από το νησάκι στη λίμνη Παμβώτιδα, μπατσαριά (είδος αρωματικής χορτόπιτας με ζύμη που περιέχει σταρένιο, καλαμποκίσιο αλεύρι, αυγά, γάλα, γιαούρτι κτλ.), πέστροφα με μυρωδικά, γαρδουμπάκια με διάφορους τρόπους παρασκευής, λάπατα τσιγαριστά, κοτόπουλο με σκορδαλιά καρυδιού, γίδα κοκκινιστή με μακαρόνια, προβατίνα με αγουρίδες, αρνάκι με κορόμηλα και άλλα. Από γλυκά: πατσαβουρόπιτα γλυκιά, κουσμερί (Σαν σιροπιαστό κέικ τυριού με σιμιγδάλι. Ελαφρώς δυσεύρετο, αλλά, αν το φτιάξετε ή το εντοπίσετε, θα με θυμηθείτε.), κοπεγχάγη (μοιάζει με μπακλαβά, η διαφορά είναι ότι συνηθίζεται και με αμύγδαλο), μαρμελάδα κράνα, φλογέρες με λουκούμι και άλλα.
     Το βιβλίο για τον εκάστοτε ενδιαφερόμενο αποτελεί ένα συμπυκνωμένο ταξίδι στο γεωγραφικό διαμέρισμα της Ηπείρου καθώς και γαστρονομικό οδηγό για τις πιθανές αναζητήσεις σας, εφόσον βρεθείτε εκεί οποιαδήποτε εποχή του χρόνου.


Picture
Γαστρονομικόν
Η τέχνη της μαγειρικής στην Αρχαία Ελλάδα (2012)

Συγγραφέας: Γιώργος Ηλιόπουλος
Εκδόσεις: Έναστρον
Έτος: 2012

Περιγραφή

Το βιβλίο αναλύει ζητήματα σε σχέση με τη γαστρονομία του αρχαίου ελλαδικού χώρου και των περιοχών των ελληνικών αποικιών με συνταγές αντλημένες από αρχαία κείμενα. Αναφέρεται στη σημασία του φαγητού και της τροφής γενικότερα στις θυσίες, στις ιεροτελεστίες, στη ζωή των στρατιωτών, στις διάφορες περιοχές ανάλογα με τα διαθέσιμα τοπικά προϊόντα, τις διάφορες περιστάσεις και εκδηλώσεις της ζωής των αρχαίων του ιδιωτικού και δημόσιου βίου. Αφορμή αυτών αναπτύσσονται οι ιστορίες περισσότερο ή λιγότερο ευρύτερα γνωστών προσώπων της εποχής. Την αφήγηση συμπληρώνουν φωτογραφίες, σκίτσα αγγείων, χρηστικών αντικειμένων, νομισμάτων, σφραγίδων κτλ., προσφέροντας ακόμα πιο πολλές πληροφορίες για το ιστορικό πλαίσιο. Στο τέλος υπάρχουν πίνακες με τις αρχαίες μονάδες βάρους και χωρητικότητας, προσαρμοσμένες στο σήμερα, καθώς και πίνακες με τις λατινικές και ελληνικές ονομασίες των υλικών και με τις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών και των βοτάνων, σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς.
    Ενδεικτικά θα παραθέσω ορισμένες συνταγές: Οινομέλι κατά Δημόκριτο, παστό χοιρινό Δικαιαρχίας, παστό χοιρινό με βότανα και καρυκεύματα, συκώτι οξυρρύγχου, οξύ και αλμυρό κατάχυσμα (σάλτσα τόνου), Οξύπορον (σάλτσα για σαλάτες λαχανικών), φύσκα (λουκάνικο χοντρό), ψητά σαυρίδια, τάρτες με καραμελωμένο μάραθο, βολβοί κατά Φιλήμονα, δωρική σαλάτα (σαν ντάκος με παξιμάδι, χοιρινό λαρδί και σπανάκι κτλ.) κ.ά.
   Είναι ένα βιβλίο όπου εκτός από τις συνταγές δίνει πολλές ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την εποχή και τον τρόπο ζωής στην Αρχαιότητα. Ίσως η κεντρική ιδέα πολλών εξ αυτών των συνταγών να έβρισκε μία θέση σε ό,τι σήμερα ονομάζεται ελληνική δημιουργική κουζίνα, όπου το παραδοσιακό ανανεώνεται με καινούριες προτάσεις.

Για όποιον θα ήθελε να πάρει μία γεύση πριν πειραματιστεί με τις συνταγές των αρχαίων, υπάρχει το θεματικό εστιατόριο «Αρχαίων Γεύσεις». Είχα επισκεφτεί το εστιατόριο στον Πειραιά πριν 14 χρόνια περίπου και ήταν μία καλή εμπειρία. Θυμάμαι το καπνιστό χέλι και τα συκωτάκια πουλιών. Σε σχέση με το σήμερα δε γνωρίζω πόσο τσιμπημένες μπορεί να είναι οι τιμές, ενώ υπάρχει άλλο ανάλογο παράρτημα. Το οινόμελο, πάντως, φτιάχνει ανάλαφρα τη διάθεση και διεγείρει ευχάριστα συναισθήματα…

Οι τολμηροί και μύστες του πειραματισμού μπορούν να βρουν πληροφορίες εδώ:
http://www.archeon.gr/

Ελπίζω να σας κράτησε ωραία συντροφιά το γαστρονομικό οδοιπορικό… Καλή σας όρεξη όποια πρόταση επιλέξετε να ακολουθήσετε και με όποιον τρόπο!


Μουσική
Picture
Fried Green Tomatoes (1991)

Περιγραφή

Η ορχηστρική μουσική είναι του Τόμας Νιούμαν (Thomas Newman). Έχει γράψει τη μουσική γνωστών ταινιών, όπως το «Άρωμα γυναίκας», «Μικρές κυρίες», «Mad City», «Meet Joe Black», «Ο γητευτής των αλόγων», «Το πράσινο μίλι», «American Beauty», «Erin Brockovich» κ.ά. Στο άλμπουμ υπάρχουν και τραγούδια διάφορων τραγουδοποιών. Ακούγονται, ανάμεσα σε άλλα, blues των δεκαετιών ’20 και ’30, ενώ η ορχηστρική μουσική του συνθέτη πλαισιώνει κυρίως τη συναισθηματική φόρτιση της αφήγησης.


«The Whistle Stop Cafe» (ορχηστρικό), Τόμας Νιούμαν.
«Big George», μουσική Τόμας Νιούμαν, φωνητικά Μάριον Γουίλιαμς (Marion Williams).

«Smokey Lonesome» (ορχηστρικό), Τόμας Νιούμαν.
«Cool Down Yonder» του Άιρα Τάκερ (Ira Tucker), ερμηνεία Μάριον Γουίλιαμς 

  
Picture
Jamon Jamon (1992)

Περιγραφή

Η μουσική της ταινίας είναι του Νικόλα Πιοβάνι (Nicola Piovani). Είναι γνωστός από τη σύνθεση της μουσικής διάφορων ταινιών, μία από τις πιο χαρακτηριστικές υπήρξε η ταινία «Η Ζωή είναι ωραία». Οι συνθέσεις του χαρακτηρίζονται από μία νοσταλγική και ταξιδιάρικη γλυκύτητα. Αφήνει τη γεύση ‒ αίσθηση με την ατμόσφαιρα που δημιουργεί ότι κάτι μόλις χάθηκε ή διακινδυνεύει να χαθεί, αλλά την ίδια στιγμή διαφαίνεται και μία ελπίδα θετικής εξέλιξης. Αυτή, όμως, είναι μόνο η δική μου εντύπωση. Στον καθένα μπορεί να δημιουργηθούν διαφορετικές εικόνες.

Ορχηστρικό θέμα σε σύνθεση του Νικόλα Πιοβάνι.

   
Picture
Peppermint (1999)

Περιγραφή

Η μουσική της ταινίας είναι του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου. Το 2003 επανακυκλοφόρησε με νέο εξώφυλλο και τεχνική επεξεργασία της μουσικής. Το κάθε κομμάτι έχει δικό του χαρακτήρα, υποστηρίζοντας τις σκηνές και τους χαρακτήρες της ταινίας. Υπάρχει ποικιλία θεμάτων και οργάνων, που ξυπνούν τη νοσταλγία μίας άλλης εποχής, όπως και το ίδιο το έργο.

H μουσική απέσπασε το Α’ Βραβείο καλύτερης πρωτότυπης μουσικής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1999.

«Η μουσική του τρένου (Τίτλοι τέλους)» με σκηνές από την ταινία.
«Με τη μύτη στο παράθυρο… Χριστούγεννα» (ορχηστρικό κομμάτι).
Άγγελος Παπαδημητρίου, «Όπου κι αν πας».

«Danish furniture boogie»(ορχηστρικό κομμάτι).

   
Picture
Peppermint Candy (2000)

Περιγραφή

Η μουσική της ταινίας φαίνεται αντιθετική με το θέμα της. Μοιάζει με μικρό χαλαρωτικό ιντερμέδιο, σαν υπενθύμιση στο θεατή ότι ξεχάστηκε απορροφημένος στην αφήγηση και σαν υπενθύμιση της ελπίδας ή του νοήματος που διαφεύγει από τους ήρωες. Τα έγχορδα τονίζουν αυτήν τη μελαγχολική διάσταση. Είναι το θέμα που μονίμως εμφανίζεται στη σκηνή του τρένου, στο μικρό εκείνο διάλειμμα από την τραγικότητα της αφήγησης ως προετοιμασία για τη μετάβαση από τη μία πράξη στην άλλη. 

Ορχηστρικό θέμα σε σύνθεση του Jaejin Lee.



* Οι πληροφορίες για τα βραβεία Όσκαρ και τους συντελεστές των ταινιών επί το πλείστον προέρχονται από το IMDb site: http://www.imdb.com/ 

 * Το εξώφυλλο του τεύχους είναι της ζωγράφου Vickie Wade.


Στο επόμενο ένθετο Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου:

Προτάσεις, σαν μπουκιές γαστριμαργικής εμπειρίας!
Γ’ Μέρος


Γράφει η Ιουλία Λυμπεροπούλου

1 Comment

Η τρελή piñata | 04 Ιούνιος-Ιούλιος

31/5/2013

1 Comment

 

Η τρελή piñata | Ιούνιος-Ιούλιος
Προτάσεις, σαν μπουκιές γαστριμαργικής εμπειρίας! [Α' Μέρος]


Picture
Το φαγητό είναι επίκαιρο πιο πολύ από ποτέ όχι μόνο γιατί είναι ζωτικής σημασίας και γιατί είμαστε ή γινόμαστε ό,τι τρώμε σωματικά, πνευματικά και συναισθηματικά, αλλά και γιατί μας λένε πολύ συχνά τελευταία ότι τρώμε ή ότι φάγαμε όσα δε φάγαμε και ότι τώρα πληρώνουμε σε όλα τα επίπεδα με περικοπές και με μία υπερφίαλη, για να είναι πραγματοποιήσιμη, λιτότητα εξαιτίας των όσων δε φάγαμε. Τα έφαγαν, όμως, άλλοι για εμάς, ληστεύοντας λαίμαργα πρώτα τα ξένα πορτοφόλια, ώστε να μπορέσουν τα δικά τους να αποκτήσουν πολύπτυχα προγούλια. Συνέπεια αυτού είναι άλλοι να γίνονται τετράπαχοι, άλλοι στιλάκια και άλλοι να μένουν κυριολεκτικά σε κατάσταση πείνας, ενώ στις δύο τελευταίες ομάδες μέρα τη μέρα να ψαλιδίζονται ελπίδες, φτερά και όνειρα. Δεν αφορά ωστόσο μόνο το χρήμα όλο αυτό, συμπεριλαμβάνονται η δόξα, οι κλεμμένες εντυπώσεις και οι ευθύνες. Σε ένα βαθμό είμαι υπεύθυνος για ό,τι επιλέγω να καταναλώσω σωματικά και πνευματικά, κάτι που επηρεάζει το σώμα μου, την υγεία μου, ακόμα και τη διάθεσή μου. Το αυτό ισχύει για όσα διαβάζουμε, βλέπουμε και ακούμε. Πολύ πρόσφατα έγινε και το σκάνδαλο, σκάνδαλο μόνο για όσους δε γνώριζαν ή ισχυρίζονται πως αγνοούσαν, με τις θεσπέσιες φράουλες. Τις «ματωμένες» που έμειναν μετά και ασύλλεκτες. Θεσπέσιες, ματωμένες, ασύλλεκτες μπορεί, αλλά και άγνωστες; Σοκαρίστηκαν πραγματικά όσοι δε γνώριζαν ή όσων η ηρεμία και το βόλεμα ετών διαταράχτηκαν, αλήθεια; Το σχόλιό μου αφορά την υποκρισία και όχι τον τίτλο για ταινία «Ματωμένες Φράουλες».
          Μοιάζουν με εικόνες ταινιών ήδη γυρισμένων ή με συζητήσεις για σενάρια μελλοντικών ταινιών όλα αυτά, κι όμως αποτελούν ψήγματα πραγματικότητας. Η πραγματικότητα μάλλον ξεπερνάει την πιο οργιώδη φαντασία κάποιου δημιουργού, γιατί οργιώδης εξ ορισμού είναι η ανθρώπινη φύση. Πασπαλίζοντάς τη κανείς με αισθητική ίσως καταφέρνει να γίνει τέχνη, με δυο τρεις σταγόνες απροσδιόριστης και ανεξήγητης μεταφυσικής ακόμα απογειώνεται και κανονικά στους αιθέρες. Ο καθωσπρεπισμός όσων θεωρούν υπερβολικά κάποια βιβλία ή ταινίες, γιατί αυτά «δε γίνονται» είναι μάλλον ανεκδοτολογικός ή αποτελεί άρνηση των βίαιων πτυχών της ανθρώπινης φύσης. Ενδεχομένως ό,τι σχεδόν έχει γραφτεί ή έχει γυριστεί σε ταινία θα μπορούσε να έχει συμβεί έτσι ή με άλλον τρόπο ή θα μπορούσε να δανείζεται όντως στοιχεία από γεγονότα, κάτι που τελικά δεν αλλάζει το αποτέλεσμα. Αυτό ισχύει γιατί ακόμα και η φαντασία βουτάει την πένα ή το πινέλο της στην πραγματικότητα, στο άμεσο ή έμμεσο βίωμα και στην εμπειρία, αλλά τα διογκώνει, τα παραμορφώνει, τα παραλλάσσει. Ο πυρήνας τους, όμως, είναι πάντα εκεί, αν κάποιος ξύσει την επιφάνεια ή τα αποδομήσει. Ό,τι δε φαίνεται δε σημαίνει πως δεν υπάρχει.
           Συνδέονται όλα αυτά στο ζαλισμένο καζάνι της τρελής piñata, γιατί μία τέτοια αντιμετώπιση μπορεί να οδηγήσει κάποιον στο να αποστρέψει το βλέμμα του τόσο από το περιεχόμενο ενός βιβλίου ή μίας ταινίας που επικαλύπτει αλήθειες με φαντασία, σουρεαλισμό ή εξπρεσιονισμό, για παράδειγμα, όσο και από την ίδια την πραγματικότητα που βρίσκεται μέσα στο σπίτι, το χωριό, την πόλη, τη χώρα, τον κόσμο. Έτσι, αναλύοντας σε δεύτερη και τρίτη ανάγνωση μία φανταστική τέτοια σκηνή, όπου κάποιος κοιτάζει με λαχτάρα στη βιτρίνα λιγουρευόμενος δυο φράουλες-γαρνιτούρα σε πάστες, γνωρίζοντας ή μη γνωρίζοντας την προέλευσή τους, ανοίγουμε εν δυνάμει μία υπόθεση ταινίας ή βιβλίου… Δεν το θεωρώ, άλλωστε, ένα θέμα επικαιρότητας, πρόκειται για θέμα διαχρονικό. Η ανθρώπινη δουλεία υπήρχε και θα συνεχίσει να υπάρχει όσο υπάρχουν άνθρωποι με όποια φρουτώδη γεύση και να την ποτίσει κανείς.
         Πραγματικά ή φανταστικά, λοιπόν, ας κάνουμε μία μεγάλη βόλτα στη γεύση, καθώς αυτό το θέμα θα καταλάβει αρκετό χώρο, σε αντιστοιχία με την προσπάθειά μου να χωνέψω όσα διαβάζω, βλέπω και ακούω για όσα συμβαίνουν γύρω μου. Όπως επίσης προσπαθώ με δυσκολία να χωνέψω το χώρο που έχουν ευθαρσώς καταλάβει πολλοί σε πολλά πεδία δραστηριοτήτων σε αυτή την κοινωνία. Και, επειδή το φαγητό ή η έννοια της κατανάλωσης γενικότερα εισχωρούν σε μυστήριες γωνιές της ανθρώπινης δράσης και του πειραματισμού, θα προσπαθήσω να σας τα σερβίρω πολυπρισματικά, για να τσιμπολογήσουμε όλοι μαζί διάφορα ορεκτικά, πρώτα, δεύτερα πιάτα και επιδόρπια χωρίς να ξεχνάμε τα ποτά και τα ηδύποτα. Εφόσον μόνο όταν «συντρώγει» κανείς η χαρά διπλασιάζεται και η στεναχώρια μοιράζεται. Ας είμαστε, λοιπόν, θετικοί και ανοιχτοί στις προκλήσεις!
         Ας μιλήσουμε, τώρα, για τη μέθοδο που θα ακολουθηθεί μέσα στους επόμενους μήνες. Στάθηκε δύσκολο να ταξινομήσω και να κατηγοριοποιήσω το υλικό σε επιπλέον θεματικές. Το φαγητό, όπως προαναφέρθηκε, συσχετίζεται και συμπλέκεται με πολλές προεκτάσεις της ανθρώπινης φύσης και έκφρασης. Ξεκινώντας από την επιβίωση, μπορεί να γίνει υπερκατανάλωση, διαστροφή, ανθρωποφαγία, αλλά να φτάσει έως τη δημιουργία με αισθητική και να γίνει τέχνη, να προκαλέσει σε μία μπουκιά συναισθήματα και εικόνες ως μικροκάψουλα νοητών ταξιδιών. Ο τρόπος, επομένως, που αναπτύσσεται το θέμα σε ταινίες και βιβλία δεν είναι στεγανός. Επίσης υπήρχε κίνδυνος να αποκαλύπτονταν πιο πολλά στοιχεία από όσα θα έπρεπε αν χωριζόταν σαφώς το υλικό σε υποκατηγορίες. Πιστή στο μότο μου, λοιπόν, ότι αγαπάω την ποικιλία, ακολουθώ χρονολογική σειρά στις ταινίες σε αυτό και σε όλα τα επόμενα μέρη με θέμα τη γεύση, την τροφή και την κατανάλωση, ενώ στα βιβλία θα δημιουργηθούν κάποιες θεματικές όχι αποκλειστικά συνδεδεμένες με τις ταινίες, αλλά και με όποιο θέμα θα θίγεται στην εισαγωγή.
          Η γεύση, η τροφή και η έννοια της κατανάλωσης, λοιπόν, θα γίνουν μία αφορμή να υπογραμμιστούν θέματα που ενδιαφέρουν και προβληματίζουν μέσα από ταινίες και βιβλία. Δε θα παραλειφθεί, ωστόσο, το να αντιμετωπιστούν και ως άλλη μία παράμετρος απόλαυσης της ίδιας της ζωής. Με την ίδια λογική θα κάνουν την παρουσία τους αισθητή τα συνοδευτικά των κυρίως γευμάτων. Τα κοκτέιλ, τα απεριτίφ, το κρασί, τα ροφήματα, τα φρούτα ή το επιδόρπιο, επομένως, δε θα μείνουν εκτός συζήτησης, καθώς ραίνουν, δροσίζουν και γλυκαίνουν τον ουρανίσκο ως γευστικές εμπειρίες. Θα ασχοληθούμε με καταναλώσιμα και βρώσιμα υλικά και ουσίες, όπως τα δέχεται και τα απορροφά ένα σώμα. Το θέμα κατά βάση είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, άλλωστε, μέσα από όσα επιλέγει και αποφασίζει να ταΐσει ή να ποτίσει τον εαυτό του κυριολεκτικά ή μεταφορικά. Αν το προεκτείνουμε, σώμα γίνεται και η κοινωνία ως σύνολο ανθρώπων, ενώ προϊόντα και ουσίες όλα όσα χωνεύει, δε χωνεύει, μεταβολίζει, αφομοιώνει ή δεν αφομοιώνει. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, η δυναμική της ξεπερνάει τις φόρμες. Αναρωτιόμουν, όμως, πρόσφατα τι είναι εκείνο που κάνει κάποια ιστορικά γεγονότα να φαίνεται σαν να επαναλαμβάνονται με αναλογίες, παρότι δεν απέχουν πολύ χρονικά, γεγονός που προσδιορίζει μία ποιοτική διαφορά στην αντιληπτική ικανότητα σε σχέση με τη δυναμική αφομοίωσης ή μη των πεπραγμένων και των άμεσων ή έμμεσων βιωμάτων. Επηρεάζει το γεγονός ότι δεν τρώγονται αυτά από μόνα τους ή το γεγονός ότι εξαρχής δε χωνεύτηκαν, δε μεταβολίστηκαν ποτέ τα ίδια και τα γενεσιουργά τους αίτια, ώστε να γίνουν πετσί και κομμάτι ύπαρξης; Έτσι τελικά αφοδεύονται ολόκληρα όντας και πάλι έτοιμα για φάγωμα από την αρχή. Ίσως πράγματι το φαγητό να γίνεται μόνο μία αφορμή, ενώ η γεύση, έστω και κατά φαντασία, να δίνει νόημα σε μία δύσκολη και καμιά φορά άνοστη καθημερινότητα.
         Πρόταση για εναλλακτικό σνακ με γκουρμέ έντομα ως ενδιαφέρουσα και ιδιόρρυθμη παρέα. Προτιμότερα από τις ματωμένες φράουλες, ίσως πιο οικονομικά αν καθιερωθούν και, από όσο γνωρίζω, φουλ στα θρεπτικά συστατικά.
http://www.guardian.co.uk/lifeandstyle/video/2013/may/09/cooking-with-insects-video

Είναι ένα ταξίδι αυτό που σας προσκαλώ να κάνουμε, που, προσωπικά, το απόλαυσα. Ελάτε να σπάσουμε και πάλι όλοι μαζί την piñata να δούμε πού θα μας οδηγήσει η τρέλα της για αυτό το δίμηνο Ιουνίου-Ιουλίου...

Ταινίες
Picture
Riso Amaro (1949)
(Πικρό ρύζι)

Σκηνοθέτης: Τζουζέπε ντε Σάντις
Γλώσσα: Ιταλικά
Ηθοποιοί: Βιτόριο Γκάσμαν, Ντόρις Ντόουλινγκ, Σιλβάνα Μάνγκανο, Ραφ Βαλόνε κ.ά.

Περιγραφή
«Στη Β. Ιταλία καλλιεργείται το ρύζι εδώ και κάποιους αιώνες, απασχολεί γυναικεία χέρια, τα οποία γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης. Κάθονται επί ώρες σκυμμένες με τα πόδια στο νερό και τον ήλιο να τις χτυπάει κατακέφαλα». Έτσι ξεκινάει η ταινία με τον  αφηγητή να ισχυρίζεται πως «μόνο τα ντελικάτα και γρήγορα χέρια των γυναικών μπορούν να κάνουν αυτήν τη δουλειά, τα ίδια χέρια που κοιμίζουν τα νεογέννητα». Και από το γκρο πλαν του αφηγητή ανοίγει η σκηνή με γενικό πλάνο στο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου αμέτρητες εργάτριες συγκεντρώνονται, προκειμένου να μεταφερθούν στους ορυζώνες. Κάθε Μάιο γυναίκες όλων των επαγγελμάτων, όχι μόνο εργάτριες αλλά και μοδίστρες, δακτυλογράφοι κτλ., σπεύδουν σε μία εποχική εργασία διάρκειας 40 ημερών. Πρόκειται για 40 κοπιώδης μέρες.
         Η Σιλβάνα μία εργάτρια, την υποδύεται η Σιλβάνα Μάνγκανο, αντιλαμβάνεται τυχαία πως μία γυναίκα η οποία υποκρίνεται πως είναι εργάτρια βρίσκεται στους ορυζώνες, για να καλύψει τα ίχνη της. Έχει ληστέψει κόσμημα μεγάλης αξίας, διαθέτοντας και ένα συνεργό. Οι μνήμες του πολέμου είναι ακόμα νωπές και όλοι παλεύουν για ένα καλύτερο αύριο, ο καθένας με τον τρόπο του, προκειμένου να ξεφύγει από τη μιζέρια και να επιβιώσει. Η Σιλβάνα αρχίζει να θαμπώνεται από τις περιπέτειες της Φραντσέσκα, η οποία δεν είναι καθόλου υπερήφανη για αυτές. Ίσως η μία να θέλει να ανταλλάξει τη μιζέρια της με την άλλη. Αποτελούν ένα ιδιότυπο γιν γιαν. Η κλέφτρα με την καλή ψυχή, που βρέθηκε από ατυχία σε αυτόν το δρόμο, και η εργάτρια που θα ήθελε να ξεφύγει από την εξαναγκαστική της ρουτίνα με την προσδιορισμένη συνέχεια. Και ενώ στην αρχή, έστω και ακανόνιστα, μοιάζει να έχει ηθικούς φραγμούς επιθυμώντας να την καταδώσει, η στάση της στη συνέχεια αλλάζει.
         «Τη φυλακή επινόησε κάποιος που δε βρέθηκε ποτέ εκεί. Έπειτα, δεν υπάρχει μόνο η φυλακή (ως τιμωρία). Και η φυλακή δε σώζει κανέναν. Αν είχε άλλο πρόσωπο, μπορεί και να την οδηγούσα στην αστυνομία. Δεν ξέρεις ότι πάντα μετράει το πρόσωπο; […] Ο καθένας έχει τη μοίρα του και κανείς δεν μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό».
         Σε διάφορες περιπτώσεις αντανακλάται η μοίρα των γυναικών των ασθενών οικονομικά τάξεων. Γυναίκες που συντηρούν άνεργους άντρες ή γίνονται υποχείριό τους. Αφορμή της πλοκής ξετυλίγονται στοιχεία για τους ορυζώνες και για ό,τι αφορούσε τις εργάτριες, τους ενδιάμεσους, τις συνθήκες εργασίας, τον ανταγωνισμό, την αλληλεγγύη μεταξύ τους, την εκμετάλλευση, τις ανεξέλεγκτες καιρικές συνθήκες που επιδρούσαν στην αμοιβή με τη μείωση του ρυζιού σε κιλά κτλ. Τις δυσκολίες έκφρασης και επικοινωνίας ή την επινοητικότητά τους, επίσης, καθώς ό,τι ήθελαν να πουν μεταξύ τους εν ώρα εργασίας το τραγουδούσαν, γιατί απαγορεύονταν οι ομιλίες.
         Είχα δει αυτή την ταινία πριν πολλά χρόνια και την είδα ξανά πρόσφατα. Σήμερα, όμως, δεδομένων των συνθηκών, αισθάνθηκα τόσο οικείες τις εικόνες και τους παραλληλισμούς της. Όπως το γεγονός ότι οι εργάτριες στους ορυζώνες παλεύουν το καλοκαίρι για μερικά κιλά ρύζι, κάτι που θα συνεχιζόταν με άλλες εργασίες στον τόπο καταγωγής ή διαμονής τους, ενώ κάποιοι αετονύχηδες σχεδιάζουν να τους το αρπάξουν μέσα από τα χέρια. Η εκμετάλλευση είχε πολλά πρόσωπα. Θίγονται και ζητήματα ταξικής συνείδησης, όπως και όσων εκμεταλλεύονται τον ιδρώτα των άλλων χωρίς να ανήκουν στην εξουσία, αλλά επιθυμώντας να την ασκήσουν άτυπα και άδικα, οδηγούμενοι στην αυτοκαταστροφή. Αποτελούν ένα κομμάτι ανένταχτου κοινωνικά περιθωρίου, που δε γίνεται πάντα σύστημα, καταλήγοντας όμως και αυτό, όταν περιστασιακά πετυχαίνει τους στόχους του, να επιβαρύνει το σύνολο.

Η ταινία το 1951 κέρδισε μία υποψηφιότητα για το Καλύτερο Στόρι Ταινίας.

Το τρέιλερ της ταινίας.

 
Picture
Le Charme Discret de la bourgeoisie (1972)
(Η διακριτική γοητεία της Μπουρζουαζίας)

Σκηνοθέτης: Λουί Μπουνιουέλ
Γλώσσα: Γαλλικά, Ισπανικά
Ηθοποιοί: Φερνάντο Ρέι, Ντελφίν Σιρίγκ, Στεφανί Οντράν κ.ά.

Περιγραφή
Αυτή η ταινία έχει μία παράδοξη σχέση με το φαγητό. Τα μέλη μία παρέας μεγαλοαστών με θέσεις εξουσίας προσπαθούν διαρκώς να συναντηθούν για να φάνε ή να πιουν κάτι, αλλά όλο κάτι συμβαίνει. Τη μία κάνουν λάθος τη μέρα του ραντεβού για δείπνο, μετά έχει πεθάνει ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου όπου καταλήγουν και βρίσκουν τους υπαλλήλους να τον ξενυχτούν, σε άλλη περίπτωση δεν τους σερβίρουν στο καφέ γιατί όλα έχουν τελειώσει, όταν επιτέλους ένα δείπνο πραγματοποιείται καταφθάνουν απρόσκλητοι στρατιωτικοί στο σπίτι και τους αναστατώνουν. Κατ’ επανάληψη συμβαίνουν τέτοιες καταστάσεις. Το έργο χαρακτηρίζεται από μία κίνηση, η οποία συστηματικά διακόπτεται. Οι μορφές εξουσίας δηλώνουν με σαφήνεια την παρουσία τους, όπως η εκκλησία, ο στρατός, οι πολιτικοί, η αστυνομία και οι εμπλεκόμενοι μαζί τους μεγαλοαστοί είναι διαρκώς παρόντες. Όλοι σταδιακά αποκαθηλώνονται. Η εκκλησία, για παράδειγμα, εμφανίζεται ως λύκος με προβιά προβάτου κ.ο.κ. Ο φόβος ότι κινδυνεύει η ακεραιότητά τους, επίσης, γίνεται αισθητός, γιατί υπάρχει ενοχή από τη διαπλοκή σε παράνομες δραστηριότητες. Τα κανάλια εξουσίας διασταυρώνονται και η κάθε καλή πρόθεση να τελεστεί το καθήκον αναχαιτίζεται με επιχειρήματα που δεν «ακούμε» ποτέ. Σε πολλές σκηνές προβάλλεται το πώς κινούνται τα νήματα της εξουσίας με τρόπο ακατανόητο ή το πώς η εξουσία κυνηγά ό,τι εμποδίζει τα σχέδιά της.
         Ο φόβος προκύπτει και μέσα από διάφορα όνειρα. Χαρακτηριστικό εκείνο όπου βρίσκονται σε ένα δείπνο και συνειδητοποιούν ξαφνικά πως είναι εκτεθειμένοι σε μία θεατρική σκηνή χωρίς λόγια, έναν υποβολέα να τους πασάρει ατάκες και ένα κοινό να τους γιουχάρει, γιατί, αντί να παίζουν, το κοιτούν αμήχανοι. Και παρ’ όλο τον παραλογισμό ο μοναδικός που παραμένει στη σκηνή αγχώνεται, γιατί δε γνωρίζει τα λόγια του. Το έργο διαπερνάει μία λεπτή ειρωνεία και χιούμορ, που δε βγάζει κατ’ ανάγκη γέλιο ξεκαρδιστικό, είναι πολύ πιθανό όμως ένα πολύ ειρωνικό μειδίαμα να διαγραφεί στα χείλη, καθώς ο σκηνοθέτης αποδομεί την αστική τάξη και τις μορφές εξουσίας. Αν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, είναι σαν σουρεαλιστική κωμωδία, χωρίς να διαθέτει αμιγώς όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της κωμωδίας. Με ιδιότυπο τρόπο όμως ο Μπουνιουέλ δημιουργεί ένα παραδόξως ευχάριστο κλίμα. Καθώς μέσα στα παράδοξα διαφαίνονται η υποκρισία, η μεγαλομανία και ο σνομπισμός. Οι μεγαλοαστοί τηρούν όλους τους κανόνες καθωσπρεπισμού και «καλής» συμπεριφοράς στην καλή κοινωνία. Ξέρουν σε τι ποτήρι πίνεται το κάθε ποτό, αλλά δεν ξέρουν να συμπεριφερθούν καλά σε κάποιον που δε γνωρίζει, καθώς τον μετατρέπουν ερήμην του σε πειραματόζωο και τον χλευάζουν πισώπλατα. Επίσης τους ενδιαφέρουν οι τύποι, το φαίνεσθαι και όχι η ουσία. Και ακριβώς εξαιτίας αυτής της κενότητας στο τέλος του έργου η ετυμηγορία για την αστική τάξη παραμένει μάλλον ασαφώς σαφής μέσα από ένα μακρύ δρόμο που έχει νοητά ή πραγματικά να διανύσει, ώστε να φτάσει κάπου, γιατί οι έως τώρα ‒τότε για την εποχή‒ επιλογές της την καταδίκαζαν στην ανυπαρξία.

Η ταινία το 1973 κέρδισε Όσκαρ για Καλύτερη Ξενόγλωσση Ταινία και μία υποψηφιότητα για Καλύτερο Πρωτότυπο Σενάριο.

Το τρέιλερ της ταινίας.

  
Picture
La grande bouffe (1973)
(Το μεγάλο φαγοπότι)

Σκηνοθέτης: Μάρκο Φερέρι
Γλώσσα: Ιταλικά, Γαλλικά
Ηθοποιοί: Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Μισέλ Πικολί, Φιλίπ Νουαρέ, Ούγκο Τονιάτσι κ.ά.

Περιγραφή
Ένας τηλεοπτικός παράγοντας ο Μισέλ, ένας πιλότος ο Μαρτσέλο, ένας σεφ, ο Ούγκο, και ένας δικαστής, ο Φιλίπ, τέσσερις επιτυχημένοι κοινωνικά άντρες συγκεντρώνονται σε μία βίλα, τρώνε υπερβολικές ποσότητες φαγητού και πίνουν μέχρι θανάτου. Οι ηθοποιοί κρατούν τα μικρά τους ονόματα στην ταινία. Τα φαγητά είναι εδέσματα εκλεκτά. Οστρακόδερμα σε μεγάλες ποσότητες, ένα βουνό από πουρέ πατάτες, τεράστιες τούρτες, ολόκληρα ζωάκια μαγειρεμένα με κάθε τρόπο, κρέμες, μακαρόνια, πίτσες, μπριός, όλα φροντισμένα από το σεφ. Ο πιλότος δίνει το σύνθημα της απογείωσης ότι «Η γιορτή αρχίζει!», που ακούγεται σαν τραγικό παράγγελμα με στόχο την επιχείρηση αυτοκτονίας. Μοιάζει με κακόγουστο αστείο. Η λεπτή ειρωνεία μέσα από τον κυνισμό, την υπερβολή, τα γκροτέσκ στοιχεία και τις πολλές δόσεις διαστροφής βρίσκεται στο επίκεντρο. Αναρωτιέται κανείς αν οι χαρακτήρες συνειδητοποιούν το στόχο τους. Προκαλούν ο ένας τον άλλον για το ποιος θα φάει πιο πολύ ή πιο γρήγορα. Απολαμβάνουν την πορεία προς το θάνατο τελετουργικά μέχρι να γίνει σταδιακά δυσάρεστη η διαδικασία.
         Τους συνοδεύουν και γυναίκες, καθώς έχουν αποφασίσει να βιώσουν την ηδονή χωρίς όρια. Εμπλέκεται συμπτωματικά μία δασκάλα μαζί με τρεις πόρνες. Οι τελευταίες μένουν για λίγο, ενώ η δασκάλα συμμετέχει στα γαστριμαργικά όργια και σε κάθε είδους υπερβολή. Σπατάλη, εκφυλισμός, παρακμή, ίσως και αδιέξοδο της αστικής τάξης λόγω των αδιέξοδων νεκρών ιδανικών της. Απουσίαζε το κίνητρο για ζωή, οδηγώντας τους στο να κάνουν ενδιαφέροντα το θάνατό τους. Σιγά σιγά ένας ένας αυτοκαταστρέφεται, ενώ η δασκάλα μοιάζει να τους διευκολύνει στη μετάβαση αυτή. Στη λήξη του δράματος η αυλή γεμίζει με σκυλιά που ουρλιάζουν. Είναι μία ταινία όπου λίγο πολύ το τέλος είναι γνωστό, αλλά έχει ενδιαφέρον η εμμονή συντήρησης της ιδέας και της πραγματικότητας του θανάτου, χωρίς να επικρατεί το ένστικτο επιβίωσης και ενώ από την αρχή οι ήρωες είναι αποφασισμένοι να οδηγηθούν στον αφανισμό. Δε γνωρίζουμε κίνητρα, δε γίνονται επικοινωνιακές συζητήσεις, επικρατούν ο κυνισμός και ο κοινός στόχος. Οι πράξεις επικεντρώνονται κυρίως σε σωματικές διαδικασίες.
          Ο δημιουργός έβαλε μία δασκάλα μικρών παιδιών να τους υποστηρίζει συμμετέχοντας και προσφέροντάς τους ηδονή. Βουτάει ηθελημένα στη διαστροφή τους, σαν να ήταν μέρος της συμφωνίας. Σημαίνει ότι για την εκπαίδευση συμβολικά, όπως και για την τηλεόραση ή την ευνουχισμένη Δικαιοσύνη, το πρόσημο της ετυμηγορίας προκύπτει αρνητικό; Ότι οι τέσσερίς τους αντιστοιχούν σε μικρά παιδιά, ενώ εκείνη γνωρίζει πώς να τους «χειραγωγήσει», για να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους, σαν να βάζει παιδιά στο κρεβάτι για ύπνο, μόνο που εδώ πρόκειται για νεκροκρέβατο; Υποστηρίζει το θάνατο γιατί τον υιοθετεί ως ιδέα ή γιατί τον θεωρεί δίκαιο και δικαιολογημένο τέλος; Εκείνη στο τέλος επιβιώνει. Η ιδιότητα και η αποστολή της εκπαίδευσης σε αυτή τη σουρεαλιστική παρωδία έχει μάλλον ρόλο αμφίσημο.

Το τρέιλερ της ταινίας.

  
Picture
Maccheroni (1985)
(Μακαρόνι)

Σκηνοθέτης: Έτορε Σκόλα
Γλώσσα: Ιταλικά, αγγλικά
Ηθοποιοί: Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Τζακ Λέμον κ.ά.

Περιγραφή
Στην ταινία αυτή συναντιούνται ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι με το Τζακ Λέμον δημιουργώντας μία ενδιαφέρουσα χημεία με φόντο τη Νάπολη και πολλά από τα στοιχεία που τη χαρακτηρίζουν. Αμέσως κάνει την εμφάνισή του ο Βεζούβιος, το επιβλητικό ηφαίστειο, ορατό από κάθε σημείο του κόλπου, ο Τοτό, η φάτνη των Χριστουγέννων (presepe), η αντίστοιχη γκάιντα ή πίπιζα (zampogna) για τα Κάλαντα, τα μεγάλα παλιά σπίτια (palazzi), οι στενοί δρόμοι, οι εκκλησίες, τα πικάντικα κουλούρια (taralli), που βρίσκει κανείς και ως φαγητό δρόμου. Διάφορα αξιοθέατα, επίσης, όπως η εσωτερική αυλή με τα χρωματιστά πλακάκια (chiostro delle Clarisse), της πολύ γνωστής γοτθικής εκκλησία της Σάντα Κιάρα (Santa Chiara), το κάστρο των Αντζοΐνων (Castello degli Angioini) και άλλα. Πολλά από αυτά περνούν στα ψιλά, αλλά υπάρχουν. Είναι μία ωραία ταπετσαρία στοιχείων για όποιον αγαπάει τη συγκεκριμένη πόλη ή για όποιον ακόμα θα ήθελε να την επισκεφτεί.
          Όλα αυτά δεν είναι ασήμαντες λεπτομέρειες, γιατί στήνουν ένα σκηνικό στο οποίο ο Αντόνιο, ο χαρακτήρας το Μαστρογιάνι, αυτοπροσδιορίζεται. Γιατί ως αληθινός Ναπολετάνος δίνει βάση στις μικρές και μεγάλες απολαύσεις, που δεν ξεφεύγουν από την καθημερινότητα, αλλά νοηματοδοτούν τη ζωή. Τέτοιες είναι το καλό φαγητό, η δημιουργία, η οικογένεια, οι στιγμές χαλάρωσης και απόλαυσης αναμένοντας κάποια αυγή την επιστροφή των ψαράδων, οι ζεστές σφολιατέλες ακόμα από τη μυρωδιά κ.ά. Ακόμα και η πίστη στη μεταφυσική γίνεται εμφανής ως στοιχείο παράδοσης, που όμως εξυπηρετεί τη λαχτάρα για ζωή όταν η πραγματικότητα γίνεται αφόρητη και ανεξήγητη.
          «Η ζωή διαλέγει αυτούς που αγαπά […] Έτσι νικιέται ο θάνατος, γιατί, στην ουσία, θάνατος δεν υπάρχει. Οι πράξεις της ζωής δεν ακυρώνονται. Άρα δεν υπάρχει θάνατος».
        Και έρχεται ο Ρόμπερτ, ένας Αμερικάνος φίλος του από τον Β’ Πόλεμο, να διαταράξει αυτή την καθημερινότητα. Οι δύο χαρακτήρες παραδόξως αλληλοσυμπληρώνονται βρίσκοντας το φίλο που μάλλον δεν είχαν ποτέ. Γιατί η αδελφή του Αντόνιο, η Μαρία, ερωτεύτηκε τον Ρόμπερτ, ο οποίος φεύγοντας μεταπολεμικά την ξέχασε. Έτσι, ο Αντόνιο, προκειμένου να απαλύνει τον πόνο της, διατήρησε ζωντανή τη μνήμη του γράφοντάς της γράμματα, σαν να ήταν σταλμένα από το Ρόμπερτ. Όταν, επομένως, επιστρέφει επιτυχημένος για τα στάνταρ ενός Αμερικάνου στη Νάπολη για δουλειές μετά από δεκαετίες ο Ρόμπερτ δεν τον θυμάται, ενώ ο Αντόνιο συναντά έναν ξένο, ο οποίος ζούσε έως τότε μόνο στη δική του φαντασία. Γι’ αυτό του λέει:
          «Ένας άνθρωπος δε μετρά για ό,τι είναι, αλλά για ό,τι θα μπορούσε να είναι».
          Χρειάζεται, όμως, να πιάσουν και πάλι το νήμα από την αρχή ξεκινώντας από τα βασικά.
          «Αν νομίζεις ότι οι άλλοι υποκινούνται από συμφέροντα και όχι από συναισθήματα, είναι δείγμα εσωτερικού κενού» λέει στον Αμερικάνο Ρόμπερτ ο Αντόνιο σχεδόν με το που συναντιούνται.
         Αξέχαστη μένει η σκηνή όπου ο Αντόνιο μαθαίνει στο Ρόμπερτ να τρώει το ναπολετάνο μπαμπά με κρέμα. Και εκείνη που ο Ρόμπερτ δείχνει την εμμονή του με τα λεφτά, όταν μία θεατρική κομπανία ερασιτεχνών ηθοποιών συζητούν έντονα με gesti, με χειρονομίες, και εκείνος νομίζει ότι «τσακώνονται» για τα λεφτά. Μόλις, λοιπόν, ακούγεται η λέξη χρήματα ως προτεινόμενη λύση της διαφωνίας την πετούν ο ένας στον άλλον σαν μπαλάκι που το βλέπουν για πρώτη φορά. Δεν είναι όμως όλα ειδυλλιακά. Θίγονται διάφορα θέματα που απασχολούν την πόλη και τον κόσμο, όπως η κίνηση, τα σκουπίδια, η Καμόρα, οι αμερικανικές βάσεις, ο στρατός, το αμερικάνικο χρήμα που σώζει ως από μηχανής θεός από τα προβλήματα και από όποιον κίνδυνο παραφυλάει σε κάθε γωνιά. Στο τέλος, όμως, η ζωή επικρατεί, καθώς ένα πάτο σπαγγέτι με φρέσκια σάλτσα είναι ικανό να αναστήσει και νεκρούς!


Picture
Nine ½ Weeks (1986)
(9 ½ εβδομάδες)

Σκηνοθέτης: Αντριάν Λιν.
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Μίκυ Ρουρκ, Κιμ Μπάσινγκερ κ.ά.

Περιγραφή
Η ταινία είναι βασισμένη στη νουβέλα της Ελίζαμπεθ Μακνίλ. Μία νεαρή γυναίκα που εργάζεται σε γκαλερί και ένας αινιγματικός άντρας συναντιούνται και δημιουργείται μία παθιασμένη σχέση με μία επικοινωνία που περιορίζεται ή εξελίσσεται μέσα από το ερωτικό παιχνίδι. Εδώ το φαγητό γίνεται ένα μέσον διεύρυνσης και διερεύνησης της ερωτικής επιθυμίας. Γι’ αυτό τα πιο συμβατικά τραπέζια περιορίζονται στο πλαίσιο της καθημερινότητας ή της συνεύρεσης φίλων. Έτσι το γάλα, οι καυτερές πιπεριές, τα γλυκό κεράσι ή το μέλι κάνουν τη διαφορά από το πώς και το πού χρησιμοποιούνται…
         Νομίζω ότι δεν είναι μία ταινία που εξάρει στεγνά το σαρκικό πάθος, αλλά το παιχνίδι του έρωτα και τον πειραματισμό με όλα τα παρελκόμενά του. Εμπνευστής του είναι ενδεχομένως κάποιος που βρίσκει έναν τρόπο επικοινωνίας μέσα από αυτό. Κάτι τέτοιο ίσως να φανερώνουν τα τρυφερά λόγια του Τζον στην Ελίζαμπεθ.
         «Δε θέλω να γνωρίσω κανέναν. Θέλω να βγαίνω μόνο μαζί σου. Δε θέλω να πλένεις πιάτα. Θα τα πλένω εγώ. Θα ψωνίζω, θα μαγειρεύω, θα σε ταΐζω, θα σε ντύνω το πρωί, θα σε ξεντύνω το βράδυ, θα σε κάνω μπάνιο και θα σε φροντίζω».
         Από την άλλη, πόσο αληθινή πλέον, τότε ίσως να φαινόταν υπερβολική, η έλλειψη χρόνου και η συρρίκνωση που αυτή επιφέρει, χάρη ή εξαιτίας της οποίας δημιουργούνται καταστάσεις από τυχαίες συγκυρίες, προσομοιάζοντας σε όαση. Φαντάζομαι ότι ήταν προχωρημένες οι σκηνές για την εποχή της. Σήμερα μάλλον προκαλούν μία γλυκιά νοσταλγία, σαν ξεθωριασμένος ρομαντισμός χαμένης αθωότητας.

Η σκηνή όπου το φαγητό πυροδοτεί τη φαντασία.


Picture
Babette’s Feast (1987)
(Η γιορτή της Μπαμπέτ)

Σκηνοθέτης: Γκάμπριελ Άξελ.
Γλώσσα: Δανικά, Σουηδικά, Γαλλικά.
Ηθοποιοί: Στεφανί Αντράν, Μπιργκίτ Φέντερσπιελ, Γιαρλ Κουλ κ.ά.

Περιγραφή
Η ταινία είναι βασισμένη σε νουβέλα της Κάρεν Μπλίξεν. Η Μπαμπέτ είναι η μαγείρισσα και υπηρέτρια δύο ηλικιωμένων ανύπαντρων κυριών, της Μαρτίνα και της Φιλίπα, οι οποίες είναι κόρες πάστορα σε ένα απομακρυσμένο χωριό στη Δανία. Όταν παρουσιάστηκε και για τις δύο η ευκαιρία να ακολουθήσουν έναν άλλον δρόμο, ανακόπηκε είτε από τη βούληση του πατέρα να τις κρατήσει κοντά του είτε από το δικό τους φόβο για αλλαγή. Χαρακτηριστική η σκηνή όταν η μία απορρίπτει την πρόταση ενός τενόρου να τον ακολουθήσει. Σταμάτησε το τραγούδι του και ακούστηκε το γέλιο του πάστορα, ενώ αμέσως η τάξη και η ησυχία αποκαταστάθηκαν ξανά. Κάποια στιγμή ο πάστορας πεθαίνει και ένα βράδυ χτυπάει την πόρτα τους η Μπαμπέτ, σταλμένη από τον τενόρο Αχιλλέα. Ο τενόρος τις διαβεβαιώνει πως εκείνες διάλεξαν καλύτερο μονοπάτι εξυμνώντας το Θεό. Είναι Σεπτέμβριος του 1871, όταν στο Παρίσι είχε ήδη λάβει χώρα η Παρισινή Κομμούνα που με την ανάπτυξη των κυβερνητικών δυνάμεων κατέληξε σε εμφύλιο, και έτσι η γυναίκα ψάχνει καταφύγιο, γιατί η οικογένειά της δολοφονήθηκε. Τελικά η Μπαμπέτ αναλαμβάνει τις φροντίδες του σπιτιού, αφήνοντας όλο το περιθώριο στις δύο αδελφές να συνεχίσουν το έργο του πατέρα τους. Στο χωριό, όμως, οι κάτοικοι έχουν τις διαφωνίες τους παρ’ όλη την προσπάθεια των δύο αδελφών να συγκρατούν τα πνεύματα γαληνεμένα με λιτότητα και πλήρη αποχή από υλικά αγαθά. Αφορμή, λοιπόν, του 15ου έτους από το θάνατο του πατέρα τους και μίας πρωτοβουλίας της Μπαμπέτ οργανώνεται ένα δείπνο για τους συγχωριανούς αντάξιο του καλύτερου γαλλικού εστιατορίου. Προσφέρεται μάλιστα η ευκαιρία να συναντηθούν ξανά με ανθρώπους από τα παλιά. Το δείπνο αυτό στέκεται ικανό να διαταράξει τη μικρή κοινωνία των πιστών, αναστατώνοντας τις αισθήσεις που τόσα χρόνια βρίσκονταν εν υπνώσει. Για πρώτη φορά αντικρίζουν τόσο προϊόντα, υλικά αγαθά, διαφορετικά φαγητά και κρασιά. Αρχικά γίνεται δεκτό το δείπνο σφιγμένα, ως μία απαγορευμένη πρόκληση στην οποία οφείλουν να αντισταθούν, ενώ η κατσαρόλα της Μπαμπέτ στο μυαλό τους γίνεται το τσουκάλι μιας μάγισσας.
         Μένει να φανεί αν η Μπαμπέτ άθελά της θα τους δείξει πώς λύνεται η γλώσσα και πώς φλογίζονται τα μάγουλα με το κρασί, κι ας μιλάνε για τον πάστορα, ώστε να μην αναφερθούν στο «απαγορευμένο» φαγητό ‒ απόλαυση. Άλλωστε ο μόνος καλεσμένος που αναγνωρίζει κάτι από την υψηλή κουζίνα γνωστής σεφ στη Γαλλία στις ικανότητες της μαγείρισσας λέει χαρακτηριστικά:
         «Αυτή η σεφ είχε την ιδιότητα να μεταμορφώνει ένα δείπνο σε ερωτική σχέση, που δε διαχώριζε τη σωματική από την πνευματική πείνα».

Η ταινία το 1988 κέρδισε Όσκαρ για Καλύτερη Ξενόγλωσση Ταινία.

Το τρέιλερ της ταινίας.

  
Picture
Mystic pizza (1988)

Σκηνοθέτης: Ντόναλντ Πέτρι.
Γλώσσα: Αγγλικά.
Ηθοποιοί: Άναμπεθ Γκις, Τζούλια Ρόμπερτς, Λίλι Τέιλορ, Βίνσεντ ντ’ Ονόφριο κ.ά.

Περιγραφή
Το Μίστικ είναι ένα παραθαλάσσιο μέρος στο Κονέκτικατ, όπου μπορεί κανείς να βρει τη «Mystic Pizza», ένα μαγαζί, στην ταινία, με την καλύτερη μυστική συνταγή για πίτσα. Παρακολουθούμε τις ιστορίες των τριών φίλων και σερβιτόρων, της Ντέιζι και Κατ, που είναι επιπλέον αδελφές, και της Τζότζο. Η αφήγηση ξεκινάει με τον παρ’ ολίγον γάμο της Τζότζο, η οποία μετεωρίζεται μεταξύ έρωτα, φόβου δέσμευσης και χειραφέτησης. Η Κατ ετοιμάζεται να φύγει για το Κολέγιο, προκειμένου να σπουδάσει αστρονομία, ενώ παράλληλα δουλεύει στο αστεροσκοπείο και κάνει μπέιμπι σίτινγκ, επιδιώκοντας να συμπληρώσει τα χρήματα της υποτροφίας της. Η Ντέιζι προσπαθεί να αυτοπροσδιοριστεί, βρίσκοντας ένα στόχο, πέραν του να φύγει από το «Mystic Pizza», γεγονός που φαίνεται να κάνει ακόμα πιο σύνθετη η γνωριμία της με ένα νεαρό εύπορης οικογένειας. Οι αντιθέσεις της με την Κατ τη φέρνουν αντιμέτωπη με τη μητέρα της, η οποία ανησυχεί για το αβέβαιο μέλλον της. Αλλά σταδιακά τα πράγματα ξεκαθαρίζονται, ακόμα κι αν μένουν στο τέλος ανοιχτά σε κάποια επίπεδα. Η ταινία βρίσκει ισορροπίες στη χημεία των κεντρικών ηρωίδων όπως και της κάθε ιστορίας. Το τέλος διαθέτει τα ποσοστά βεβαιότητας και αβεβαιότητας που χρειάζονται για να μην είναι μελό, αφήνοντας στο θεατή μία ιδέα αμφιβολίας ανάμεικτης με ελπίδα, καθώς το μέλλον παραμένει ανοιχτό για τις τρεις νεαρές κοπέλες.
          Είναι ευχάριστη ταινία με άρωμα ’80s, με ένα κομμάτι πίτσα και χαλαρή διάθεση για μία ευχάριστη βραδιά με καλή παρέα. Κάτι σημειωτέο, δίνεται η εντύπωση ότι παίζουν πραγματικές γυναίκες που άνετες με το σώμα τους προβάλλουν ακόμα τις καμπύλες τους. Αργότερα το πρότυπο ομορφιάς πλαστικοποιήθηκε, γεγονός με αρνητικές επιδράσεις σε πολλούς τομείς.
             Εδώ κάνει το ντεμπούτο του ο Ματ Ντέιμον σε πολύ μικρό ρόλο, όπου τρώει αστακό στο ίδιο οικογενειακό τραπέζι με την Τζούλια Ρόμπερτς, όταν εκείνη γνωρίζει τους γονείς του καλού της.
           Η ιδέα για τη «Mystic Pizza» ξεκίνησε από ένα υπαρκτό ανάλογο μικρό μαγαζί στην ίδια τοποθεσία.
         Εφόσον η θεματική μας επικεντρώνεται στη γεύση, ίσως φανεί χρήσιμη η πληροφορία ότι «Mystic Pizza» υπάρχει και στην Αθήνα ήδη από το 2002 στην περιοχή των Εξαρχείων, ενώ αργότερα επεκτάθηκε και σε άλλες δύο περιοχές. Προσφέρει κυρίως πίτσα και ζυμαρικά, χρησιμοποιώντας βιολογικά προϊόντα, αλεύρι οργανικής κάνναβης και αλεύρι με ελάχιστη γλουτένη. Οι «Mystic pizza» στην Ελλάδα ξεκίνησαν από τη Θεσσαλονίκη το 1999. Προσφέρουν μία δυνατότητα να γευτεί κανείς την πίτσα διαφορετικά. Την έχω επισκεφτεί και έχει ενδιαφέρον.

Πιο πολλές πληροφορίες θα βρείτε σχετικά εδώ.
http://www.mystic.com.gr/el/

Julian Steinberg, «Never give our love away».

  
Picture
Cocktail (1988)
(Κοκτέιλ)

Σκηνοθέτης: Ρότζερ Ντόναλντσον
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Τομ Κρουζ, Ελίζαμπεθ Σου, Μπράιαν Μπράουν κ.ά.

Περιγραφή
Ο Μπράιαν Φλάνιγκαν, πρώην στρατιώτης, είναι ένας φιλόδοξος νεαρός που επιδιώκει να πιάσει την καλή χωρίς να διαθέτει τυπικά προσόντα. Πιάνοντας δουλειά σε ένα μπαρ, γίνεται άτυπος προστάτης και «μέντοράς» του ο συνάδελφός του Νταγκ, που τον μυεί σε έναν κόσμο νύχτας και εντυπώσεων με στόχο το κυνήγι του εύκολου χρήματος. Στο μυαλό του Νταγκ το μπαρ γίνεται ο βατήρας, για να πλησιάσουν στην πηγή. «Ένας μπάρμαν» του λέει «είναι ο αριστοκράτης της εργατικής τάξης. Υπάρχουν πολλών ειδών επενδυτές εκεί έξω». Ο Μπράιαν παρ’ όλα αυτά επιθυμεί να θέσει σε πιο σοβαρές βάσεις τις φιλοδοξίες του. «Και με τα βιβλία κάνεις λεφτά, αρκεί να ξέρεις να τα διαβάσεις» ισχυρίζεται.
          Πίνουν στην ιδέα «Κοκτέιλ και όνειρα», επίσης στην υγεία και τη φιλία, στη ζωή και το μέλλον. Γίνεται ζητούμενο το πώς να πουλήσει κανείς την τέχνη του, όποια κι αν είναι αυτή, αρκεί να μην είναι αέρας. Και εκεί αρχίζει η περιπέτεια για το ποιος θα μείνει πιστός στις αρχές του ή ποιανού οι ιδέες τελικά θα έχουν αντίκρισμα στην πραγματικότητα.
          Τελικά, η διαφορετικότητά τους επιφέρει τη σύγκρουση και ο Μπράιαν φεύγει για τη Τζαμάικα, όπου βρίσκει ξανά την ισορροπία και την ηρεμία του. Εκεί γνωρίζει την Τζόρνταν και μεταξύ τους εξελίσσεται μία ερωτική σχέση πιο σοβαρή ίσως από όσο στην αρχή την έχει υπολογίσει. Η ανατροπή, όμως, έρχεται όταν εμφανίζεται πάλι στη ζωή του ο άτυπος μέντοράς του, παντρεμένος με μία ευκατάστατη και πολύ νεώτερή του γυναίκα. Όλα δείχνουν πως πέτυχε το όνειρό του, αλλά μάλλον η πραγματικότητα τον προσγειώνει και τον διαψεύδει. Τελικά το κυνήγι των χρημάτων αποδεικνύεται μία φούσκα αν δεν υπάρχουν συναισθήματα και πραγματικές σχέσεις, και έτσι ο τροχός γυρίζει…
          Εδώ φτιάχνει κανείς ένα ωραίο αυτοσχέδιο κοκτέιλ στο σπίτι, αφήνεται και απολαμβάνει, καθώς σε αυτή την ταινία το αλκοόλ μεθά όσο και το χρήμα τους «νεοεκκολαπτόμενους καπιτάλες». Σε μια εποχή, λοιπόν, που η επιδίωξή του, έστω και στοιχειωδώς, φαίνεται ουτοπία, ας απολαύσουμε μία ταινία που κάποιοι το κυνηγούν νομίζοντας ότι μπορούν να το φτάσουν. Δεν αποτελεί τόσο ζητούμενο αυτό καθεαυτό το χρήμα, όσο νοητά παραπέμπει στην ιδέα ότι κάποιος δικαιωματικά θα μπορούσε ή θα έπρεπε να πληρώνεται για όσα προσφέρει. Το αυτονόητο έγινε ουτοπία σήμερα και ο κινηματογράφος προσφέρει μία δυνατότητα υπέρβασης. Στην υγειά σας με μία βότκα με στυμμένο λεμόνι και δύο παγάκια, όχι σπουδαίο κοκτέιλ, αλλά λιγότερο ξινό από όσα συμβαίνουν και «Cocktails and dreams»  λοιπόν!

 
Picture
The Cook, The Thief, His Wife & Her Lover (1989)
(Ο Μάγειρας, ο Κλέφτης, η Γυναίκα του και ο Εραστής της)

Σκηνοθέτης: Πίτερ Γκριναγουέι
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Ρισάρ Μπορενζέ, Έλεν Μίρεν, Τιμ Ροθ κ.ά.

Περιγραφή
Ο κλέφτης και σύζυγος της Τζορτζίνα εξουσιάζει το γκουρμέ εστιατόριο «Le Hollandais». Φέρει έναν αέρα διαστροφικού Ρωμαίου αυτοκράτορα της εποχής του εκφυλισμού των ηθών της Αυτοκρατορίας. Με τον μπρούσκο και αψύ του τρόπο σε σύγχρονα σουρεαλιστικά δεδομένα γίνεται ένας άξεστος, βίαιος και υπερόπτης αρχοντοχωριάτης στο μικρόκοσμό του, ο οποίος θεωρεί ότι δικαιούται να εξευτελίζει και να διαφεντεύει με την επιπλέον ιδιότητα του γκάνγκστερ. Η ταινία ξεκινάει με την εικόνα ενός ανθρώπου λουσμένου σε ακαθαρσίες. Καθώς εκείνος και οι ακόλουθοί του μπαίνουν από την πίσω πόρτα στο εστιατόριο βρισκόμαστε σε μία αντισυμβατική κουζίνα με ημίγυμνους μάγειρες να εκτελούν τα καθήκοντά τους, με ένα παιδί να τραγουδάει και με μία πεσμένη μισογερμένη ετοιμόρροπη ταμπέλα με το όνομα του πολυτελούς, κατά τα άλλα, χώρου να προοιωνίζει την εξέλιξη και την πτώση. Μετά η κάμερα εισέρχεται στην κύρια σάλα του εστιατορίου, όπου η ατμόσφαιρα και τα χρώματα αλλάζουν και πάλι.
         Η ταινία εικαστικά είναι πολλοί πίνακες μαζί. Με κυρίαρχο εκείνον της κεντρικής αίθουσας ως φόντο στα γεύματα, «The Banquet of the Officers of the St. George Militia of Haarlem» (1616) του Φρανς Χαλς. Η αισθητική και η ατμόσφαιρά της θυμίζουν κάτι από τη γιορτή των μεταμφιεσμένων στο Λύκο της Στέπας του Έρμαν Έσσε και από σκηνές γευμάτων στον «Καζανόβα» του Φελίνι. Έλκει, επίσης, ιδέες από τη ζωγραφική αλλά και από την τραγωδία, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς την εκτέλεση (βλ. «χορό» στην εκδίκηση στο τέλος), που τις επεξεργάζεται ο σκηνοθέτης δημιουργικά. Αυτά είναι μόνο η δική μου αίσθηση, βέβαια.

Picture
«The Banquet of the Officers of the St. George Militia of Haarlem» (1616) του Φρανς Χαλς.

Στο χώρο του φαγητού επικρατούν τα πολύ έντονα χρώματα το κόκκινο, το μαύρο, οι εντάσεις κορυφώνονται. Ο σύζυγος όταν βγαίνει από την κουζίνα με τους ατμούς μοιάζει να βγαίνει από μία κόλαση, ενώ επιτηδευμένη κόλαση γίνεται το τραπέζι όπου εκείνος αποφασίζει, κρίνει και διατάζει στο καθαυτό εστιατόριο. Η Κουζίνα έχει χρώματα τους ψυχρούς τόνους του πράσινου, με τον εξωτερικό χώρο λουσμένο σε μαύρο και σκούρες αποχρώσεις του μπλε. Η τουαλέτα, αντίθετα, ένας χώρος παλιότερα εκτός σπιτιού, γιατί θεωρούνταν ακάθαρτος, είναι κατάλευκη, συμβολίζοντας την αγνότητα. Και εκεί θα συναντηθούν στην αρχή η γυναίκα με τον επίδοξο εραστή. Η συνάντησή τους εξαγνίζεται, ενώ ακόμα και το φόρεμά της αλλάζει χρώμα, ταιριάζοντας με το περιβάλλον.
     Ο εραστής αποδεικνύεται «βιβλιοφάγος», αλλά, όταν το ανακαλύπτει ο άντρας της, τον μετατρέπει κατά κυριολεξία σε βιβλιοφάγο. Στη συνέχεια, όμως, πληρώνει με πολύ σκληρά αντίποινα αυτή την πράξη βίας, αναγκάζοντας τη Τζορτζίνα να ασκήσει άμεσα ή έμμεσα και εκείνη βία. Τελικά, το πνεύμα και το συναίσθημα αναγκάζονται να εξισωθούν ή να ακολουθήσουν τα μονοπάτια της βιαιότητας, για να την αντιμετωπίσουν;

Η ταινία κέρδισε βραβεία και υποψηφιότητες σε διάφορα φεστιβάλ και σχετικές διοργανώσεις βραβείων.


Βιβλία

Η σχέση πολλών καλλιτεχνών και συγγραφέων με τη μαγειρική και τη γεύση είναι συνήθως στενή ενίοτε και παθιασμένη. Ακόμα και όποιοι είναι μινιμαλιστές στις προτιμήσεις τους το κάνουν με τρόπο μερακλίδικο. Ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι πρόκειται για μία σύντομη σχετικά δημιουργία από το αποτέλεσμα της οποίας λαμβάνει κανείς γρήγορα ηθική ικανοποίηση. Ίσως τα γεύματα να γίνονται αφορμή για συγκεντρώσεις που γεννούν ιστορίες. Ίσως οι γεύσεις να ξυπνούν αναμνήσεις και να ωθούν στο σκάλισμα στοιβαγμένων επεξεργασμένων ή μη πληροφοριών που κυοφορούν ιδέες. Ίσως ακόμα να διεγείρουν τις αισθήσεις όταν νοητά ή πραγματικά οι δημιουργοί γίνονται μικροί αλχημιστές στην κουζίνα και μετά στο χαρτί. Ίσως ο καθένας να έχει απλώς τους λόγους του. Πάντως, σε αυτό το μέρος θα συμπεριληφθούν βιβλία που αναφέρονται στην τροφή ως ανάγκη, στην έννοια της κατανάλωσης ουσιών και της «αυτοκατανάλωσης», στη μαγειρική και σε βιβλία που σταχυολογούν δημιουργικά συνταγές μέσα από άλλα βιβλία ή ταινίες. Δεν ξεχνάμε και τα αφεψήματα ως αναπόσπαστο μέρος της γεύσης. Καλή ανάγνωση και στην υγειά σας με ένα παγωμένο λικεράκι μέντας, γιατί άρχισαν οι ζέστες!

Picture
Τα σταφύλια της οργής (1939)

Συγγραφέας: Τζον Στάινμπεκ
Εκδόσεις: Αναστασιάδη
Έτος: 1997

Περιγραφή
Το βιβλίο περιγράφει την περιπέτεια μίας οικογένειας αγροτών, η οποία εξαιτίας  της Ύφεσης μένει στο δρόμο και προλεταριοποιείται. Σε συνδυασμό, όμως, με τις περιόδους ξηρασίας, την εντατική καλλιέργεια της γης με μονοκαλλιέργειες, που εξασθενεί το έδαφος και την απόδοσή του, και την προσπάθεια των τραπεζών να πάρουν για ένα κομμάτι ψωμί την περιουσία των χρεωμένων μικροϊδιοκτητών, αντικαθιστώντας τα ανθρώπινα χέρια με τρακτέρ. Αρχίζει τότε ένα μεγάλο ταξίδι πάνω σε ένα ετοιμόρροπο φορτηγό προς τη Δύση, από την Οκλαχόμα έως την Καλιφόρνια, τη γη της επαγγελίας, με σκοπό να δουλέψουν τα μέλη της ως εργάτες πλέον σε χωράφια μεγαλοϊδιοκτητών. Η ιστορία της οικογένειας γίνεται αφορμή για να περάσει στο μυθιστόρημα όλο το ιστορικό πλαίσιο της εποχής. Όσο κινούνται δυτικά ακούνε από άλλους φήμες για το ποιοι ζητούν εργατικά χέρια και για τα μεροκάματα σε μία ατμόσφαιρα κυνηγιού μιας χίμαιρας και αυξανόμενου ανταγωνισμού. Η σκόνη, η πείνα, οι ελπίδες που πέφτουν στο κενό, καθώς και η ενότητα της οικογένειας που προσπαθεί να επιβιώσει παρ’ όλες τις δυσκολίες και τις αντιθέσεις επικρατούν. Είχα διαβάσει το βιβλίο πριν χρόνια. Θυμάμαι, διαβάζοντάς το να με βασανίζει ένα διαρκές αίσθημα πείνας, βλέποντας αυτή την οικογένεια με αγωνία σελίδα τη σελίδα να παλεύει κάθε μέρα με ελάχιστα υλικά για την εξασφάλιση ενός γεύματος. Το λαρδί με το αλεύρι ήταν οι πρωταγωνιστές που έφτιαχναν μικρά θαύματα σε ένα τηγάνι από το τίποτα. Και όταν αυτό επιτυγχανόταν αντανακλάτο σε ψήγματα χαράς σε μία σκονισμένη, ανέλπιδη και απεγνωσμένη πάλη με τη ζωή και τον άνθρωπο που εκμεταλλεύεται τον άνθρωπο.
         Στην Καλιφόρνια περιμένουν να βρουν διάφορα προϊόντα, ζουμερά φρούτα που διαρκώς τα ονειρεύονται, μεταξύ αυτών και σταφύλια. Είναι γνωστοί οι αμπελώνες της περιοχής, από όπου έως σήμερα παράγεται κρασί. Πρόκειται όμως για σταφύλια «φανταστικά». Στην ουσία, για να γίνει το οτιδήποτε, ακόμα και μέχρι να φτάσει κανείς στα χωράφια όπου νωρίτερα ζητούσαν εργάτες, χαμένος βγαίνει αναλογικά. Το αδιέξοδο υψώνεται διαρκώς μπροστά τους, παιδιά πεθαίνουν από την πείνα, όλα μοιάζουν με μία κακή φάρσα ή «συνωμοσία» αφανισμού μίας ολόκληρης οικονομικής τάξης ανθρώπων, καταδικάζοντάς την στην ανέχεια και την εξαθλίωση. Μέχρι και την τελευταία στιγμή η έγκυος κόρη της οικογένειας χάνει το παιδί της ‒ την ελπίδα της αναγέννησης. Υπάρχει μία συμβιβαστική ελπιδοφόρα λύση στο τέλος με τον πεινασμένο εργάτη που βυζαίνει το γάλα της, για να μην πεθάνει, γιατί τίποτα δεν μπορεί και δεν πρέπει να πηγαίνει χαμένο όταν ακόμα και η ελπίδα ψυχορραγεί. Αλλά πρόκειται για μία ελπίδα αμφίσημη και αινιγματική, σαν το χαμόγελο της Ρόουζ, όταν κατορθώνει τα ενώσει τα χείλη της στο τέλος έτσι που να το σχηματίσουν. Είναι από τα βιβλία που ρουφούν τον αναγνώστη στην ατμόσφαιρά τους, η οποία μένει στην μνήμη όσα χρόνια κι αν περάσουν. Έχει ενδιαφέρον η γλώσσα και στο πρωτότυπο κείμενο. Το 1940 το βιβλίο γυρίστηκε και σε ταινία.


Picture
Γυμνό Γεύμα (1959)
(Naked Lunch)

Συγγραφέας: Ουίλιαμ Μπάροουζ
Εκδόσεις: Τόπος
Έτος: 2010

Περιγραφή
Μοιάζει με ανάποδο παραμύθι, όπου ένα ξωτικό, αντί να παρασέρνει με τη φλογέρα παιδιά, γίνεται έμπορος ναρκωτικών και περνώντας απαρατήρητος σαν σκιά μεταδίδει στους περαστικούς μελωδίες που τους νομίζουν δικές τους. Αυτό το βιβλίο αφορά, μεταξύ άλλων, ουσίες, που εισχωρούν στο σώμα, όπως και τους χρήστες, των οποίων το «φαγητό» τούς καταστρέφει σταδιακά εγκεφαλικά κύτταρα και κορμί. Πρόκειται για αντι-βιβλίο ή για αντι-ιστορία, σε σχέση με το θέμα της τρελής piñata, που βρίσκεται στην περιφέρειά του, όμως, καθώς οι ουσίες καταναλώνονται. Η πλοκή δεν αποτελεί στόχο, ώστε να δεθούν πάνω της τα νοήματα, τα πρόσωπα και η εξέλιξη. Οι πληροφορίες και οι πολλαπλές ιστορίες, που λειτουργούν ως αφήγηση μέσα στην αφήγηση, είναι διαρκείς και καταιγιστικές. Η συγκεκριμένη έκδοση στο τέλος συμπεριλαμβάνει και εναλλακτικές εκδοχές κειμένων του συγγραφέα ή αχρησιμοποίητα κείμενα του ίδιου. Το βιβλίο γράφτηκε στη διάρκεια εννέα ετών και προέκυψε από μία σύνθεση πολλών κειμένων όταν επρόκειτο να εκδοθεί το 1959. Αποτελεί στο σύνολό του ένα κείμενο ευέλικτο, ρευστό, που αντέχει να «χωράει», να απλώνεται, να «καταπίνει» τους αναγνώστες τους, όπως οι ήρωές του καταναλώνουν τις ουσίες. Περιγράφει έναν αντί-κοσμο, πραγματικό, όμως, υπαρκτό.
     Ο συγγραφέας με αφοπλιστικό χιούμορ και σάτιρα «σφάζει» ανεπιτήδευτα και μετά κατακεραυνώνει με εικόνες διάβρωσης, πτώσης, εκφυλισμού, σήψης, και κοινωνικού ξεπεσμού, διαμορφώνοντας ένα ψυχεδελικό πλαίσιο, που στον πυρήνα του κάνει το παράδοξο να μοιάζει σχεδόν ορθολογικό. Το χιούμορ δε χρησιμοποιείται για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη δική του απόπειρα ερμηνείας του κόσμου όσο και οι εντός παρενθέσεως πληροφορίες.
         «Αλάνια όλου του κόσμου» γράφει «υπάρχει ένα Κορόιδο που δεν μπορείτε να ξεγελάσετε: Το Κορόιδο Μέσα σας…»[1].
         Έτσι, το ιστορικό φόντο της εποχής έμμεσα,  οι  συνήθειες, το λεξιλόγιο και ο τρόπος ζωής κυρίως του περιθωρίου εξάγονται από το κείμενο μέσα από ένα ταξίδι και κυριολεκτικό, καθώς ακολουθούμε την πορεία του Μπάροουζ από τη Νέα Υόρκη, στο Μεξικό και στην Ταγγέρη.
          Η πείνα θίγεται ως θέμα. Γιατί σε κάποια είδη ναρκωτικών δημιουργείται μία ακατάσχετη πείνα. Σαν να μπαίνει το κορμί σε μία κατάσταση πυρετώδους λαιμαργίας. Επιδιώκει να στυλωθεί, για να επιδοθεί και πάλι στο όργιο κατανάλωσης ουσιών. Όλα μεταφράζονται μέσα από τον εθισμό. Περιγράφεται η ψυχοσωματική επίδραση κάθε είδους ουσιών, η αγωνία εύρεσης της δόσης, ανέπαφης φλέβας, η διαδικασία απεξάρτησης, η εμπειρία στέρησης και το κατρακύλισμα. Το Γυμνό Γεύμα μιλάει για το γεύμα που λαμβάνει χώρα από το ίδιο το κορμί, καθώς ο χρήστης καταναλώνοντας ουσίες αυτοκαταναλώνεται. Καμία απόλαυση δε μετρά, δεν επικρατεί, δεν «επιβιώνει», όταν γίνεσαι ένα «γκρίζο πρεζωμένο στοιχειό» ένας «Αόρατος Άνθρωπος»[2]. Ο Μπάροουζ μοιραζόμενος τις εμπειρίες του διευκολύνει την κατανόηση της συναισθηματικής κατάστασης και της συμπεριφοράς των χρηστών με παρατηρήσεις όπως:
         «Τα πρεζόνια δεν έχουν ντροπή… Η αποστροφή που προκαλούν στους υπόλοιπους δεν τους αφορά. Αμφιβάλλω αν είναι δυνατή η ύπαρξη ντροπής απουσία της λίμπιντο…»[3]
       Από την άλλη, βλέπουμε χρήστες που γίνονται πειραματόζωα γιατρών και εργαλεία της αστυνομίας.
         Το Γυμνό Γεύμα είναι γραμμένο σε γλώσσα γυμνή, ανεπιτήδευτη, αφτιασίδωτη. Η φαντασία του ανοίγει ένα παράθυρο για νέους κόσμους, ανεξαρτήτως του περιθωρίου. Μία λέξη που συναντάται συχνά είναι το «φασματικός», ίσως γιατί γράφει για παράλληλους κόσμους που μπορεί να μοιάζουν με απειλή, αλλά λίγο να στρέψει το βλέμμα του κανείς εξαφανίζονται, ίδια φαντάσματα. Θίγεται εξάλλου στο βιβλίο και άμεσα και έμμεσα η υποκρισία και η ηθελημένη άγνοια ή παραγνώρισή τους. Μοιάζει να βρίσκεται σε ένα όριο μεταξύ ευφυΐας και διαστροφής όπου σαν ένας άλλος Μαρκήσιος ντε Σαντ, και χρησιμοποιώντας άλλες βιωματικές σωματικές διαδικασίες, όχι μόνο σεξουαλικές, αφήνει το πολιτικό, κοινωνικό σχόλιό του και μία μαρτυρία εποχής. Ο ρατσισμός, ο κομουνισμός, η υποκρισία της Δύσης, όλα τίθενται στο μικροσκόπιο από την πένα του συγγραφέα. Αποτελεί πυρήνα των Μπίτνικς, άλλωστε, μαζί με τους Τζακ Κέρουακ και Άλεν Γκίνσμπεργκ, ένα λογοτεχνικό ρεύμα που στόχευε στο να ξεβολέψει από τη συμβατικότητα και την υποκρισία του συντηρητισμού την αμερικανική κοινωνία της δεκαετίας του ’50, θίγοντας θέματα έως τότε απαγορευμένα. Επιδόθηκαν και σε μεθοδολογικούς πειραματισμούς, όπως η «λεκτική συναρμολόγηση» του Μπάροουζ και του Μπριόν Ζισίν, που συνταίριαζαν άσχετα μεταξύ τους κείμενα, αναδημιουργώντας νέες δομές[4].
         Το βιβλίο δεν έχει μία συμβατική δομή. Θα μπορούσε να είναι πολλές ιστορίες σε μία, ακόμα και το κάθε κεφάλαιο θα μπορούσε να είναι χωρισμένο σε υποκεφάλαια. Μοιάζει να φαίνονται ασύνδετα τα όσα γράφει, αλλά υπάρχει ένας κοινός παρανομαστής, ασχέτως σύνδεσης και πλοκής. Επίσης δεν ταξιδεύει απαραίτητα, αλλά προβληματίζει. Είναι ένα πολύ εγκεφαλικό βιβλίο στο οποίο, κατά τη γνώμη μου, αν σταθεί κάποιος στην αισθητική των σκηνών που θα μπορούσαν να σοκάρουν ή να προκαλέσουν συναισθήματα αποστροφής, μάλλον θα χάσει την επήρεια των συναισθημάτων ή την πίεση υπό την οποία γράφτηκε. Σίγουρα ο Μπάροουζ ήταν ένα ανήσυχο πνεύμα, κάτι που οξυνόταν ίσως και να ξέφευγε τελείως από ελεγχόμενα όρια με τη χρήση ναρκωτικών. Και πάλι, όμως, παρότι οι εικόνες του μοιάζουν ψυχεδελικές, ξεκομμένες η μία από την άλλη, διατρέχονται από μία λογική, είναι μεταφορές, έχουν κάτι να πουν.
         Το ιστορικό πλαίσιο σύνθεσης της αφήγησης, η μεταπολεμική επομένως δεκαετία του ’50 στην Αμερική και στην Ταγγέρη η οποία υπήρξε πόλος έλξης καλλιτεχνών και ανοιχτό πεδίο πειραματισμών, αποτελεί αδιαίρετο συστατικό της αποσπασματικής μορφής του βιβλίου και της δομικής του ρευστότητας, που ξεχύνεται σαν συνδετικό υλικό αποσυντονισμένων μεταξύ τους δομικών στοιχείων, ασκώντας αναπόφευκτα επιρροή. Αυτό να εξηγεί ενδεχομένως και τον τρόπο της μεταγενέστερης αντιμετώπισής του ανάλογα με την εκάστοτε επικρατούσα πολιτική κατάσταση. Προσωπικά, μου θύμισε την αποσπασματικότητα σε κάποια κείμενα μεσοπολεμικών Γερμανών συγγραφέων, που πάλι μετά από έναν πόλεμο, τον Α’ Παγκόσμιο, περιέγραφαν έναν κόσμο ο οποίος πάλευε να αυτοπροσδιοριστεί.  Υπάρχουν κάποιες αναλογίες, που δεν είναι όμως ομοιότητες. Ο Μπάροουζ, εκφράζοντας μία άλλη εποχή, απεκδύεται τη θολούρα του ονείρου. Ακόμα και τα όνειρα μοιάζουν τόσο αληθινά, που χτυπάει το μαχαίρι στο κόκαλο. Δεν υπάρχει πλέον καμία διάψευση, καμία αμφιβολία ότι η σήψη θα μπορούσε και να μην είναι σήψη. Η σήψη είναι σήψη, μόνο οι οπτικές γωνίες αλλάζουν.

[1] Ουίλιαμ Μπάροουζ, Γυμνό Γεύμα, εκδόσεις Τόπος, Αθήνα, 2010, σελ. 25.
[2] Ουίλιαμ Μπάροουζ, Γυμνό Γεύμα, ό.π., σελ. 80.
[3] Ουίλιαμ Μπάροουζ, Γυμνό Γεύμα, ό.π., σελ. 80.
[4] Ουίλιαμ Μπάροουζ, Γυμνό Γεύμα, Παράρτημα, ό.π., σελ. 374.


Picture
Το πεθαμένο λικέρ (1987)

Συγγραφέας: Γιάννης Ξανθούλης
Εκδόσεις: Καστανιώτη
Έτος: 2007

Περιγραφή
Η αφήγηση εκτυλίσσεται ανάμεσα στο 1957 και 1959. Παρακολουθούμε την ιστορία τριών παιδιών, δύο δίδυμων δεκάχρονων αρχικά και της μεγαλύτερης αδελφής τους, που έχουν ήδη χάσει τον πατέρα τους, ενώ η μητέρα τους ξαναπαντρεύεται. Οι πρώτες σκηνές είναι καταλυτικές, για να εξηγήσουν τις σύνθετες σχέσεις των ηρώων στη συνέχεια. Τα τρία αδέλφια στο υπόγειο του παλιού σπιτιού, όπου υπάρχει το μεγάλο σκουριασμένο ντεπόζιτο της βιομηχανίας του παππού, που έφτιαχνε λικέρ, τελούν ένα συμβολικό και τελετουργικό γάμο μεταξύ τους. Ένα ψήγμα αυτού του κλίματος:
         «Όπως αγαπούν τα παιδιά μεταξύ παιχνιδιού και ωραίων φαντασιώσεων, μεταξύ μιας αθώας ιστορικής ανακρίβειας κι εκείνης της τοξικής ουσίας που είναι έρωτας, αλλά που δεν έχει αντιστοιχία όταν είσαι παιδί»[1].
        Μέσα από την πλοκή βλέπουμε τις διαφορετικές μεταβάσεις προς την εφηβεία και την ενηλικίωση, καθώς το κάθε παιδί μεγαλώνει και αναπτύσσεται με τους δικούς του ρυθμούς. Επίσης τον τρόπο που λίγο πολύ αντιμετωπίζονταν τότε τα παιδιά με τις ανάλογες επιδράσεις. Ένας χαρακτηριστικός μικρός διάλογος μεταξύ των διδύμων.
         «Είμαι παιδί»
         «[…] κι εγώ είμαι, αλλά δε μας παίρνει να το δείχνουμε»[2].
     Πίσω από αυτές τις διαδικασίες και συνθήκες υφαίνεται και το φόντο της ιστορικής πραγματικότητας της εποχής, το πώς όλα αυτά μετουσιώνονταν μέσα από τα μέλη μίας ευρύτερης οικογένειας και σταδιακά μέσα από το παλιό σπίτι που δίνεται για αντιπαροχή. Αυτό σηματοδοτεί ένα τέλος εποχής. Υπάρχουν πολλές γνώριμες και οικείες εικόνες για όποιον είχε την τύχη να μεγαλώσει ή να ζήσει σε ένα παλιό σπίτι με τα χαλιά, τα βύσσινα, τα λικέρ, τα δωμάτια-Σιβηρία, τις εξερχόμενες του τοίχου σωλήνες κ.ά.
     Το βιβλίο μού δημιούργησε τη νοσταλγική μελαγχολία που δημιουργεί η αναπόληση μίας παλιότερης εποχής και αισθάνθηκα μία τέτοια πνοή να έρχεται και από τη δεκαετία του ’80, όπου γράφτηκε. Γιατί ο αφηγητής, το ένα από τα δύο δίδυμα αδέλφια, θυμάται. Και αναμειγνύεται η ατμόσφαιρα του τέλους της δεκαετίας του ’50 με την αναπόλησή της τριάντα χρόνια αργότερα. Το λεπτό χιούμορ του συγγραφέα και οι περιγραφές ονείρων διαπερνούν το βιβλίο, όπως και όσα άλλα δικά του έχω έως τώρα διαβάσει.

[1] Γιάννης Ξανθούλης, Το Πεθαμένο Λικέρ, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1987, σελ. 62..
[2] Γιάννης Ξανθούλης, Το Πεθαμένο Λικέρ, ό.π., σελ. 85.


Picture
Η Εθνική Φασουλάδα (1993)

Συγγραφέας: Ηλίας Πετρόπουλος
Εκδόσεις: Νεφέλη
Έτος: 1993

Περιγραφή
Τα βιβλία του Ηλία Πετρόπουλου είναι απολαυστικά. Το συγκεκριμένο όντας και μικρούλι διαβάζεται ευχάριστα και απνευστί. Εμπεριέχει ένα κείμενο για τη φασολάδα και ένα για την ομελέτα. Κάνει τις γνωστές αναλύσεις του για τη λέξη φασόλι σε διάφορες γλώσσες των οποίων οι λαοί καταναλώνουν το συγκεκριμένο όσπριο. Αναλύσεις για την προέλευση επίσης της πλούσιας γευστικά αυτής σούπας και για το τι προϋπήρχε αυτής σε μία προσπάθεια να βάλει τα πράγματα στη θέση τους για το αν τελικά η «φασουλάδα είναι το φαΐ της φτωχολογιάς», κάτι που χαρακτηρίζει ως «προχειρολογία». «Αντιπαρατίθεται» νοητά και με τον εξευρωπαϊσμένο στις συνταγές του Σίφνιο Νικόλαο Τσελεμεντέ, δίνοντας μάλιστα συνταγές για διάφορα πιάτα με φασόλια. Μας πληροφορεί άλλοτε κυριολεκτώντας, όπως όταν γράφει ότι «οι νεοέλληνες αποκαλούσαν την κλειτορίδα φασολάκι»[1]. Άλλοτε με χιούμορ: «Πολλά φαγητά τέρπουν το λαρύγγι και το στομάχι. Η φασουλάδα υπερτερεί όλων, καθότι ευχαριστεί, επιπλέον, την κοιλιά και τον πρωκτό. Ανέκαθεν αντιμετώπιζα την πορδή σαν γέλιο της κωλοτρυπίδας»[2]. Και μεταξύ αυτών κάνει και τις παρεμβάσεις του, που μοιάζουν τόσο επίκαιρες: «Η χώρα μας μαστίζεται από μία πολιτιστική κρίση. Η χώρα μπαίνει τώρα στη χειρότερη φάση αυτής της κρίσης. Ο λαός (που δε είναι καθόλου αγνός και αθώος) ευθύνεται εν μέρει για την κρίση. Το μεγαλύτερο ποσοστό της ευθύνης το έχει και το κατέχει το Κράτος, όπως εκφράζεται από τους σάπιους πολιτικάντηδες. Εδώ και σαράντα χρόνια η Ελλάδα κατευθύνεται από βάρβαρους πολιτικούς ‒το κείμενο υπογράφτηκε το Δεκέμβριο του ’89‒ […] Η γενιά μου (δηλαδή, οι λογοτέχνες και οι καλλιτέχνες της γενιάς μου) έπραξαν το παν για να ανακόψουν τον αμερικάνικο τρόπο ζωής.  Μόνον έτσι μπορώ να ιδώ την προσπάθεια του Μάνου Χατζηδάκη. Οι έλληνες πρωθυπουργοί μισούν θανάσιμα τους έλληνες συγγραφείς και καλλιτέχνες. Η λεγόμενη συνείδηση του έθνους δεν εκφράζεται από τους πρωθυπουργούς, αλλά από τον Καστοριάδη, από τον Καρούζο, από τον Φασιανό, από τον Σαχτούρη, από τον Ελύτη. Οι πρωθυπουργοί μας είναι πολύ περήφανοι γιατί έχωσαν την Ελλάδα στο ευρωπαϊκό μαντρί. Ασφαλώς, οι κύριοι πρωθυπουργοί θα τα κονομήσουν χοντρά. Κι ο λαός θα εξαναγκαστεί ν’ αλλάξει μοντέλο. Αυτή τη φορά ο κίνδυνος θα ξεκινήσει από τη Δυτική Γερμανία.  […] Οι νέοι μας πρέπει αμέσως ν’ αρχίσουν την πολεμική εναντίον της παμφάγου Δυτικής Γερμανίας. Κι αν εδανείστηκα τη θέση του Παπαδημητρακόπουλου είναι γιατί κατέλαβε ήδη σημαντικότατη και επίζηλη θέση στην σύγχρονη πεζογραφία μας. Για να ξεχάσω τα καθάρματα που διοικούν την Ελλάδα, επιστρέφω με χαρά στη φασουλάδα (ζητώντας συγνώμη για την ακούσια ομοιοκαταληξία)»[3].
         Κι όμως μπορούν να χωρέσουν πολλά σε ένα μικρό βιβλιαράκι. Αποτελεί και αυτό μέρος της τέχνης της γραφής. Αν το βρείτε κάπου, διαβάστε το, προκαλεί τη σκέψη σε συνδυασμό με τον ουρανίσκο, ακαταμάχητος συνδυασμός.

[1] Ηλίας Πετρόπουλος, Η Εθνική Φασουλάδα, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 1993, σελ. 24.
[2] Ηλίας Πετρόπουλος, ό.π., σελ. 58.
[3] Ηλίας Πετρόπουλος, ό.π., σελ. 26-29.


Picture
Γεύματα Συγγραφέων (1996)

Συγγραφέας: Ορέτα Μπονγκαρτζόνι
Εκδόσεις: Καστανιώτη
Έτος: 2000

Περιγραφή
Το βιβλίο αποτελεί μία επιλεγμένη συλλογή αποσπασμάτων μαζί με μικρή περίληψη κλασικών και γνωστών βιβλίων, που περιγράφουν γεύματα ή έχουν αναφορές σε φαγητό, ξεκινώντας από την Αγία Γραφή και το «Μάννα». Στη συνέχεια ακολουθούν οι συνταγές για τα αναφερόμενα πιάτα, που προέρχονται από τη χώρα και την εποχή στα οποία αναφέρεται το εκάστοτε βιβλίο. Στο τέλος υπάρχει ένα μικρό αφιέρωμα στο τσάι και στα συνοδευτικά του, ενώ ακολουθούν σύντομα βιογραφικά όλων των συγγραφέων.
          «Το “όσο χρειάζεται” είναι, εν συντομία, το σημείο της σύγκλισης και της εξισορρόπησης ανάμεσα στο τυχαίο και στο όριο. Η ικανότητα εντοπισμού αυτού του σημείου είναι και το απαιτούμενο προσόν για όποιον μαγειρεύει. Και σ’ αυτή πιθανόν να βρίσκεται και το μυστικό της κουζίνας ως γλωσσικό ιδίωμα και ως μορφή τέχνης» αναφέρει η συγγραφέας στον Πρόλογο[1].
          Βρήκα ενδιαφέρον το βιβλίο, γιατί εκτός από τις συνταγές μπορεί κανείς να έρθει συνοπτικά σε επαφή με διάφορους συγγραφείς και, αν θέλει, στη συνέχεια να διαβάσει κάποιο από τα εμμέσως προτεινόμενα βιβλία. Δεν υπάρχουν μόνο μυθιστορήματα, αλλά και διηγήματα, αφηγήματα, νουβέλες κ.ά. Μία από αυτές είναι και το Δείπνο της Μπαμπέτ της Κάρεν Μπλίξεν, όπου παίρνουμε τη συνταγή για «Ορτύκια σε σαρκοφάγο», η οποία αποτελούσε δημιουργία της σεφ της ιστορίας.
          Κρατώ ένα σημείο από την αναφορά στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Ένας γλυκύτατος θάνατος ή Ένας πολύ γλυκός θάνατος γραμμένο από τη Σιμόν Ντε Μποβουάρ για τη μητέρα της, που δείχνει χαρακτηριστικά το πώς παρατίθενται κάποια σημεία μεταβαίνοντας στη συνταγή.
          «Δεν την είχαν συνηθίσει ούτε να βλέπει καθαρά την ίδια την ψυχή της ούτε να χρησιμοποιεί την προσωπική της κρίση. Έπρεπε πάντα να κρύβεται πίσω από κάποια εξουσία· όμως αυτά που εκείνη σεβότανε δεν ήταν κάποιες συμφωνίες… Συχνά είναι γόνιμο να σκέφτεσαι ενάντια στον εαυτό σου· όμως για τη μητέρα μου ήταν μία διαφορετική ιστορία: αυτή έζησε ενάντια στον εαυτό της. Εκτός ίσως από εκείνο το απόγευμα του καλοκαιριού, που, κοριτσάκι, έτρωγε τα δαμάσκηνα πάνω στο δέντρο»[2]. Και αμέσως μετά ακολουθεί μία συνταγή για τάρτα με δαμάσκηνα από το Γαλλία του 1890.

[1] Ορέτα Μπονγκαρτζόνι, Γεύματα Συγγραφέων, Εκδόσεις Καστανιώτη,  Αθήνα, 2000, σελ. 15.
[2] Ορέτα Μπονγκαρτζόνι, Γεύματα Συγγραφέων, ό.π., σελ. 111.


Picture
Γυναίκες από ζάχαρη (2004)

Συγγραφέας: Τίνυ Μαρτίνι
Εκδόσεις: Καστανιώτη
Έτος: 2004

Περιγραφή
Η ιστορία διαδραματίζεται στη μεταπολεμική Κέρκυρα. Το βιβλίο είναι διάσπαρτο με «αστεία» ή «ψευτο»-γλυκά φτιαγμένα σχεδόν με το «τίποτα», κάτι που θυμίζει τους ψευτοκεφτέδες, που είναι χωρίς κρέας. Η επινοητικότητα, λοιπόν, στα φαγητά γέμιζε την κατσαρόλα και τα πιάτα κάθε μέρα με ελάχιστα υλικά. Αυτά έχρισαν τη γιαγιά Αμάλια, την τζία Κατίνα αλλά και τις γυναίκες της εποχής ως «γυναίκες από ζάχαρη», που έκαναν μία νέα αρχή μετά την καταστροφή των σπιτιών τους από τις εμπρηστικές βόμβες των Γερμανών. Οπότε η ζάχαρη έχει διπλό νόημα, κυριολεκτικό και μεταφορικό, γιατί με λίγη ζάχαρη φτιάχνονται σπουδαία γλυκά, αλλά με χιούμορ και χαμόγελο ζαχαρώνουν η διάθεση και η ζωή. Μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που επιλέγει να μείνει με τη γιαγιά του διαγράφεται η ιστορία της οικογένειας και δευτερευόντων χαρακτήρων, όπως σταδιακά ανασταίνονταν μέσα από τα συντρίμμια και τις προσπάθειες του νησιού να επουλώσει τις πληγές του.
         «Γιατί μέσα σ’ αυτές τις δύο συλλαβές, “γιαγιά”, βρίσκεται ο άνθρωπος που δεν μας αμφισβητεί σε ηλικίες που οι άλλοι μας αμφισβητούν. Ο άνθρωπος που μας ακούει ενώ οι άλλοι δεν μας ακούν […] Δεν μπορούσα να την αποχωριστώ τη γιαγιά μου. Μ’ άρεσε! Μύριζε όμορφα! Τα χέρια της, το πρόσωπό της, τα ρούχα της, το σπίτι της! Μύριζε όμορφα και το όνομά της. Αμάλια. Ναι, έτσι γράφεται, έτσι την έλεγαν. Όχι Αμαλία, προς Θεού, μην το διορθώσετε. Θα χάσει τον ήχο του. Θα χάσει το χάδι του»[1].
         Οι μέρες της εβδομάδας καθόριζαν τις δουλειές όσο και οι εποχές, ενώ με την ίδια τακτικότητα φτιάχνονταν τα εδέσματα ανάλογα με την περίσταση, καθημερινή ή ξεχωριστή. Με λίγη φαντασία, βέβαια, όλα ιδιαίτερα γίνονται. Το κερκυραϊκό ιδίωμα δίνει χρώμα στο βιβλίο, οι συνταγές άρωμα, οι εικόνες του ζωντάνια. Θα μπορούσε να αποτελεί ένα ενδιαφέρον εγχειρίδιο οικιακής οικονομίας, καθώς βλέπουμε το πώς διατηρούνταν τότε ένα νοικοκυριό με το πλύσιμο των ρούχων, τη συντήρηση των τροφίμων κτλ. Ήταν μία περιπετειώδης τέχνη η επιβίωση, της οποίας η αίσθηση επανέρχεται σήμερα και μοιάζει με τραγική ειρωνεία. Στο τέλος παρατίθενται όσες κερκυραϊκές συνταγές συναντάμε στο βιβλίο βουτηγμένες στην αφήγηση.

[1] Τίνυ Μαρτίνι, Γυναίκες από ζάχαρη, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2004, σελ. 21, 30-31.


Picture
Η σούπα του Κάφκα (2005)

Συγγραφέας: Μαρκ Κρικ
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Έτος: 2009

Περιγραφή
Αυτό είναι το πρώτο βιβλίο του Μαρκ Κρικ. Το κάθε κεφάλαιο είναι αφιερωμένο σε μία διαφορετική συνταγή, γραμμένη στο ύφος κάποιου γνωστού συγγραφέα. Ο Μαρκ Κρικ κάνει μία εμπνευσμένη αναδημιουργία ήδη γνωστών κειμένων όχι μόνο ακολουθώντας το ύφος γραφής, αλλά δανειζόμενος πρόσωπα και φράσεις που αποκτούν άλλη διάσταση, χωρίς να χάνουν τα γνώριμα χαρακτηριστικά τους. Για παράδειγμα, στη «Σούπα του Κάφκα» αναγνωρίζουμε τον Κ. από τη «Δίκη» και μοιάζει να τον παρακολουθούμε σε ένα λίγο παραλλαγμένο επεισόδιο. Έτσι περνούν μέσα στις σελίδες του βιβλίου συγγραφείς φιλτραρισμένοι από την πένα του Μαρκ Κρικ, όπως η Τζέιν Όστιν, η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Τζον Στάινμπεκ, ο Κάρολος Ντίκενς, ο Γκρέιαμ Γκριν, ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, ο Όμηρος και άλλοι. Ενώ κάποιες από τις συνταγές είναι ριζότο με μανιτάρια, τάρτα με κρεμμύδια, μύδια με κρασί, κέικ σοκολάτας, τιραμισού, κοτοπουλάκια γεμιστά, αρνί με σάλτσα άνηθου, κόκορας κρασάτος και άλλες. Τα υλικά των λαχταριστών συνταγών δίνονται στην αρχή και η εκτέλεσή τους δένεται με την αφήγηση με φαντασία και επιτυχία, έτσι που προκύπτει ένα βιβλίο σύντομο και περιεκτικό, για να διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα. Οι συνταγές, πάλι, δεν πάνε χαμένες. Μπορούν να σερβιριστούν ως πιάτα σε μία βραδιά αφιερωμένη στην ανάγνωση κειμένων και στη γεύση με ωραία παρέα και με καλούς φίλους!
         Είναι ενδιαφέρουσα και η άσκηση ύφους και οι συνταγές αυτές καθαυτές. Συμπεριλαμβάνονται 17 συνταγές, ενώ στο Επίμετρο της μεταφράστριας Αθηνάς Δημητριάδου υπάρχει άλλη μία, «Γλυκό του κουταλιού βύσσινο» αλά Κ.Π. Καβάφη, φτιαγμένη από την ίδια.


Picture
Η σάλτσα ήταν σχεδόν τέλεια (2008)

Συγγραφέας: Αν Μαρτινέτι και Φρανσουά Ριβιέρ
Εκδόσεις: Πατάκη
Έτος: 2010

Περιγραφή
Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ ήταν μία πολύ οικεία καλλιτεχνική παρουσία σε όσους από εμάς στηνόμασταν μπροστά από την τηλεόραση, για να παρακολουθήσουμε εκείνο το ημίωρο σχεδόν επεισόδιο της τηλεοπτικής του σειράς «Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει» πριν από αρκετά χρόνια. Το στοίχημα ήταν πάντα να μαντέψουμε τη λύση, η οποία στο τέλος ξάφνιαζε συνήθως λυτρωτικά. Εμένα με συνέπαιρνε η αφήγηση και δεν είχα το μυαλό μου εκεί τελικά, για να είμαι ειλικρινής, γιατί αφηνόμουν στην ιστορία. Μία άλλη ιδιαιτερότητά του ήταν ότι έκανε ένα μικρό πέρασμα στις ταινίες του και περίμενα να τον αναγνωρίσω, παρασυρόμενη σε ένα μικρό παιχνίδι που σκηνοθετούσε με συμμέτοχο το κοινό του. Έτσι φαινόταν σε μένα τουλάχιστον.
         Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, εκτός από σκηνοθέτης, όμως, ήταν και λάτρης του καλού φαγητού, έχοντας εξοικειωθεί με μυρωδιές, γεύσεις και προϊόντα ήδη από το παντοπωλείο του πατέρα του. Φέροντας από μικρή ηλικία πολλά κιλά και όντας μοναχικός μάλλον τύπος ξέφευγε μέσω της φαντασίας και των γευμάτων σε άλλους κόσμους. Τελικά, διοχέτευσε το πάθος του για ζωή στον κινηματογράφο με ταινίες που προβάλλουν στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας του, όπως ήταν το χιούμορ του, που γίνεται συχνά μακάβριο εκτός από αυτοσαρκαστικό για το επιπλέον βάρος του, η αγάπη του για το φαγητό και την κομψότητα και η οξυδέρκειά του, εκφρασμένη σε οργανωμένη και δομημένη αφήγηση. Στις ταινίες του υπάρχουν γεύματα και το φαγητό με τον έναν ή τον άλλον τρόπο είναι πάντα παρόν. Ακόμα και στη διάσημη σκηνή του «Ψυχώ» το σιρόπι σοκολάτας «υποδύθηκε» το αίμα. Αυτό ήταν ίσως ένα τεχνικό τρικ, αλλά με κάποιον τρόπο η αίσθηση της γεύσης πάντα έβρισκε λόγο ύπαρξης στις ταινίες του.
          Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα βασικά κεφάλαια, στα οποία παρακολουθούμε την πορεία της ζωής του μέσα από εισαγωγές, ξεκινώντας από τη γέννησή του. Στην ανάπτυξη του κάθε κεφαλαίου παρατίθενται οι συνταγές, που είναι συνολικά ογδόντα και συμπεριλαμβάνουν πιάτα όλων των ειδών. Στο τέλος βρίσκουμε τα κοκτέιλ με προτάσεις και ιδέες για την οργάνωση μίας χιτσκοκικής βραδιάς. Οι συνταγές είναι εμπνευσμένες από τις ταινίες όπου χρησιμοποιήθηκαν και από αγαπημένα πιάτα του σκηνοθέτη, τα οποία είτε προτιμούσε είτε σηματοδοτούσαν γεγονότα και περιόδους-σταθμούς στη ζωή του, περνώντας αντίστοιχα και στις ταινίες του. Το βιβλίο λειτουργεί και ως λεύκωμα με φωτογραφίες, διαλόγους των έργων και σχόλια ή μικρές περιλήψεις. Όλα αυτά συνθέτουν, τελικά, μία ενδιαφέρουσα ποικιλία με βιογραφικά στοιχεία, φωτογραφίες, πρωτότυπες ιδέες, συνταγές και, φυσικά, πολύ κινηματογράφο.
         Οι ταινίες έχουν άλλη γεύση, βέβαια, αλλά όποιος επιθυμεί ένα μεζεδάκι χιτσκοκικής μαγείας θα βρει εδώ ένα επεισόδιο από τη γνωστή σειρά «Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει».

«Lamb To The Slaughter».

   
Picture
Απόψε μαγειρέψαμε αλλιώς (2011)

Συγγραφέας: Γιώργος Καλός
Εκδόσεις: Αρμός
Έτος: 2011

Περιγραφή
Το βιβλίο είναι συλλογή διηγημάτων, που μάλλον πρόκειται για μικρές ιστορίες, πιο μεγάλες, επομένως, από τα συνήθη μικρά διηγήματα. Αφορούν όλες ανθρώπους που έχουν μία στενή σχέση με τη μαγειρική με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, περνώντας μέσα από νόστιμα πιάτα, γλυκά, άρωμα καφέ και μυρωδιές φαγητών προβληματισμούς και εικόνες από τη σύγχρονη Ελλάδα. Οι συνταγές είναι δεμένες με την πλοκή, όπως και πολλά μυστικά μαγειρικής ή πληροφορίες για τα υλικά, όλα δοσμένα με φροντίδα και τρυφερότητα. Οι χαρακτήρες, αν και διαφορετικοί μεταξύ τους, έχουν αυτό το κοινό χαρακτηριστικό, αγαπούν όχι μόνο το φαγητό, αλλά το να μαγειρεύουν με αγάπη για αγαπημένα και μη πρόσωπα. Σαν να γίνεται μία πόρτα η γεύση για να γίνουν νέες αρχές ή να θεμελιωθούν καταστάσεις. Δημιουργούνται διάφορες πλοκές και περιπλοκές που έχουν ενδιαφέρον σε καλά δομημένες ιστορίες.
         Ένα μυστικό για το πιλάφι και για ό,τι χρειάζεται άχνισμα από το διήγημα «Γεύματα αστέγων».
        «Τέλος το σκεπάζεις με μια καθαρή πετσέτα ν’ αχνιστεί, το άχνισμα δείχνει αγάπη, δεν παρατάς κάτι να κρυώσει άχαρα, το σκεπάζεις να κρατήσει για λίγο ακόμα τη θερμοκρασία του, το βοηθάς να μη χάσει τα αρώματά του με την εξάτμιση των υγρών στο ανοιχτό περιβάλλον, είναι θέμα απλής φυσικής, οι ατμοί ταξιδεύουν, είναι οι αλήτες της κουζίνας, πάνε οπουδήποτε, γαργαλάνε τις πιο απίθανες μύτες και υποβαθμίζουν τα αρώματα της κατσαρόλας»[1].
     Και, τέλος, μία προτροπή από το διήγημα «Σοκολάτα και ειδική αγωγή».
     «Και καλό θα είναι να το πω, τώρα που το σκέφτομαι, πόσο γενναίο είναι για κάθε άνθρωπο το να μπορεί να περνάει πάνω απ’ τα δικά του προβλήματα και να βρίσκει τη δύναμη να συμμεριστεί τη χαρά των άλλων. Τη λύπη άσ’ την, είναι κάτι το άλλο, εύκολο ζήτημα να τρέξεις και να συντρέξεις»[2].

[1] Γιώργος Καλός, Απόψε μαγειρέψαμε αλλιώς, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα, 2011, σελ. 119.
[2] Γιώργος Καλός, Απόψε μαγειρέψαμε αλλιώς, ό.π., σελ. 208.


Μουσική

Picture
La grande bouffe (1973)
Soundtrack

 

Περιγραφή

Δίσκος βινυλίου με τη μουσική της ταινίας, όπου στη μία πλευρά ακούγεται η ορχηστρική μουσική του Φιλίπ Σαρντ, ενώ στη δεύτερη πλευρά υπάρχει η εκδοχή της σε πιάνο με εκτέλεση του Μισέλ Πικολί. Το θέμα είναι πολύ χαρακτηριστικό και για μένα αγαπημένο.


Το βασικό θέμα (ορχηστρικό κομμάτι).
Το βασικό θέμα (πιάνο).
  
Picture
Nine ½ Weeks (1986)
Soundtrack

Περιγραφή

Ένα άλμπουμ με τραγούδια που, όταν πατιέται το play, σε όλους δημιουργούνται εικόνες είτε έχουν δει είτε δεν έχουν δει την ταινία. Υπάρχουν όμως και τραγούδια εμπορικά που ακολούθησαν τη συνταγή της εποχής, τα οποία ακούγονται πλέον ως απολιθώματα των ’80ς. Αυτό ισχύει γενικότερα μάλλον. Κάποιοι ήχοι να μη χαρακτηρίζουν απλώς ορισμένες εποχές ‒ δεκαετίες, αλλά να καταφέρνουν να ξεπεράσουν την εποχή τους, και άλλοι να την αντιπροσωπεύουν χωρίς τη στόφα της «διαχρονικότητας». Αυτό δε σημαίνει, όμως, ότι τα τραγούδια για τον καθένα δεν ανασύρουν μνήμες ή ότι δε φέρνουν εικόνες όταν έχουν γίνει βίωμα μία δεδομένη χρονική στιγμή, ακόμα κι αν δεν αξιώνουν τον τίτλο του αριστουργήματος. Ισχύει και εκτός του συγκεκριμένου άλμπουμ. Το συμπεριλαμβάνω γιατί λίγα και καλά τραγούδια του αναγνωρίζονται πλέον ως κλασικά για το είδος τους.

Τζο Κόκερ (Joe Cocker), «You can leave your hat on».
Μπράιαν Φέρι (Bryan Ferry), «Slave to love».

  
Picture
Cocktail (1988)
Soundtrack

Περιγραφή

Το σάουντρακ της ταινίας συμπεριλαμβάνει κυρίως ποπ ροκ τραγούδια διαφόρων καλλιτεχνών που έγιναν χιτ εκείνη την εποχή, όπως το «Kokomo» των «The Beach Boys», αλλά και παλιότερα, όπως το «Tutti Frutti» σε ερμηνεία του Λιτλ Ρίτσαρντ (Little Richard). Υπάρχουν, όμως, και κάποια τραγούδια που έχουν πλέον συνδυαστεί ειδικά με την ταινία, η οποία θέλοντας ή μη φέρει ένα άρωμα καλοκαιριού.


Μπομπ ΜακΦέριν (Bobby McFerrin), «Don’t Worry, be happy».
Τζίμι Κλιφ (Jimmy Cliff), «Run for the shelter of your love».

Πρέστον Σμιθ (Preston Smith), «Oh, I love you so».

  
Picture
The Cook, The Thief, His Wife & Her Lover (1989)
Soundtrack

Περιγραφή

H μουσική του άλμπουμ είναι του Μάικλ Νίμαν (Michael Nyman). Είναι ένα πολύ πλούσιο ακουστικά σάουντρακ που συνδυάζει πολλά όργανα και μεταξύ αυτών  έγχορδα και χάλκινα πνευστά, αναδεικνύοντας επιβλητικά το τραγωδιακό στοιχείο της αφήγησης. Οι φωνές και τα φωνητικά επίσης, που κλιμακώνονται σε πολύ υψηλές νότες, εντείνουν αυτό το στοιχείο, αφήνοντας αφενός μία αίσθηση θλίψης, πόνου και κατάπτωσης, αφετέρου συμβάλλοντας σε ένα είδος παραλογισμού και διαστροφής, συμφωνώντας έτσι με την εξέλιξη της ιστορίας. Το σάουντρακ είναι εμβληματικό και δεν περνά απαρατήρητο.

Μάικλ Νίμαν, «Miserere».
Μάικλ Νίμαν, «Memorial».


* Οι πληροφορίες για τα βραβεία Όσκαρ και τους συντελεστές των ταινιών επί το πλείστον προέρχονται από το IMDb site: http://www.imdb.com/

* Το εξώφυλλο είναι έργο του εικονογράφου, ζωγράφου και γλύπτη Antoine Helbert.

Στο επόμενο ένθετο Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου:
Προτάσεις, σαν μπουκιές γαστριμαργικής εμπειρίας! Β’ Μέρος

Γράφει η Ιουλία Λυμπεροπούλου.

1 Comment

Η τρελή piñata | 03 Μάρτιος-Απρίλιος

10/3/2013

0 Comments

 

Η τρελή piñata | Μάρτιος-Απρίλιος
Παραμύθια για μικρούς και για μεγάλους! [Β'Μέρος]


Picture
Φτάσαμε στο δεύτερο μέρος των παραμυθιών για μικρούς και για μεγάλους, με ιστορίες επί το πλείστον πιο πρόσφατες, καθώς ακολουθείται λίγο πολύ μία χρονική διαδοχή. Στο Β’ μέρος θα βρείτε και ηχητικό υλικό, που θα σας υπενθυμίσει προηγούμενες δεκαετίες, επαναφέροντας εικόνες περασμένες αλλά όχι ξεχασμένες. Ελπίζω να το απολαύσετε και να θυμηθείτε ευχάριστες στιγμές με προοπτική όχι μόνο επανάληψης αλλά και ανανέωσης και ανακάλυψης ερεθισμάτων σε σχέση με νέες παραμυθένιες ιστορίες.
     Άλλη φορά μένει να βουτήξουμε βαθιά στα νερά της Disney και σε ταινίες της Pixar, που κεντρίζουν τη φαντασία μικρών και μεγάλων, όπως και σε διάφορες τριλογίες ή γενικότερα ιστορίες σε συνέχειες (sequel), που τα τελευταία χρόνια έγιναν πολύ δημοφιλή. Καλά να είμαστε, να κατεβάζουμε ιδέες, να διαβάζουμε, να γράφουμε, να βλέπουμε και να ακούμε! Όλες οι αισθήσεις, άλλωστε, μας συνοδεύουν ενεργητικά στη πορεία μαζί με τη γεύση, την όσφρηση και την αφή, που συμμετέχουν νοητά αλλά συχνά και κυριολεκτικά, καθώς ένα ενδιαφέρον υγιεινό ή μη σνακ είναι ευπρόσδεκτο ως συνοδοιπόρος σε τέτοιες διαδρομές.
     Τέλος, θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους τους αναγνώστες που αγκάλιασαν την τρελή piñata από την αρχή, τη διαβάζουν και εκφράζουν το ενδιαφέρον τους πολύ αυθόρμητα και πηγαία με προτάσεις για βιβλία που έχουν αγαπήσει οι ίδιοι ή ταινίες που τους έχουν εντυπωθεί. Χαίρομαι πολύ που η τρελή piñata γίνεται το εισιτήριο για ένα ταξίδι εσωτερικής πυροδότησης, καθώς οι σελίδες οι οποίες διαμορφώνουν το κείμενο αποτελούν μόνο την αρχή και το βατήρα για μία συνέχεια σε άλλους πραγματικούς ή επινοημένους προορισμούς. Έτσι, η διαδρομή από φαινομενικά μοναχική εξελίσσεται σε διαδραστική. Επίσης, συγκεντρώνω και εγώ υλικό εμπλουτίζοντας το νοητό εξοπλισμό μου, ενώ μελλοντικά κάποιες από αυτές δεν αποκλείεται να συμπεριληφθούν σε θεματικές, εφόσον γίνει μία όπως πρέπει γνωριμία μαζί τους, εφόσον, δηλαδή, διαβάσω τα βιβλία και δω τις ταινίες.
     Ελάτε να σπάσουμε όλοι μαζί την τρελή piñata, λοιπόν, να δούμε τι παραμυθένιες εκπλήξεις κρύβει για το δίμηνο Μαρτίου-Απριλίου!

Ταινίες
Picture
Lemony Snicket's A Series of Unfortunate Events (2004)
(Λέμονι Σνίκετ, μία σειρά από ατυχή γεγονότα)

Σκηνοθέτης: Μπραντ Σίλμπερλινγκ
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Τζιμ Κάρεϊ, , Μέριλ Στριπ, Τζουντ Λο (αφηγητής), Έμιλι Μπράουνινγκ, Λίαμ Έικεν, Κάρα και Σέλμπι Χόφμαν κ.ά.

Περιγραφή

Η ταινία είναι βασισμένη στη σειρά βιβλίων του Ντάνιελ Χάντλερ με τίτλο Μια σειρά από ατυχή γεγονότα. Παρακολουθούμε τα τρία αδέλφια Μποντλέρ, Βάιολετ, Κλάους και Σάνι από τη στιγμή που μένουν ορφανά όταν καίγεται το σπίτι τους μαζί με τους γονείς τους. Αφορμή της μεγάλης κληρονομιάς που θα παραλάβουν με την ενηλικίωσή τους, ο κόμης Όλαφ και πρώτος κηδεμόνας τους ‒τον υποδύεται ο Τζιμ Κάρεϊ‒ προσπαθεί να εξουδετερώσει τους επόμενους κηδεμόνες, όταν ο ίδιος κρίνεται ακατάλληλος. Τα αδέλφια, όμως, είναι πολύ επινοητικά και διαθέτουν εξαιρετικές ικανότητες, καταφέρνοντας κάθε φορά να γλιτώσουν από τους κινδύνους και τις παγίδες που τους στήνει μεταμφιεζόμενος σε άλλους χαρακτήρες. Η σκοτεινή και μυστηριώδης ατμόσφαιρα της ταινίας, ο σωστός συγχρονισμός, η αρτιότητα της φωτογραφίας και των σκηνικών, το ρυθμικό ξετύλιγμα της πλοκής και οι ερμηνείες που εξισορροπούν το γκροτέσκ και το σχηματικό με ρεαλιστικά στοιχεία και φυσικό παίξιμο, ιδίως στις συναισθηματικές κορυφώσεις των παιδικών χαρακτήρων, με έκαναν να αγαπήσω αυτή την ταινία και να την παρακολουθώ κάθε φορά, σαν να ήταν η πρώτη. Εκείνο που επίσης ξεχωρίζω σε ταινίες του είδους είναι οι προσεγμένοι τίτλοι αρχής και τέλους με τη σχεδιαστική παρουσίαση μίας ιστορίας μέσα στην ιστορία ή μίας σύντομης αναπαράστασης της αφήγησης. Και εδώ, μέχρι να εξαφανιστεί από την οθόνη ο τελευταίος τίτλος, η προσήλωση παραμένει απόλυτη για όποιον ενδιαφέρεται, βέβαια, για την κινούμενη εικόνα ή γενικότερα για το animation.

Το ρόλο της Σάνι μοιράζονται εναλλακτικά οι δίδυμες Κάρα και Σέλμπι Χόφμαν.

Η ταινία το 2005 κέρδισε Όσκαρ στην κατηγορία του Καλύτερου Μακιγιάζ και ήταν υποψήφια σε άλλες τρεις κατηγορίες για Καλύτερα Κουστούμια, Καλύτερη Καλλιτεχνική Διεύθυνση και Καλύτερη Μουσική Επένδυση.

Picture
Mr. Magorium's Wonder Emporium (2007)
(Το μαγαζί των Θαυμάτων)

Σκηνοθέτης: Ζακ Χελμ
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Ντάστιν Χόφμαν, Νάταλι Πόρτμαν κ.ά.

Περιγραφή

Ένας μαθουσάλας ιδιοκτήτης καταστήματος παιχνιδιών, που δείχνει πολύ νεότερος από την ηλικία του, έχει καταφέρει από χρόνια να δημιουργήσει μία μαγική όαση για παιδιά και για μεγάλους με φαντασία, που διατηρούν το παιδί μέσα τους και πιστεύουν στο αδύνατο. Η ίδια του η αύρα ανακινεί και πυροδοτεί την ψυχή των παιχνιδιών να ζωντανέψει. Ο δρόμος του διασταυρώνεται με μία νεαρή κοπέλα, που μάλλον έχει χάσει την πίστη της στην ξεγνοιασιά της παιδικής αθωότητας. Η συνάντησή της, όμως, με τον κύριο Μαγκόριουμ ίσως να είναι ο καλύτερος τρόπος για να οδηγηθεί πάλι πίσω στις κοιμισμένες αλλά όχι ξεχασμένες εσωτερικές της φωνές. Πώς θα γίνει αυτό μετά από περιπέτειες και συγκινητική πλοκή θα το δείτε επί της οθόνης. Είναι μία ταινία που ξυπνά τη θετική χριστουγεννιάτικη πλευρά μας σε κάθε εποχή του χρόνου.

Picture
Bridge to Terabithia (2007)
(Η γέφυρα για την Τεραμπίθια)

Σκηνοθέτης: Γκάμπορ Τσούπο
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Τζος Χάτσερσον, Άννα-Σοφία Ρομπ, Ζόι Ντεσανέλ κ.ά.

Περιγραφή

Μία από τις πιο ωραίες ταινίες που έχω δει τα τελευταία χρόνια. Είναι μεστή νοημάτων με παιδιά που βιώνουν τον τραμπουκισμό στο σχολείο, το γνωστό μπούλινγκ, και με γονείς που τα στριμώχνουν στην καθημερινότητα, τις προτιμήσεις και τα προβλήματά τους ή τα αποκλείουν από αυτή με συνέπειες τραγικές στο τέλος. Έχει ενδιαφέρον ο τρόπος σκιαγράφησης των συσχετισμών ανάμεσα στα αδέλφια και το πώς, όταν το μεγαλύτερο αναλαμβάνει διαρκώς τις ευθύνες, το μικρότερο μαθαίνει να βολεύεται στην ανευθυνότητά του, κάτι που πολύ έμμεσα θίγεται. Αναδεικνύεται επίσης ο αποκλεισμός ή η διάκριση όποιου διαφέρει, ενώ, στην ουσία, ο καθένας προβάλλει στους άλλους τις μικρές του ατέλειες. Οι χαρακτήρες είναι σύνθετοι και όχι σχηματικοί, οπότε έχουν εξελισσόμενη πορεία και, μεταξύ άλλων στοιχείων, εκεί εντοπίζεται ένα δυνατό σημείο της ταινίας. Στον πυρήνα της, όμως, εκθειάζει τη σημασία της φιλίας. Του πόσο μπορεί κάποιος να αλλάξει μέσα από μία δυνατή φιλία, να φτιάξει φανταστικούς κόσμους και να τους διευρύνει, επενδύοντας στη δημιουργία και όχι στη θλίψη μετά από μία απώλεια. Η φράση «Κλείσε τα μάτια και κράτα το μυαλό σου ανοιχτό!» νομίζω ότι συμπυκνώνει το νόημά της. Ίσως να είναι ο μόνος τρόπος για να γεφυρωθούν οι δύο κόσμοι, ο πραγματικός και ο φανταστικός, της Τεραμπίθια. Θα μπορούσε το όνομα να συντίθεται και από τις λέξεις Terra (= γη) και Bithia, που σημαίνει στα εβραϊκά «κόρη του Θεού», ενώ υπήρξε και ως ιστορικό πρόσωπο[1]. Αυτή η φανταστική γη στην οποία παρασέρνει η ηρωίδα Λέσλι τον Τζες και καλλιεργούν νοητά τη συνέχειά της θα ανοίξει αργότερα έναν καταλυτικό δίαυλο επικοινωνίας του ήρωα με τον περίγυρό του, υποστηρίζοντας γέφυρες νωρίτερα κλονισμένες, καθώς ο αντίκτυπος της παρουσίας της Λέσλι στη ζωή του αποδεικνύεται στο χρόνο.

Η Άννα-Σοφία Ρομπ, η ηρωίδα, έχει υποδυθεί διάφορους ρόλους. Ένας από τους πιο γνωστούς στα πρώτα της βήματα ήταν εκείνος την Βάιολετ, της πρωταθλήτριας στο μάσημα τσίχλας, στην ταινία «Ο Τσάρλι και το εργοστάσιο της σοκολάτας».
_____
[1] http://en.wikipedia.org/wiki/Bithiah

«Keep your mind wide open» σε ερμηνεία της Άννα-Σοφία Ρομπ από το soundtrack της ταινίας.

Picture
Tale of Despereaux (2008)
(Η ιστορία του Ντεσπερό)

Σκηνοθέτης: Σαμ Φελ και Ρόμπερτ Στιβενχάγκεν
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: (φωνή) Μάθιου Μπρόντερικ, Ντάστιν Χόφμαν, Έμμα Γουάτσον, Γουίλιαμ Μέισι, (αφηγητής) Σιγκούρνι Γουίβερ κ.ά.

Περιγραφή

Και αυτή η ταινία βασίζεται σε βιβλίο. Ο κεντρικός ήρωας είναι ο Ντεσπερό, ένα μικρό ατρόμητο ποντικάκι με τεράστια αυτιά, που του αρέσει το διάβασμα, αναζητά την περιπέτεια και θέλει να γνωρίσει τον κόσμο. Δεν υπακούει σε κανόνες και είναι εκτός της λογικής του το σχολείο, που τον θέλει ένα «σωστό ποντίκι». Έτσι, εξορίζεται από τον ήσυχο συμβιβασμένο κόσμο των ποντικιών, όπου ο φόβος και η δειλία αποτελούν ιδανικό, γιατί δε χωρά και θεωρείται κίνδυνος μόλις υποπίπτει στο μεγαλύτερο παράπτωμα του να μιλήσει σε άνθρωπο! Ο σύντομος διάλογος με την πριγκίπισσα δείχνει σε 3 γραμμές το πνεύμα της ιστορίας.
          Πριγκίπισσα: «Είσαι ποντίκι;».
          Ντεσπερό: «Όχι».
          Πριγκίπισσα: «Αρουραίος;».
          Ντεσπερό: «Όχι. Είμαι ένας τζέντλεμαν».
          Πριγκίπισσα: «Είσαι παράξενος».
          Ντεσπερό: «Ευχαριστώ!».
Στην ουσία, όμως, υπάρχουν τρεις κόσμοι με διάφορους κεντρικούς ήρωες ο καθένας, των οποίων ο Ντεσπερό γίνεται συνδετικός κρίκος, καθώς προσπαθούν να ξεπεράσουν τα αδιέξοδά τους. Υπάρχει, λοιπόν, ένα βασίλειο, που πενθεί το θάνατο της βασίλισσας και απαγορεύει την ύπαρξη των αρουραίων. Ο ενδιάμεσος κόσμος των νοικοκυραίων ποντικιών, επίσης, που επιβιώνει σε μία αποθήκη και ο υπόγειος σκοτεινός κόσμος των υπονόμων, όπου έχουν περιοριστεί οι αρουραίοι. Όλοι βιώνουν περιορισμούς για τον έναν ή τον άλλο λόγο, τα ποντίκια από το φόβο και τη δειλία τους, οι άνθρωποι από τη θλίψη του βασιλιά και οι αρουραίοι από την απαγόρευση και τον επιρρεπή τους χαρακτήρα. Ο Ντεσπερό (desperado ‒ τολμηρός) ξεχωρίζει από τον κόσμο των ποντικιών, ο Ροσκούρο (scuro ‒ σκοτεινό, chiaroscuro ‒ εναλλαγή σε φως και σκιά. Ο Ροσκούρο είναι ένας χαρακτήρας που ζει στο σκοτάδι, αλλά πάντα αναζητά το φως) από τους αρουραίους, ενώ η πριγκίπισσα και μία ορφανή κοπέλα, που ονειρεύεται να γίνει πριγκίπισσα, από τον κόσμο των ανθρώπων. Στον τελευταίο υπάρχουν τρεις διαφορετικοί χώροι δράσης, το πλοίο που εξαρχής φέρνει το Ροσκούρο στο βασίλειο, το βασίλειο και ο εκτός των τειχών κόσμος των χωρικών. Ο Ροσκούρο αγαπάει το φως, το καλό φαγητό και τον διακρίνουν ευαισθησίες ασυνήθιστες για έναν αρουραίο. Μαζί με την ορφανή κοπέλα πραγματοποιούν μία δύσκολη πορεία, προκειμένου να βρουν τη λύτρωση, καθώς στο τέλος καταφέρνουν να αντιμετωπίσουν τη σκοτεινή πλευρά τους. Έτσι οι χαρακτήρες δημιουργούν με αόρατα νήματα δίπολα, καταλήγοντας σε μία σύνθεση ούτε μονότονη ούτε τελείως σχηματική. Ένα από τα δυνατά σημεία της ταινίας, τέλος, είναι η σχεδιαστική απόδοση των κόσμων. Το κάστρο έχει κομψό γοτθικό στιλ, οι στρουμπουλοί χωρικοί με πρόσωπα κωμικά θυμίζουν το περιπαιχτικό ύφος του Πέτερ Μπρέγκελ, ενώ ο κόσμος των νοικοκυραίων ποντικιών φέρει έναν αέρα ρομανικού ρυθμού, ένα πιο «στρογγυλεμένο» μεσαιωνικό στοιχείο, όχι τόσο αυστηρό και γωνιώδες γεμάτο με οξυκόρυφα τόξα, όπως είναι το κάστρο και η εντός των τειχών πόλη. Τέλος, ο υπόγειος κόσμος των αρουραίων παραπέμπει σε δαντική κόλαση με την επιτηδευμένη ακαταστασία που βρίσκουμε στους πίνακες του Ιερώνυμου Μπος.

Το τρέιλερ της ταινίας.

Picture
Coraline (2009)
(Coraline, Το σπίτι στην ομίχλη)

Σκηνοθέτης: Χένρι Σέλικ
Γλώσσα: Αγγλικά, Ρώσικα
Ηθοποιοί: (φωνή) Ντακότα Φάνινγκ, Τέρι Χάτσερ, Τζένιφερ Σόντερς, κ.ά.

Περιγραφή

Είναι μία ταινία μυστηρίου για όλες τις ηλικίες. Συνδυάζει σκοτεινά στοιχεία σε ένα ενδιαφέρον στόρι με ασυνήθιστο σκηνικό αλλά οικεία γνωρίσματα, καθώς δε λείπουν οι σύγχρονες αναφορές. Η Κοραλάιν μετακομίζει με τους γονείς της σε ένα περίεργο σπίτι, αλλάζοντας περιοχή και σχολείο και χάνοντας αναπόφευκτα τους φίλους της. Καθώς, λοιπόν, οι γονείς της είναι πολύ απασχολημένοι γράφοντας στους υπολογιστές τους, εκείνη θέλοντας ή μη ανακαλύπτει τους γείτονες, τον περίγυρο και μέσα σε όλα μία κρυμμένη πόρτα στο σπίτι. Αυτή τα βράδια οδηγεί σε ένα παράλληλο σύμπαν με καλύτερους προς στιγμήν γονείς, οι οποίοι της παρέχουν ό,τι επιθυμεί. Υπάρχει, όμως, κάτι περίεργο που τους διαφοροποιεί, πέραν του ότι φαίνονται πιο ωραίοι, νέοι και χαρούμενοι, το γεγονός ότι στα μάτια τους έχουν ραμμένα κουμπιά. Όσο εξελίσσεται η ιστορία, η πόρτα ανοίγει σε οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας, έτοιμη να την καταπιεί στο μαγικό της τούνελ. Αρχίζουν οι προειδοποιήσεις, οι συμβουλές και η παροχή «μαγικών αντικειμένων» από «βοηθούς», τους οποίους δε θεωρεί εξαρχής φίλους η ηρωίδα και γι’ αυτό η Κοραλάιν δε δίνει την κατάλληλη βαρύτητα εξαρχής, αλλά εκείνοι της παραστέκονται σωτήρια την κατάλληλη στιγμή. Ο παράλληλος κόσμος, τελικά, δεν είναι ό,τι δείχνει, καθώς μια μέρα ξυπνάει και έχει χάσει τους πραγματικούς της γονείς.

Το ενδιαφέρον της ταινίας εκτός από το στόρι και τους συμβολισμούς του εντοπίζεται στην τεχνική δημιουργίας της. Είναι όλη γυρισμένη με χειροποίητες κούκλες φτιαγμένες από εύπλαστο υλικό. Αμέτρητα σκηνικά, ρούχα και χειροποίητες κούκλες δημιουργήθηκαν, ώστε οι ήρωες να διαθέτουν ευελιξία στην τεράστια γκάμα των εκφράσεων και κινήσεών τους. Για κάθε καρέ στηνόταν όλο το σκηνικό έτσι που να αλλάζει η κίνηση 24 φορές το λεπτό σε κάθε λεπτομέρειά του, προκειμένου να αποδοθεί η ψευδαίσθηση της πραγματικής κίνησης. Ό,τι συμβαίνει σχεδιαστικά στα κινούμενα σχέδια, εδώ γίνεται με κούκλες και με ψιλοδουλειά σε όλα τα επίπεδα. Η ολοκλήρωση μίας σύντομης σκηνής, επομένως, χρειαζόταν από ημέρες έως και εβδομάδες. Πριν την «Coraline» υπήρξαν πολλές ανάλογες ταινίες. Η τεχνική του stop-motion δεν είναι καινούρια, αλλά αυτή είναι η πρώτη τέτοιου τύπου ταινία, γυρισμένη εξ ολοκλήρου με την τεχνική του 3D.

Η ταινία κέρδισε το 2010 υποψηφιότητα για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων.

Το τρέιλερ της ταινίας.

Picture
L’Illusioniste (2010)
(Ο θαυματοποιός)

Σκηνοθέτης: Σιλβάν Σομέ
Σενάριο: Ζακ Τατί
Γλώσσα: Αγγλικά, γαλλικά, gaelic
Ηθοποιοί: (φωνή) Ζαν Κλόντ Ντόντα, Ντάνκαν Μακνίλ κ.ά.

Περιγραφή

Η αρχή της ταινία στήνεται στο Παρίσι του 1959. Ο εκσυγχρονισμός ολοένα καταλαμβάνει χώρο στις ζωές των ανθρώπων, ενώ οι πιο παραδοσιακές μέθοδοι «αφήγησης» μίας ιστορίας αρχίζουν να μοιάζουν παρωχημένοι και με εμφανή τα σημάδια του χρόνου πάνω τους. Έτσι, μπροστά στο σινεμά, τη ροκ μουσική και την τηλεόραση, ένας ταχυδακτυλουργός, ένας κλόουν και διάφοροι θαυματοποιοί του είδους παύουν να προκαλούν το ενδιαφέρον και παλεύουν για την επιβίωση. Κάποιοι τα καταφέρουν καλύτερα, δοκιμάζοντας τις δυνάμεις τους σε διαφορετικές δουλειές, ενώ άλλοι αντιμετωπίζουν το αδιέξοδο. Ο κεντρικός ήρωας της ταινίας θλιμμένος αλλά επίμονος μύστης προσπαθεί να κάνει τη μαγεία να διαρκέσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Στην πορεία γνωρίζει ένα κορίτσι σε ένα χωριό της Σκοτίας, που πιστεύει στη μαγεία του σαν να ήταν αλήθεια. Τον ακολουθεί, λοιπόν, αφενός προσφέροντάς του δύναμη με την πίστη της σε ό,τι από πολλούς θεωρείται πια χαμένη υπόθεση και αφετέρου αναστατώνοντας τη ζωή του. Εκείνη μαγεύεται από την πόλη και από ό,τι πριν φαινόταν άπιαστο και μακρινό όνειρο, οδηγώντας τον σε αφύσικους ρυθμούς εξόδων, για να καλύψει τις επιθυμίες της, εφόσον εκείνη νομίζει πως όλα γίνονται απλά και μαγικά. Το κίνητρο της έμπνευσής του στρέφεται εναντίον του.

Η αφήγηση δε βασίζεται στο διάλογο, όπως γινόταν και στο «Τρίο της Μπελβίλ» του ίδιου δημιουργού, αλλά στην εικόνα, σε ήχους και στο ξετύλιγμα της πλοκής. Σχεδιαστικά, παρότι υπάρχουν ομοιότητες με το «Τρίο της Μπελβίλ», διακρίνεται μία ατμόσφαιρα λιγότερο προσδιορισμένη, με γραμμές όχι τόσο αυστηρά καθορισμένες, σαν κάτι να χάνεται ή να διαφεύγει.

Η ταινία κέρδισε το 2011 υποψηφιότητα για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων.

Το τρέιλερ της ταινίας.

Picture
Hugo (2011)

Σκηνοθέτης: Μάρτιν Σκορσέζε
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Άσα Μπάτερφιλντ, Κλόε Μόρετζ, Τζουντ Λο, Κρίστοφερ Λι, Μπεν Κινγκσλεϊ κ.ά.

Περιγραφή

Η ιστορία διαδραματίζεται στο μεσοπόλεμο και η ταινία είναι βασισμένη σε βιβλίο του Μπράιαν Σέλζνικ. Ο Hugo είναι ένα παιδί που ζει στους τοίχους του σιδηροδρομικού σταθμού από τη στιγμή που πέθανε και ο πατέρας του, ενώ έχει αναλάβει τη φροντίδα του ο μέθυσος θείος του. Μέχρι που ο τελευταίος εξαφανίζεται και, για να περάσει απαρατήρητη η απουσία του θείου, ώστε να μην καταλήξει ο ήρωας σε κάποιο ίδρυμα ανήλικων ορφανών, συνεχίζει να κουρδίζει όλα τα ρολόγια κανονικά. Στην ιστορία έχουν ρόλο, επίσης, μία κοπέλα που διαβάζει βιβλία, ένας διορθωτής παλιών και σπασμένων παιχνιδιών, ένας ανάπηρος πολέμου επιθεωρητής του σταθμού με το σκυλί του, που κυνηγάει με μανία τα ορφανά παιδιά και άλλοι. Τα ρολόγια που κουρδίζει ο Hugo διατηρούν σταθερή τη ρυθμική ισορροπία στο σταθμό, καθώς ο κόσμος και τα τρένα πάνε και έρχονται, ενώ η ροή της ζωής προχωράει. Στο ρυθμό αυτό, όμως, λείπει η καρδιά, που εντοπίζεται σε ένα μικρό κλειδάκι, το οποίο θα θέσει σε λειτουργία ένα μηχανικό άνθρωπο. Εκείνος θα του μεταδώσει γραπτώς ένα μήνυμα από τον πατέρα του ‒ έτσι πιστεύει ο Hugo τουλάχιστον. Ψάχνοντας αυτό το κλειδάκι ο ήρωας κορυφώνει και ξεδιπλώνει σταδιακά την πλοκή έως τη λύση της.

Ο Α’ Πόλεμος σκόρπισε όλων τις ζωές με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, διέκοψε τη συνέχειά τους και τώρα όλοι ανασυντάσσονται μες στα χρόνια. Ίσως να μην είναι τυχαίο το γεγονός ότι στο επίκεντρο υπάρχουν τα ρολόγια, τα γρανάζια, οι μηχανές των τρένων και οι μηχανές γενικά, καθώς στον Α’ Πόλεμο η μηχανή έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο. Εκεί, βέβαια, οι μηχανές σκότωναν, ενώ τώρα, σε μια εποχή πειραματισμών, τα σκορπισμένα γρανάζια συμβολικά βρίσκουν το καθένα πάλι τη θέση του, για να αποκατασταθεί ο κανονικός ρυθμός, ανασυρόμενα από τα συντρίμμια που άφησε η εμπειρία των χαρακωμάτων στο σύνολό της. Οι δύο χαρακτήρες στο επίκεντρο, ο Hugo και η Ιζαμπέλ, βοηθούν τους ενήλικες να ανοιχτούν και να συμφιλιωθούν με το παρελθόν τους. Έχουν κοινά χαρακτηριστικά, καθώς και η Ιζαμπέλ είναι ορφανή με θετούς, όμως, γονείς. Αλληλοσυμπληρώνονται, επίσης, μέσα από αντιθέσεις τους που συγκλίνουν, εφόσον εκείνη ζει διαβάζοντας βιβλία και θέλει να γνωρίσει μία αληθινή περιπέτεια, όταν του ήρωα η ζωή αποτελεί βιωματικά μία καθημερινή περιπέτεια.

Από την αρχή φαίνεται η πινελιά του Σκορσέζε σκηνοθετικά στη ροή, τις καθαρές εικόνες, τους σπονδύλους που διαπλέκονται, την εναλλαγή μακρινών και κοντινών πλάνων που υπογραμμίζει ο πειραματισμός με την τρισδιάστατη τεχνική, εξυπηρετώντας τις διαφορετικές πτυχές της ιστορίας και το ξετύλιγμα των χαρακτήρων. Η αφήγησή του είναι σύνθετη και σφιχτή χωρίς να φλυαρεί. Από τα πρώτα καρέ της ταινίας με μεγάλη οικονομία χρόνου γίνεται η εισαγωγή πολλών ηρώων και των ιδιορρυθμιών τους. Στήνει, στην ουσία, έναν παραμυθένιο κόσμο στο μεσοπολεμικό Παρίσι. Παρότι πρόκειται για την πρώτη του ταινία με τρισδιάστατη τεχνική, κατάφερε να διακριθεί στα Όσκαρ με πέντε νίκες και άλλες έξι υποψηφιότητες.

Τέλος, είναι ωραία η αναφορά στις πρώτες ταινίες του βωβού κινηματογράφου και στο Γάλλο κινηματογραφιστή Ζορζ Μελιέ. Αφορμή αυτής προβάλλεται η καταστροφική δύναμη του πολέμου σε κάθε είδος αθωότητας, αισθητικής και δημιουργίας.

Η ταινία κέρδισε το 2012 Όσκαρ για Καλύτερη Καλλιτεχνική Διεύθυνση, Καλύτερη Φωτογραφία, Καλύτερο Ηχητικό Μοντάζ, Καλύτερη Ηχητική Μίξη, Καλύτερα Οπτικά Εφέ. Ήταν ακόμα υποψήφια για Καλύτερα Κοστούμια, Καλύτερη Σκηνοθεσία, Καλύτερη Μουσική Επένδυση, Καλύτερο Μοντάζ, Καλύτερη Ταινία, Καλύτερο Διασκευασμένο Σενάριο.

Το τρέιλερ της ταινίας.


Βιβλία

Picture
Αστραδενή (1982)

Συγγραφέας: Ευγενία Φακίνου
Εκδόσεις: Κέδρος
Έτος: 1982

Περιγραφή

Ίσως το πρώτο μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου, η Αστραδενή, να είναι και το πιο γνωστό βιβλίο της συγγραφέως μετά ή μαζί με το κουκλοθέατρο «Ντενεκεδούπολη». Πρόκειται για την ιστορία ενός 11χρονου κοριτσιού που στα τέλη της δεκαετίας του ’70 μεταναστεύει με τους γονείς της από το νησί της τη Σύμη στην Αθήνα με την ελπίδα εύρεσης μίας καλύτερης τύχης. Παρ’ όλες τις δυσκολίες και τη νοσταλγία για τον τόπο που αφήνει πίσω, αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις, οι οποίες εξιτάρουν τη φαντασία της. Ανοίγεται ένας κόσμος κοινωνικού ρατσισμού, μεταξύ άλλων, που ακόμα τότε περιοριζόταν εν πολλοίς στη διαφορετική ντοπιολαλιά και καταγωγή. Μαζί με τις ευκολίες και τους περιορισμούς όμως της πόλης αναρριχάται η αφήγηση σταδιακά στο δραματικό τέλος. Έχοντας διαβάσει και άλλα βιβλία της συγγραφέως, θα έλεγα ότι το συγκεκριμένο αποτελεί ένα σημείο αναφοράς, σαν να τη «στοιχειώνει» ο κεντρικός χαρακτήρας και οι εικόνες, καθώς σε κάποια από τα επόμενα επανέρχεται ξανά και ξανά με διακειμενικές αναφορές. Κατά τη γνώμη μου, το βιβλίο αποτελεί εξύμνηση της αθωότητας και ταυτόχρονα ένα θρήνο για την απώλειά της, με την ξαφνική αποκοπή από τις ρίζες συμβολικά και κυριολεκτικά, όπως αναδεικνύει το δραματικό και αιφνιδιαστικό τέλος.


Picture
Ένα παραμυθάκι για χειμώνα και καλοκαίρι (1982)

Συγγραφέας: Αλέξης Κυριτσόπουλος
Εκδόσεις: Κέδρος
Έτος: 1982

Περιγραφή

Ένα παραμυθάκι σε αφήγηση και εικονογράφηση του Αλέξη Κυριτσόπουλου για το πουλί και το ψάρι που ερωτεύονται. Μία ιστορία για τους αδύνατους έρωτες ή για όσους ψάχνουν τρόπους να είναι μαζί ακόμα και σε δύσκολες συνθήκες; Η απόφαση δική σας.



Η ιστορία σε βίντεο με μουσική υπόκρουση.

Picture
Η τελευταία μαύρη γάτα (2001)

Συγγραφέας: Ευγένιος Τριβιζάς
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Έτος: 2012

Περιγραφή

Η επανέκδοση του βιβλίου Η τελευταία μαύρη γάτα του Ευγένιου Τριβιζά είναι εμπλουτισμένη με αναλύσεις και μελέτες πάνω στο κείμενό του. Πρόκειται για μία επίκαιρη αλληγορική ιστορία για μικρούς και για μεγάλους που αφορά το ρατσισμό, την προκατάληψη, τους αποκλεισμούς και τις διακρίσεις. Οι μαύρες γάτες σε ένα νησί γίνονται ο αποδιοπομπαίος τράγος, για να εξηγηθούν όλων των ειδών τα προβλήματα από την τιμή της λακέρδες, τους λεκέδες και τα μπιμπίκια έως τις φυσικές καταστροφές. Τα μέλη της αδελφότητας των προληπτικών στήνουν μία μηχανή, όπου ο αδύναμος καταδιώκεται, γιατί βαπτίζεται αυθαίρετα εχθρός. Αναδεικνύεται χαρακτηριστικά όταν φωνάζουν εν χορώ όσα μέλη της κάνουν μπούγιο σε μία ομιλία, για να παρασύρουν τους παριστάμενους, ένα πλήθος διατεθειμένο να στηριχτεί σε οποιονδήποτε φερόμενο ως «σωτήρα»! Όλοι σταδιακά θορυβούνται και κυνηγούν τις γάτες ‒ την προβολή της συμφοράς τους. Στην κακοδαιμονία διοχετεύουν την οργή τους για τα δεινά και επιδίδονται σε καταστροφές, ψάχνοντας για γάτες. Η εξόντωση των γατιών ανάγεται σε πατριωτικό καθήκον.

Οι αναφορές, όπου η φρίκη αληθινών καταστάσεων μεταμφιέζεται με αλληγορίες, θυμίζουν εικόνες από το Μεσαίωνα έως και σύγχρονες πρακτικές ολοκληρωτικών καθεστώτων. Μια ολόκληρη μικροκοινωνία επιδιώκει να επωφεληθεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο από όσους καταδιώκονται, κάτι που ισχύει τουλάχιστον για όσους δεν έχει πείσει η εξήγηση της γρουσουζιάς. Όσοι θα μπορούσαν να βοηθήσουν επίσης θεωρούν πως δεν τους αφορά, μέχρι που αποτελούν τα αμέσως επόμενα θύματα. Τα ζωώδη ένστικτα αναδεικνύονται γλαφυρά στην ηδονή των βασανιστών, καθώς το νησί μεταμορφώνεται σε έναν κόσμο όπου η ανάγκη για χάδια επιφέρει το μαστίγωμα μέχρι θανάτου. Το κεφάλαιο «Οι γιαγιάδες της παιδικής χαράς», στην καρδιά του βιβλίου, περνά πολύ εύστοχα τον αρρωστημένο κυνισμό που διαστρέφει την αθωότητα, τραυματίζοντας τις παιδικές ψυχές και αποτελώντας ένα από τα σημεία συγκινησιακής κορύφωσης της ιστορίας.

Τα τεχνάσματα, βέβαια, της προπαγάνδας κατευθύνονται από σαφείς προθέσεις, γνωστές μόνο στους επικεφαλής συντονιστές του παραλογισμού. Έτσι η προσοχή του λαού αποπροσανατολίζεται από την ουσία και τα πραγματικά προβλήματα. Όταν όμως κρύβονται επιπλέον συμφέροντα πίσω από τις νοσηρές πρακτικές, ενώ το πλήθος χειραγωγείται για την εξυπηρέτησή τους χωρίς ίδιο όφελος, τις συνέπειες τις υπόκεινται όλοι. Στο τέλος, βρίσκονται οι βοηθοί ‒ σύμμαχοι προς στήριξη του αδύναμου κρίκου και επέρχεται η λύση. Το ύφος του συγγραφέα είναι συνεπές με το θέμα, οι λεκτικές επινοήσεις ευφυείς, η αφήγηση ρέει και η γλαφυρότητα των εικόνων διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον. Η εικονογράφηση, τέλος, του Στίβεν Γουέστ δίνει στο βιβλίο έναν αέρα από παλιότερα κλασικά παραμύθια με φλεγματικό χιούμορ που σφάζει με το μπαμπάκι.


Picture
Ο μηχανισμός της καρδιάς (2007)

Συγγραφέας: Mathias Malzieu
Εκδόσεις: Ηλίβατον
Έτος: 2009

Περιγραφή

Την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε το βιβλίο του Μπράιαν Σέλζνικ  The Invention of Hugo Cabret (2007) εκδόθηκε στη Γαλλία από τον Mathias Malzieu Ο Μηχανισμός της καρδιάς. Αφορά πάλι μηχανισμούς ρολογιών και αναφέρεται επίσης ο Ζορζ Μελιέ, που παίζει ρόλο στην αφήγηση. Πρόκειται για την πολύ ιδιαίτερη ιστορία ενός αγοριού, το οποίο γεννιέται το 1874, την πιο κρύα μέρα του κόσμου. Γι’ αυτό η καρδιά του παγώνει. Η δόκτωρ Μάντλεν τότε, η μαία, μία γυναίκα πολύ όμορφη για γριά, που όλοι θεωρούν τρελή, σώζει τη ζωή του τοποθετώντας δίπλα στην καρδιά ένα ρολόι-κούκο, για να υποστηρίξει τη λειτουργία της και να τη ζωντανέψει. Η καρδιά πλέον αντιδρά. Είναι, όμως, μία καρδιά πολύ ιδιαίτερη αυτή, δεν αντέχει έντονες συγκινήσεις, δεν της επιτρέπεται να ερωτευτεί, γιατί το ρολόι θα τρελαθεί τρυπώντας το κορμί του. Αλλά η ζωή μπορεί να γίνει πολύ βαρετή αν διαρκώς προσέχεις μη σπάσεις κάτι, του λέει ο Μελιέ αργότερα[1]. Και ο ήρωας ακολουθώντας το ένστικτό του και τον έρωτα που αισθάνεται, αλλά δεν ξέρει τι είναι, βουτάει στην περιπέτεια της ζωής.

Είναι μία φανταστική ατμοσφαιρική ιστορία, που διαδραματίζεται μεταξύ Εδιμβούργου και Ανδαλουσίας, με γκόθικ στοιχεία, πολλή φαντασία και με τις κατάλληλες δόσεις αθωότητας και ονείρου, κάνοντάς το να μοιάζει με παραμύθι.

Αναμένεται να μεταφερθεί σε ταινία στον κινηματογράφο. Υπάρχει ήδη σε τραγούδι, καθώς ο συγγραφέας είναι και μουσικός. Με το συγκρότημα Dionysos κυκλοφόρησαν ένα ομώνυμο άλμπουμ.
_____
[1]
Mathias Malzieu, Ο Μηχανισμός της καρδιάς, εκδόσεις Ηλίβατον, Αθήνα, 2009, σελ. 62.

«Tais toi mon cœur»

Picture
Ο Σίσυφος στο μπαλκόνι (2009)  

Συγγραφέας: Πέτρος Τατσόπουλος
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Έτος: 2009

Περιγραφή

Η Κυβέλη είναι ένα μικρό κορίτσι που βρίσκει παρηγοριά στο Σίσυφο, ένα γάτο αλανιάρη, όταν φεύγει ο πατέρας της από το σπίτι. Για να διαπιστώσετε ακριβώς το πώς καταλήγει εκείνος στο μπαλκόνι, πρέπει να διαβάσετε το βιβλίο. Στο μεταξύ, όμως, παρακολουθούμε τη γατοφιλοσοφία του Σίσυφου άλλοτε μέσα από ρήσεις και σκέψεις της Κυβέλης και άλλοτε δικής του έμπνευσης για τις σχέσεις, τη ζωή κτλ. Με φαντασία και συμβολισμούς ο συγγραφέας καθρεφτίζει καταστάσεις και τύπους ανθρώπων, όσο ο γάτος καταπιάνεται με θέματα αυτοσυνειδητοποίησης και οικογενειακών δραμάτων με ευαισθησία και χιούμορ. Για τους λάτρεις των τριχωτών μας φίλων είναι ένα βιβλίο που κάνει σοβαρές απόπειρες σκιαγράφησης της γατίσιας ιδιοσυγκρασίας μεταξύ σοβαρού και αστείου, ενώ για όσους θα ήθελαν να δώσουν μία ευκαιρία στις γάτες να μπουν στην καρδιά τους υπάρχουν όμορφες αντιπροσωπευτικές στιγμές στο βιβλίο, που βοηθούν αποτελεσματικά. Σε αρκετά σημεία, μάλιστα, γέλασα δυνατά διαβάζοντάς το. Η εικονογράφηση, επίσης, της Ναταλίας Καπατσούλια είναι εύστοχη και ακολουθεί το πνεύμα της ιστορίας. Τέλος, υπάρχει και έκδοση με cd για όποιον θέλει να ακούσει την αφήγηση από τον ίδιο το συγγραφέα.

Ένα δείγμα γατοφιλοσοφίας: «Επειδή ο πλανήτης μας ‒σκέφτηκα με το φτωχό μου μυαλουδάκι‒ στρέφεται γύρω από τον άξονά του, ξέφρενος σαν σβούρα, οι καινούριοι αιώνες, οι πολιτισμένοι και σενιαρισμένοι, δεν προλαβαίνουν να κρατηθούν από πάνω του και γκρεμοτσακίζονται στο διάστημα. Να πώς βρίσκει χώρο ο Μεσαίωνας και απλώνει τα μπογαλάκια του»[1].
_____
[1] Πέτρος Τατσόπουλος, Ο Σίσυφος στο μπαλκόνι, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2009, σελ. 31-32.


Picture
Γκντουπ! (2012)

Συγγραφέας: Λύο Καλοβυρνάς
Εκδόσεις: Κέδρος
Έτος: 2012

Περιγραφή

Η Λίνα, η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου, κρατά ημερολόγιο, και έτσι τρυπώνουμε για λίγο στη σκέψη της ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα γεγονότα που την προβληματίζουν και στους συλλογισμούς της. Εκεί ξετυλίγεται το κουβάρι του σύμπαντος των ενηλίκων μέσα από την παιδική αφέλεια που μοιάζει με παραμορφωτικό καθρέφτη, αλλά τελικά φαίνεται πολύ λογική, εμπλουτισμένη με ισχυρές δόσεις πιπεράτης φαντασίας και χιούμορ. Διαβάζοντας κανείς, αναρωτιέται αν βρίσκεται στο μυαλό ενός παιδιού ή ενός ενήλικα που θυμάμαι ακόμα τον εαυτό του ως παιδί ή που δεν ξέχασε ποτέ πώς να ξαναγίνεται παιδί. Η διελκυστίνδα των καταιγιστικών ιδεών υποβάλλει την παρακολούθηση της διαδοχής των καταστάσεων, καθώς σε κάθε γονεϊκή απάντηση στις ερωτήσεις της Λίνας ξεπηδούν άλλες τόσες και το γαϊτανάκι συνεχίζει το τύλιγμά του, για να το ξετυλίξει μετά εκείνη στο ημερολόγιό της. Και εδώ δεν «περιμένεις μέχρι να γυρίσεις σελίδα», αλλά βιάζεσαι να τη γυρίσεις, για να δεις τη συνέχεια και να  πάρεις μία γεύση της ερμηνείας των μυστηρίων του κόσμου μέσα από την ξεχωριστή ματιά του συγγραφέα. Γκντουπ, λοιπόν, σαν δυνατό κλείσιμο πόρτας, σαν απότομη προσγείωση ή και σαν σκουντούφλα που σου δίνει η ζωή και αποφασίζεις να την πάρεις αλλιώς.

Το Γκντουπ! είναι το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα για παιδιά.

Ακούστε το Λύο Καλοβυρνά να αφηγείται το παραμύθι για μεγάλους «Η ξανθιά και το βασιλόπουλου» από το βιβλίο του Ανάμεσα στο Τικ και στο Τακ.
https://soundcloud.com/search?q=%CE%B7%20%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CE%B9%CE%AC%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CF%84%CE%BF%20%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF


Μουσική

Picture
Ο Πέτρος και ο Λύκος (1936)  

Περιγραφή

Ένα μουσικό παραμύθι του Ρώσου συνθέτη Σεργκέϊ Σεργκέγεβιτς Προκόφιεφ. Ο ίδιος δημιούργησε και τη μουσική και την πλοκή. Η ιστορία στοχεύει στο να γίνει κατανοητή η χρήση και η συμμετοχή των μουσικών ορχηστρικών οργάνων στην αφήγηση, αλλά αποτελεί και μία απόπειρα εξοικείωσης με αυτά. Μεταφέρει όμως και γενικότερα μηνύματα σε παιδιά και σε μεγάλους. Η αφήγηση με τον Δημήτρη Χορν ζωντανεύει την ιστορία.

«Ο Πέτρος και ο λύκος» διαβάζει ο Δημήτρης ο Χορν.

Picture
Λιλιπούπολη (1980)

Περιγραφή

Η Λιλιπούπολη συγκεντρώνει τραγούδια από την καθημερινή ραδιοφωνική εκπομπή του Τρίτου Προγράμματος, η οποία διήρκεσε από το 1976 έως το 1980, όταν ήταν υπό τη διεύθυνση του Μ. Χατζιδάκι. Επρόκειτο για πρωτοποριακή σειρά εκπομπών για τα δεδομένα της εποχής, που ξεκίνησε με στόχο να μάθει βασικά πράγματα σε μικρά παιδιά και κατέληξε να περνάει πολιτικά μηνύματα με αλληγορίες και συμβολισμούς. Κάτι όχι ευχαρίστως αποδεκτό από όλους. Οι ηθοποιοί που συμμετείχαν ήταν πολλοί, ορισμένοι από την τότε νέα γενιά ηθοποιών, στην οποία ανήκαν η Άννα Παναγιωτοπούλου, η Μίνα Αδαμάκη, η Μίρκα Παπακωνσταντίνου, ο Μίμης Χρυσομάλλης κ.ά., έως και βετεράνοι, όπως η Σαπφώ Νοταρά. Το 1980 έγινε η πρώτη έκδοση του δίσκου όταν σταμάτησε και το πρόγραμμα. Το όνομα προκύπτει από τους Λιλιπούτειους των ταξιδιών του Γκιούλιβερ, παραπέμποντας στο μικρό μέγεθος και σε μικρά παιδιά. Η Λιλιπούπολη όμως είναι μάλλον ένα ταξίδι για μικρά και μεγάλα παιδιά, ακόμα ικανό να ψυχαγωγήσει τους δέκτες του. Πρόσφατα, τέλη του 2012, πραγματοποιήθηκε μία έκδοση με 6 CDs με τα τραγούδια και με διασωσμένες εκπομπές. Τη μουσική του δίσκου υπογράφουν οι Νίκος Κυπουργός, Λένα Πλάτωνος και Δημήτρης Μαραγκόπουλος, οι στίχοι είναι της Μαριανίνας Κριεζή, τραγουδούν οι Σπύρος Σακκάς, Σαβίνα Γιαννάτου, Μαριέλλη Σφακιανάκη, Αντώνης Κοντογεωργίου, Λένα Πλάτωνος κ.ά., ενώ, τέλος, διευθύνει ο Μ. Χατζιδάκις. Τα τραγούδια είναι απολαυστικά, και μουσικά και λεκτικά. Μουσικά είναι διαφορετικά μεταξύ τους, το καθένα διαμορφώνει άλλο χαρακτήρα και ύφος, εναρμονισμένα στο περιεχόμενο της αφήγησης, συνθέτοντας τελικά μία ενδιαφέρουσα και αρμονική ποικιλία στο σύνολό τους. Τα λεκτικά παιχνιδίσματα και οι επινοήσεις φτιάχνουν ολοκληρωμένες ιστορίες, που φτάνουν στο στόχο τους. Έχει ενδιαφέρον ένα απόσπασμα από το Σημείωμα του Μάνου Χατζηδάκι στο εσώφυλλο της πρώτης ηχογράφησης του 1980, καθώς αναφέρεται στη λειτουργία και στο ρόλο που έπαιξε η Λιλιπούλη:

«Η Λιλιπούπολη υπήρξε γέννημα μιας φιλελεύθερης και πειραματικής ραδιοφωνίας από τη μια, του Τρίτου Προγράμματος, και από την άλλη μιας ομάδας νέων ανθρώπων με πολύ ταλέντο που συγκεντρώθηκαν στο Τρίτο και δούλεψαν ελεύθερα με κέφι, με αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό.

»Αυτό, βέβαια, δε στάθηκε εμπόδιο στο να εξοργιστεί η αντιδραστική παραδημοσιογραφία του ελληνικού Τύπου που χαρακτήρισε τη ΛΙΛΙΠΟΥΠΟΛΗ σαν… κομουνιστική.  Ίσως γιατί πρώτη φορά κάποιοι μιλούσαν στα παιδιά υ π ε ύ θ υ ν α με καθαρή ποιητική γλώσσα θίγοντας θέματα που βασανίζουν και πονάν τον τόπο, κι όχι σαν εκπαιδευτικοί ή γονείς ανόητοι που συμπεριφέρονται στα παιδιά, λες κι αποτείνονται σε υποανάπτυκτους και ατελείς οργανισμούς με θέματα ανώδυνα και γλώσσα απονεκρωμένη και συμβατική»[1].

Ας μην ξεχνάμε ότι αυτό ήταν ένα τόλμημα των πρώτων ετών της Μεταπολίτευσης, όπου ακόμα οι μνήμες ήταν νωπές, ενώ οι ζυμώσεις και οι εντάσεις ήταν πολύ έντονες αφορμή των όσων είχαν προηγηθεί. Το γεγονός αυτό καθιστούσε τη Λιλιπούπολη μία πνοή ανανέωσης, για όσους όμως ήταν σε θέση να τη δουν και να την αγκαλιάσουν ως τέτοια. Νομίζω ότι και σήμερα έχει πολλά ακόμα να δώσει χωρίς να χάνει τη φρεσκάδα, την ομορφιά, το ενδιαφέρον, τη διαφορετικότητα και το συναίσθημα της έκπληξης που προκαλεί η επινοητικότητα των στίχων και των κειμένων της.
_____
[1] Οι πληροφορίες από το βιβλιαράκι της ολοκληρωμένης έκδοσης «Εδώ Λιλιπούπολη», που κυκλοφόρησε το 2012 από τη MINOS-EMI A.E.

video1: «Το Χρυσαλιφούρφουρο» σε μουσική Νίκου Κυπουργού, στίχους Μαριανίνας Κριεζή  και ερμηνεία Σαβίνας Γιαννάτου.

video2: «Ρόζα Ροζαλία ή το Ροζ Χρώμα» σε μουσική και ερμηνεία Λένας Πλάτωνος και στίχους Μαριανίνας Κριεζή.

video3: «Ο Χορός των μπιζελιών ή το Πράσινο Χρώμα» σε μουσική Λένας Πλάτωνος, στίχους Μαριανίνας Κριεζή και ερμηνεία Λένας Πλάτωνος, Αντώνη Κοντογεωργίου και Σαβίνας Γιαννάτου.

video4: «Η Μαγιονέζα ή το Κίτρινο Χρώμα» σε μουσική Λένας Πλάτωνος, στίχους Μαριανίνας Κριεζή και ερμηνεία Λένας Πλάτωνος και Αντώνη Κοντογεωργίου.

Picture
Ντενεκεδούπολη (1980)

Περιγραφή

Η Ευγενία Φακίνου δημιούργησε το 1976 το Αντικειμενικοθέατρο, στο πλαίσιο του οποίου παρουσιάστηκαν τα πέντε έργα κουκλοθεάτρου της «Ντενεκεδούπολης»: «Η Ντενεκεδούπολη», «Ξύπνα, Ντενεκεδούπολη», «Το μεγάλο ταξίδι του Μελένιου», «Στο Κουρδιστάν», «Ο κύριος Ουλτραμέρ». Το 1980 ηχογραφείται ο δίσκος σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου, ο οποίος συνέθεσε τη μουσική τεσσάρων εξ αυτών[1]. Η τελευταία επανέκδοση του cd πλέον έγινε το 2011. Η «Ντενεκεδούπολη» στο σύνολό της μεταδίδει μηνύματα εμπνευσμένα από το σύγχρονο κόσμο. Υπάρχει ένας απόηχος μεταπολεμικού κλίματος ιδωμένου υπό το πρίσμα της Μεταπολίτευσης, όταν επικρατούσαν η αισιοδοξία της αθωότητας μαζί με τη θέρμη της επιθυμίας για δράση με στόχο την αλλαγή και την υλοποίηση των ονείρων. Μέσα από τους ήρωες, δηλαδή, θίγονται θέματα, όπως η αστικοποίηση, η πρόκληση στις μεγάλες πόλεις, αλλά και η διεκδίκηση της χειραφέτησης μέσω της πρωτοβουλίας, οι κοινωνικές και οικονομικές διαφορές, η αυτονομία, η ελευθερία, η αξιοπρέπεια, η ισότητα και η δικαιοσύνη. Έχω την εντύπωση ότι σήμερα αυτό το συναίσθημα αισιοδοξίας επισκιάζεται και ίσως γι’ αυτό να είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαίο το πνεύμα της «Ντενεκεδούπολης», γιατί δυσκολίες πάντα υπήρχαν, αλλά η ελπίδα καλό είναι να μην πεθαίνει ούτε τελευταία. Αυτό προϋποθέτει δράση και θετικότητα, όμως, και όχι μονότονη ανακύκλωση των προβληματικών.
_____
[1] Οι πληροφορίες από το βιβλιαράκι του cd «Ντενεκεδούπολη», που επανακυκλοφόρησε το 2011 από την «Καθημερινή».

«Η Ντενεκεδούπολη»

Picture
Άμπρα Κατάμπρα (’80s)

Περιγραφή

Πολλοί μεγαλώσαμε με αυτή την εικονογραφημένη σειρά παραμυθιών. Κάθε δεύτερη Τρίτη έβγαινε, αν θυμάμαι καλά, ένα υπέροχα εικονογραφημένο τεύχος με την κασέτα και με παραμύθια όλων των ειδών: μύθοι του Αισώπου, ποιήματα, κλασικά, σύγχρονα παραμύθια κ.ά. Η αφήγηση ήταν γνωστών ηθοποιών, όπως της Αλίκης Βουγιουκλάκη, του Στέφανου Ληναίου, της Έλλης Φωτίου, της Ξένιας Καλογεροπούλου, του Γιάννη Φέρτη, του Κώστα Ρηγόπουλου, της Κάκιας Αναλυτή, του Αλέκου Αλεξανδράκη, του Κώστα Καρρά κ.ά, ενώ υπήρχε και μουσική επένδυση. Πολλά χρόνια αργότερα έγινε επανέκδοση της σειράς σε cd από τις εκδόσεις Ορφανίδη. Το πρώτο παραμύθι που άκουσα ήταν «Ο Γκομπολίνο» με την πολύ οικεία φωνή της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Ήταν, θυμάμαι, ένα κρύο πρωινό του χειμώνα, λίγο πριν το σχολείο, αξημέρωτα. Με μυρωδιά σπιτικού κέικ, γεμιστού με κομμάτια λιωμένης κουβερτούρας, διάχυτη στην ατμόσφαιρα και με ένα γενναίο κομμάτι στο πιάτο μπροστά μου έτοιμο να γίνει οσονούπω παρελθόν συνοδευόμενο από ένα ποτήρι γάλα, άκουγα απορροφημένη το παραμύθι σε ένα μισοχαλασμένο μαγνητοφωνάκι της κακιάς ώρας, που παρήγαγε επιπλέον ηχητικές παρεμβολές, και φοβόμουν σε κάθε πάτημα του play μη μου μασήσει την κασέτα. Είναι αμέτρητες οι συνδυασμένες αναμνήσεις με το άκουσμα των συγκεκριμένων παραμυθιών, ενώ τα ίδια και ο τρόπος παρουσίασής τους ήταν και παραμένουν εξαιρετικά.

video1: «Ο Γκομπολίνο», το πρώτο επεισόδιο, σε αφήγηση Αλίκης Βουγιουκλάκη.
video2: «Ο εγωιστής γίγαντας» του Όσκαρ Γουάιλντ σε αφήγηση Βάσου Ανδρονίδη.

Picture
Lemony Snicket's A Series of Unfortunate Events (2004)
soundtrack

Περιγραφή

Η μουσική είναι του Τόμας Νιούμαν. Ο συνθέτης έχει δημιουργήσει το score πολλών ταινιών, όπως «Αmerican Βeauty», «Erin Brockovich», «Meet Joe Black», «Finding Nemo» κ.ά. Η ορχηστρική μουσική εξυπηρετεί την αφήγηση της ταινίας ενισχύοντας το σκοτεινό κλίμα και τις συγκινησιακές κλιμακώσεις με κρουστά, έγχορδα όργανα, αλλά και με την απαραίτητη παιχνιδιάρικη σύνθεση όταν οι περιστάσεις το απαιτούν, κυρίως με τη συμμετοχή των πνευστών. Τα θέματά του παρουσιάζουν κοινά στοιχεία, κάτι συχνό ίσως στους συνθέτες που γράφουν μουσική για κινηματογράφο. Ένα κεντρικό θέμα, δηλαδή, το αναπτύσσουν με παραπλήσιους τρόπους στην πορεία των ετών. Η ερμηνεία δική σας.

Το 2005 η μουσική της ταινίας ήταν υποψήφια για βραβείο Όσκαρ.

video1: Αυτό είναι ένα θέμα του δίσκου που ξεχωρίζω ως χαρακτηριστικό δείγμα, προερχόμενο από τη σχεδιαστική αφήγηση των τίτλων, χωρίς ροή, αλλά με μονταρισμένα καρέ.

video2: Έχει κοινά στοιχεία με το βασικό θέμα της ταινίας  «Erin Brockovich».

video3: Και με τη μουσική του «Αmerican Βeauty».



* Οι πληροφορίες για τα βραβεία Όσκαρ και τους συντελεστές των ταινιών επί το πλείστον προέρχονται από το IMDb site: http://www.imdb.com/

* Το εξώφυλλο είναι του συγγραφέα και εικονογράφου Michael Garland.

Στο επόμενο ένθετο Μαΐου-Ιουνίου: Προτάσεις, σαν μπουκιές γαστριμαργικής εμπειρίας!

Γράφει η Ιουλία Λυμπεροπούλου

0 Comments

Η τρελή piñata | 02 Ιανουάριος-Φεβρουάριος  

21/1/2013

0 Comments

 

Η τρελή piñata | Ιανουάριος-Φεβρουάριος
Παραμύθια για μικρούς και για μεγάλους! [Α'Μέρος]



Picture
    Όταν ακούμε παραμύθι, στο μυαλό μας έρχονται εικόνες ζεστές με παππούδες και γιαγιάδες δίπλα στο αναμμένο τζάκι να αφηγούνται ιστορίες σε παιδιά που ακούνε απορροφημένα, ενώ τα κάστανα σκάνε στη φωτιά. Μπορεί να ήταν γνωστά κλασικά παραμύθια, τοπικά, αυτοσχέδια της στιγμής ή προσωπικές ιστορίες. Αυτά μπόλιαζαν τη σκέψη των παιδιών και, πέραν του να κάνουν συναρπαστικές τις, σε άλλη περίπτωση, βαρετές χειμωνιάτικες βραδιές, ύφαιναν το αφηγηματικό νήμα της από γενιάς σε γενιά διάδοση ιστοριών. Πώς, όμως, φτιάχτηκαν τα πρώτα παραμύθια και ποιες ανάγκες οδήγησαν σε αυτό;
     Ένα από τα αγαπημένα μου μαθήματα στο Πανεπιστήμιο στον τομέα της  Λαογραφίας αφορούσε το παραμύθι. Εκεί αναλύσαμε τις λειτουργίες που όρισε και ταξινόμησε ο Ρώσος εθνολόγος Βλαντιμίρ Προπ για το μαγικό παραμύθι και ασχοληθήκαμε με τα λαϊκά παραμύθια και τους μύθους. Οι ρίζες του παραμυθιού προέρχονται από τους μύθους, που έχασαν την προηγούμενή τους σημασία και λειτουργική αξία του περιεχομένου τους. Οι μύθοι έβγαιναν από το λαό ήδη από τις πρωτόγονες κοινωνίες. Ήταν μία πρώιμη απόπειρα ερμηνείας του κόσμου. Μία προσπάθεια εξήγησης των φυσικών φαινομένων και άλλων προβληματισμών. Οι σοφοί των διάφορων φυλών τούς περνούσαν από γενιά σε γενιά σαν πολιτισμική κληρονομιά και γίνονταν κτήμα όλης της φυλής. Αργότερα, επικράτησαν η λογική, η επιστήμη και η λογική στην επιστήμη. Ο άνθρωπος σταμάτησε να πιστεύει στο φανταστικό. Ξέπεσαν οι μύθοι σε παραμύθια, που αμέσως μετά το Μεσαίωνα προορίζονταν για τα παιδιά των ανώτερων κοινωνικών τάξεων και τους ενήλικες των κατώτερων τάξεων. Συχνά αυτές συνδέονταν με σχέσεις παραμάνας, τροφού ‒ παιδιού, μεταδιδόμενα και έτσι. Επίσης η συλλογή και η καταγραφή τους, όπως συνέβη από τους αδελφούς Γκριμ, τα διέδωσαν σε ευρύτερους κύκλους, ενώ η γραφή καινούριων παραμυθιών άνοιξε, πλέον, ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία τους. Συνέχισε, όμως, το παραμύθι να αποτελεί κάτι σαν αίτημα για το λαό. Είναι αφαιρετικό και απουσία λεπτομερών περιγραφών αφήνει όλο το περιθώριο στη φαντασία ενός ανθρώπου, μικρού ή μεγάλου, να αναπτυχθεί. Έγινε κοινωνική πρόταση του λαού μεταφέροντας όλη τη φιλοσοφία, τις αξίες και τις ανάγκες μίας μερίδας πληθυσμού που δεν είχε ακόμα ενεργοποιημένη πολιτική συνείδηση.
    Τα παραμύθια γαληνεύουν, προδιαθέτουν θετικά και συνειρμικά φέρνουν στο μυαλό παιδικές μνήμες στους μεγάλους, ενώ δημιουργούν ένα κλίμα προσφερόμενο για αμέτρητες φαντασιακές διαδρομές και συναισθηματικούς συσχετισμούς. Γίνονται τελικά ένας αποτελεσματικός τρόπος για τη μετάδοση μηνυμάτων καλλιεργώντας μία ατμόσφαιρα θετική, ονειρική και σουρεαλιστική μέσα στην οποία ο ακροατής παλιότερα και ο θεατής ή ο αναγνώστης επιπλέον σήμερα γίνονται πιο δεκτικοί. Το μαγικό παραμύθι, όμως, πάνω στο οποίο εφαρμόστηκε η μέθοδος ανάλυσης του Βλαντιμίρ Προπ αφορά παραμύθια με υπερβατικούς ήρωες, οι οποίοι διαθέτουν υπερφυσικές ικανότητες, ενώ οι διαστάσεις χώρος και χρόνος είναι σχετικές. Σε ένα από τα επόμενα ένθετα θα αναφερθούμε σε κλασικά παραμύθια, όπως είναι η «Κοκκινοσκουφίτσα», που κρύβουν μέσα τους το σπόρο εξωραϊσμένων πλέον πρακτικών, και αφορμή αυτών θα αναλύσουμε τις τριανταμία λειτουργίες του Προπ, κάνοντας μία απόπειρα εφαρμογής τους βάσει παραδειγμάτων.
   Η μαγεία στα παραμύθια συνεχίζει να υπάρχει, ακόμα κι αν ο συνδυασμός των βασικών λειτουργιών, όπως είναι η έλλειψη/απουσία που ωθεί τον ήρωα στη δράση, η εντολή/απαγόρευση, τις οποίες οφείλει να υπακούσει και παραβαίνει για την εξέλιξη της πλοκής, ο σύμμαχος/βοηθός και ο εφοδιασμός μαγικού αντικειμένου κτλ., σε όλα τα βήματα μέχρι τη λύση του δράματος γίνεται ανορθόδοξα. Αυτό τουλάχιστον ισχύει, λίγο πολύ, για τα παραμύθια με υπερβατικά στοιχεία. Οι συνδυασμοί είναι αναρίθμητοι, καθώς αυτά δρομολογούνται σε όλο και πιο σύνθετες δημιουργίες διαπλέκοντας τον πραγματικό κόσμο με τον φανταστικό, αλλά τα βασικά στοιχεία της δομής είναι πάντα εκεί. Ακόμα και οι προσθήκες, για παράδειγμα, τα κινητά ή οι υπολογιστές, οι ωραιοποιήσεις ή οι αποσιωπήσεις αποτελούν ένα κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας τους. Σε αντιστοιχία, επομένως, με τους εξωραϊσμούς παλιότερα του ιστορικού τους πυρήνα, όπως ήταν η εγκατάλειψη των παιδιών στο δάσος για τη μύηση και το πέρασμα στην ενηλικίωση, το σημάδεμα, η αλλαγή ονόματος, η πάλη με άγρια ζώα και η νίκη, που μετουσίωνε τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες των ζώων στη δύναμη των παιδιών. Αυτά άλλαξαν και απλοποιήθηκαν σε έναν περίπατο στο δάσος με διαφορετικό κίνητρο στην «Κοκκινοσκουφίτσα», το «Χάνσελ και Γκρέτελ» ή τον «Κοντορεβιθούλη». Στην ταινία οι «300» αυτό υπονοείται όταν στην αρχή ο ήρωας, για να αποδείξει ότι έγινε άντρας, έπρεπε να σκοτώσει το λύκο. Ήταν η μύηση και το πέρασμα στην ενηλικίωση.
    Από ένα σημείο και μετά στις νέες εκδοχές παραμυθιών εισχωρούσαν και νεωτερικά στοιχεία, γιατί η κάθε εποχή, περιοχή και γενιά φτιάχνει τα δικά της φέροντας μέσα της την παράδοση των ακουσμάτων της παιδικής ηλικίας. Έτσι ο κόσμος των παραμυθιών εμπλουτίζεται χωρίς να ξεχνά τη ρίζα του, γιατί οι παππούδες και οι γονείς αφηγούνται παραμύθια στα παιδιά. Σήμερα στον Παιδικό και στο σχολείο, επίσης, διδάσκονται ιστορίες ή οι επαγγελματίες παραμυθάδες τις αφηγούνται στο παιδικό θέατρο, μέσω ταινιών, cd, dvd κτλ. Τα παραμύθια, πάντως, φτάνουν στους μικρούς αποδέχτες με όποιο τρόπο, διεγείροντας και γονιμοποιώντας τη φαντασία τους. Κάποιοι θα γίνουν μεγαλώνοντας οι ίδιοι παραμυθάδες, συνεχίζοντας την αλυσίδα. Άλλοι παίζουν ρόλο αφηγητή ‒η αφήγηση εδώ με την ευρύτερη έννοια σε θέατρο, τραγούδι, βιβλίο, εικαστικά κτλ.‒ και άλλοι ακροατή, θεατή, αναγνώστη. Οι ρόλοι ενίοτε αλλάζουν. Τα παραμύθια, πάντως, αποτελούν κομμάτι της ζωής μικρών και μεγάλων και όχι μόνο ως ανάμνηση, αλλά ως ανάγκη. Γιατί, εκτός από το να είναι αφαιρετικά, αφηγούνται ιστορίες αλληγορικά, μεταδίδοντας μηνύματα. Οι ήρωες, εξάλλου, με τους οποίους μικροί και μεγάλοι ταυτίζονται περνούν από δοκιμασίες μέχρι που στο τέλος, αφού έχουν υποστεί απώλειες, έχουν πονέσει, τραυματιστεί ίσως, και εγκαταλειφθεί στη μοναξιά, φτάνουν σε ένα είδος λύτρωσης, κατακτώντας μερικώς τη γνώση και κυρίως την αυτογνωσία. Αυτά τα στοιχεία υπάρχουν λίγο πολύ σε όλες τις παραμυθένιες ιστορίες τις άξιες αναφοράς.
    Σε αυτά τα δύο μέρη, λοιπόν, της «τρελής piñata» επέλεξα ταινίες, βιβλία και μουσική, που αφορούν παραμύθια της σύγχρονης εποχής, στα οποία όμως διακρίνονται τα βασικά χαρακτηριστικά των λειτουργιών, ακόμα κι αν δεν είναι οφθαλμοφανή. Τα παραμύθια στις εποχές στερήσεων και δυσκολιών αποκτούν ακόμα πιο μεγάλη σημασία και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις πολλαπλασιασμού τους. Παρακολουθείστε, επομένως, θυμηθείτε, απολαύστε, γνωρίστε και πάρτε ιδέες εμπλουτισμού των δικών σας παραμυθιών. Πάνω απ’ όλα έμπνευση και κίνητρο αποφόρτισης, καθώς η ζωή αποτελεί έτσι κι αλλιώς τη μεγαλύτερη περιπέτεια!

Καλή παραμυθένια αρχή, λοιπόν, για όλους, με ωραίες ταινίες, όμορφα αναγνώσματα και ενδιαφέρουσες ακροάσεις για τη γέννηση δημιουργικών ιδεών!



Ταινίες
The Wizard of Oz (1939)
(Ο Μάγος του Οζ)
Picture
Σκηνοθέτης: Βίκτορ Φλέμινγκ
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Τζούντι Γκάρλαντ, Φρανκ Μόργκαν, Ρέι Μπόλγκερ, Μπερτ Λαρ, Τζακ Χέιλι κ.ά.

Περιγραφή

Η κλασική αυτή ταινία βασισμένη στο βιβλίο του Φρανκ Μπάουμ με την έφηβη Τζούντι Γκάρλαντ στο ρόλο της Ντόροθι από το Κάνσας έχει αφήσει εποχή σε γενιές ολόκληρες σινεφίλ και μη. Κυρίως γιατί εξιτάρει τη φαντασία μικρών και μεγάλων συμπυκνώνοντας πολλά στοιχεία παραμυθιού. Το σπίτι της Ντόροθι παρασύρεται ένα βράδυ από έναν ανεμοστρόβιλο και έτσι βρίσκεται με το σκυλάκι της στη χώρα του Οζ. Εκεί συναντά τους «βοηθούς» της, το σκιάχτρο, τον τενεκεδάνθρωπο και το δειλό λιοντάρι, και όλοι μαζί προσπαθούν να εντοπίσουν το Μάγο του Οζ, για να τη βοηθήσει να επιστρέψει σπίτι, ενώ οι ίδιοι θα αποκτήσουν τα πολυπόθητα για εκείνους μυαλό, καρδιά και θάρρος αντίστοιχα. Τα ίδια στοιχεία θίγουν στην αρχή οι τρεις άνθρωποι (μαγικός αριθμός) στη φάρμα όπου μένει η ηρωίδα, οι οποίοι μετά αποκτούν τους ρόλους με τα ίδια χαρακτηριστικά. Πρόκειται για την εν σπέρματι «υπόσχεση» που επιβεβαιώνεται στους σπονδύλους της πλοκής. Στην περιπέτειά της, όμως, εκτός από συμμάχους θα συναντήσει και εμπόδια έως τη λύση της αφήγησης. Η ιστορία αφορά ένα ταξίδι, μία αναζήτηση, μία πορεία προς την ωρίμανση, που μάλλον είναι εσωτερική. Αυτό σημαίνει ότι, όσο μακριά κι αν πηγαίνει κανείς για να βρει την απάντηση σε ερωτήματα, ίσως το σοφό θα ήταν να κοιτάξει πρώτα μέσα του. Αν, βέβαια, δεν κάνει εξαρχής τη διαδρομή, αυτό μάλλον δε θα το ανακαλύψει ποτέ εκ των προτέρων. Κατ’ αποτέλεσμα το ταξίδι μετρά, γιατί μέσα από αυτό οδηγούνται και οι ήρωες στην ωριμότητα. Αυτό ενδεχομένως να συμβολίζουν τα κόκκινα «ρουμπινένια» γοβάκια, που, αν τα χτυπούσε, θα επέστρεφε σπίτι της, αλλά το κατάλαβε μόλις στο τέλος του ταξιδιού.

Η χώρα του Οζ είναι χρωματιστή γεμάτη φαντασία και εικόνες, ενώ το Κάνσας σε αρχή και τέλος ασπρόμαυρο. Οι πρώτες έγχρωμες ταινίες εμφανίστηκαν περίπου ταυτόχρονα με τις πρώτες ομιλούσες. Όπως, όμως, έχει μείνει η οσκαρική ταινία «Τραγουδιστής της Τζαζ» (1927) γνωστή ως η πρώτη ομιλούσα, έτσι και ο «Μάγος του Οζ» με το «Όσα παίρνει ο άνεμος» έμειναν στην ιστορία του κινηματογράφου ως οι πρώτες πιο γνωστές έγχρωμες ταινίες, συμπίπτοντας το 1939. Στο «Μάγο του Οζ» η νέα πειραματική ακόμα μέθοδος του Technicolor συνδυάζει το χρώμα με το φανταστικό κόσμο του Οζ και τα ασπρόμαυρα καρέ με την πραγματικότητα, υποδηλώνοντας και αυτή την τεχνική μετάβαση προς τη νέα εποχή.

Αξέχαστες στιγμές ο κίτρινος δρόμος που οδηγεί στο Μάγο, το τραγούδι «Somewhere Over The Rainbow» κ.ά.

Στην απονομή βραβείων του 1940 κέρδισε τα Όσκαρ Καλύτερης Μουσικής Επένδυσης και Καλύτερου τραγουδιού για το τραγούδι «Somewhere Over The Rainbow».

Η Τζούντι Γκάρλαντ απέσπασε ειδικό βραβείο Όσκαρ για την καλύτερη παιδική ερμηνεία της χρονιάς.

Είχε επίσης και άλλες τέσσερις υποψηφιότητες: Καλύτερης Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης, Καλύτερης Φωτογραφίας, Καλύτερων Ειδικών Εφέ (Οπτικών και Ηχητικών ‒ αυτή η κατηγορία έχει υποστεί αλλαγές στο χρόνιο) και Καλύτερης Ταινίας.

Το 1985 γυρίστηκε η ταινία της Disney «Return to Oz». Κατά τη γνώμη μου, πολύ κατώτερη της πρώτης. Το ενδιαφέρον σε σχέση με αυτό, όμως, είναι ότι χάρις σε αυτή την ταινία έγινε αναφορά του «Μάγου του Οζ» στο Βιβλίο Γκίνες για την ταινία με sequel με τη μεγαλύτερη χρονική απόσταση μεταξύ των δύο ‒ 46 χρόνια.

Το 2013 θα προβληθεί η ταινία κινουμένων σχεδίων, και πάλι της Disney, «Oz the Great and Powerful». Στην Ελλάδα θα τη δούμε το Μάρτιο του 2013. Υπάρχουν στοιχεία της κλασικής ιστορίας, αλλά η πλοκή διαφοροποιείται. Με τη φωνή τους ζωντανεύουν τους χαρακτήρες γνωστοί ηθοποιοί, όπως ο Τζέιμς Φράνκο, η Μισέλ Γουίλιαμς, η Ρέιτσελ Βάις κ.ά.

Κατά καιρούς γυρίστηκαν διάφορες ταινίες βασισμένες στην ιστορία του Φρανκ Μπάουμ και πριν το 1939. Αυτή με την Τζούντι Γκάρλαντ, όμως, αναγνωρίστηκε διεθνώς ως κλασική μες στο χρόνο.


Labyrinth (1986)
(Λαβύρινθος)

Picture
Σκηνοθέτης: Τζιμ Χένσον
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Ντέιβιντ Μπάουι, Τζένιφερ Κόνελι κ.ά.

Περιγραφή

Η έφηβη Σάρα μένει μόνη στο σπίτι παίρνοντας την «εντολή» από τους γονείς της να προσέχει το μωρό αδελφό της. Εκείνη, όμως, την «παραβιάζει», γιατί νευριάζει που κλαίει διαρκώς και εύχεται να τον πάρει ο βασιλιάς των ξωτικών. Νωρίτερα βλέπουμε στο παράθυρό της μία κουκουβάγια, ένα πουλί οιωνός και προάγγελος έλευσης, καθώς ο βασιλιάς των ξωτικών πράγματι εμφανίζεται και αποχωρεί με το μικρό αδελφό της. Εδώ έχουμε αντιστροφή της κλασικής σειράς των λειτουργιών, που θα ήταν 1) έλλειψη/απουσία, 2) εντολή/απαγόρευση, 3) παραβίαση. Εκτός αν θεωρήσουμε ως έλλειψη την ελευθερία διαχείρισης του χρόνου της και όχι την απαγωγή του αδελφού της. Το ένα, όμως, μοιάζει με προοιμιακή αφορμή, ενώ το πραγματικό κίνητρο για να τεθεί σε λειτουργία ο μηχανισμός της δράσης είναι η απαγωγή. Στη συνέχεια, αν τον θέλει πίσω ‒της θέτει ως δοκιμασία-προϋπόθεση‒, πρέπει να μπει στο λαβύρινθο και να τον βρει έως τα μεσάνυχτα, διαφορετικά θα ανήκει σε εκείνον για πάντα. Έτσι αρχίζει η περιπέτεια της Σάρα, που ψάχνει ρωτώντας όσα περίεργα πλάσματα συναντά στο μεταξύ. Άλλοτε την αποπροσανατολίζουν και άλλοτε βρίσκει πιστούς βοηθούς/συμμάχους, που τη συνοδεύουν έως το τέλος του ταξιδιού της.

Η ταινία φέρει στο στήσιμό της ένα είδος αφέλειας αλλά και τεχνικής επινοητικότητας ως χαρακτηριστικά της εποχής. Ίσως όσοι τη γνωρίζουν να την αγαπούν ακριβώς γιατί συνδυάζει αυτά τα στοιχεία, πέραν των ηθοποιών και της μουσικής. Στην ουσία, πρόκειται για ένα σκοτεινό παραμυθένιο μιούζικαλ με ευφάνταστη σύνθεση και προσεγμένη φροντίδα των λεπτομερειών που εξυπηρετούν την πλοκή και την περιπέτεια της αφήγησης. Χαρακτηριστικές στιγμές είναι το πηγάδι των χεριών όπου πέφτει η Σάρα, τα οποία, καθώς ενώνονται μεταξύ τους, σχηματίζουν ομιλούντα πρόσωπα, το σκουλήκι στην αρχή που της υποδεικνύει την είσοδο στο λαβύρινθο, προσανατολίζοντάς τη στη δυσκολότερη διαδρομή, οι διάσπαρτες και ακαθόριστες κλίμακες λίγο πριν τη λύση του δράματος και άλλα. Οι προσεγμένες λεπτομέρειες, εξαιρώντας τα λάθη του ρακόρ, είναι, κατά τη γνώμη μου, οι πιο συναρπαστικές.


Who Framed Roger Rabbit (1988)
(Ποιος παγίδεψε τον Ρότζερ Ράμπιτ)

Picture
Σκηνοθέτης: Ρόμπερτ Ζεμέκις
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Μπομπ Χόσκινς, Κρίστοφερ Λόιντ, Τζοάνα Κάσιντι κ.ά.

Περιγραφή

Η ταινία διαδραματίζεται στο τέλος τη δεκαετίας του ’40 (1947). Υπήρξαν και στο παρελθόν ταινίες ηθοποιών με καρτούν, η συγκεκριμένη, όμως, είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες από άποψη τεχνική, σχεδιαστική και στόρι, καθώς η ανάμειξή τους δε γίνεται σε μία σκηνή, αλλά καθόλη τη διάρκειά της, εμπλέκοντας τους δύο κόσμους διαρκώς σαν μία πραγματικότητα δεδομένη. Γεγονός, επίσης, αποτελεί η συνάντηση στη μεγάλη οθόνη των χαρακτήρων δύο διαφορετικών στούντιο, της Γουόρνερ Μπρος και της Ντίσνεϊ. Σε ένα φανταστικό κόσμο, λοιπόν, όπου τα καρτούν συνυπάρχουν με τους ανθρώπους, όχι αρμονικά πάντα, γιατί θεωρούνται κατώτερα ως διασκεδαστές, εξελίσσεται μία αστυνομική ιστορία. Ο Ρότζερ Ράμπιτ σύζυγος της Τζέσικα Ράμπιτ κατηγορείται για φόνο και ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Βάλιαντ, που έως τότε είχε προσληφθεί για να κατασκοπεύσει τη Τζέσικα, αναλαμβάνει να ψάξει τον πραγματικό δολοφόνο. Στην πορεία ανακαλύπτει μυστήριες διαπλοκές που απειλούν την ύπαρξη της πόλης των καρτούν και τον οδηγούν στη λύση του μυστήριου θανάτου του αδελφού του. Η ταινία εμμέσως θίγει και ζητήματα διαφορετικότητας, διακρίσεων και ομάδων που λειτουργούν ως βαλβίδα κοινωνικής αποσυμπίεσης. Τα καρτούν διαθέτουν ειδικές ικανότητες και ιδιορρυθμίες, γι’ αυτό δέχονται όλη τη βία για να γελούν οι άλλοι, καθώς δεν παθαίνουν τίποτα. Με αυτή την ιδιότητα ως «πλαστικοί» διασκεδαστές ελαφρώς σνομπάρονται, παρότι έχουν συναισθήματα που όμως εκφράζουν υπερβολικά, καθρεφτίζοντας ανθρώπινους τύπους. Βέβαια, υπάρχει ένας τρόπος για να εξοντωθούν με ειδικό οξύ, τιμωρώντας την αθωότητά τους. Επίσης θίγει τον καταναλωτισμό των στούντιο και το εφήμερο του κόσμου του θεάματος. Στο τέλος πολλά ανατρέπονται όταν οι δύο κόσμοι, που έως τότε κινούνται παράλληλα, διασταυρώνονται και χτίζουν γέφυρες επικοινωνίας.

Η ταινία κέρδισε τρία βραβεία Όσκαρ και ένα ειδικό βραβείο, ενώ ήταν υποψήφια για άλλα τρία. Κέρδισε Όσκαρ Καλύτερου Μοντάζ, Καλύτερου Ηχητικού Μοντάζ και Καλύτερων Οπτικών Εφέ. Και ήταν υποψήφια για Καλύτερη Ηχητική Μίξη, Καλύτερη Καλλιτεχνική Διεύθυνση και Καλύτερη Φωτογραφία. Ειδικό Βραβείο απονεμήθηκε στο Ρίτσαρντ Γουίλιαμς για τη σκηνοθεσία και τη δημιουργία των κινουμένων σχεδίων.

O Μπομπ Χόσκινς πρόσφατα δήλωσε ότι αποσύρεται από την υποκριτική, καθώς πάσχει από τη Νόσο του Πάρκινσον.

Ο Τζιν Κέλι χορεύει με τον Τομ, το ποντικάκι από τους Τομ και Τζέρι, στο «Βίρα τις άγκυρες» (1945), όπου συμπρωταγωνίστησε με το Φρανκ Σινάτρα.


Στην ταινία «Song of the South» (1946) της Ντίσνεϊ είχε συμβεί κάτι ανάλογο με το τραγούδι «Zip-a-Dee-Doo-Dah».

Και στη «Mary Poppins» (1964) της Ντίσνεϊ υπάρχουν τραγούδια σε ένα μέρος της ταινίας με ανάλογες σκηνές. Εδώ το «Supercalifragilisticexpialidocious».

«Penguin Dance» πολύ πριν το «Happy Feet».
Το συγκεκριμένο χορευτικό από την ταινία «Βίρα τις άγκυρες» συνδύαζα πάντα με το επόμενο βίντεο κλιπ σε ήχους R&B και pop dance του τραγουδιού «Opposites Attract» της Πόλα Αμπντούλ (Paula Abdul). Τότε ήταν πολύ προσεγμένα τα βίντεο κλιπ, πολλά αποτελούσαν μικρές ιστορίες, ακόμα κι αν επρόκειτο για mainstream pop. Όπως εξελίσσεται η ιστορία προκύπτουν διαρκώς νέα στοιχεία, χωρίς να ανακυκλώνονται τα ίδια με τη μονότονη προβολή του σεξαπίλ της τραγουδίστριας. Διαπίστωσα ψάχνοντας ότι όντως η χορεύτρια και χορογράφος Πόλα Αμπντούλ είχε εμπνευστεί ακριβώς από αυτήν τη χορογραφία.

Πόλα Αμπντούλ «Opposites Attract» (1989). Το τραγούδι κέρδισε βραβείο Γκράμι το 1991.



Edward Scissorhands (1990)
(Ο Ψαλιδοχέρης)
Picture
Σκηνοθέτης: Τιμ Μπάρτον
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Τζόνι Ντεπ, Γουαϊνόνα Ράιντερ, Νταϊάν Γουίστ κ.ά.

Περιγραφή

Η ιστορία βασίστηκε σε μία ιδέα του ίδιου του Τιμ Μπάρτον από τη μοναχικότητα που βίωνε ως παιδί. Ο κεντρικός ήρωας αποτελεί το δημιούργημα ενός εφευρέτη, που πέθανε πριν προλάβει να του προσθέσει χέρια. Έτσι, στη θέση των χεριών έχει ψαλίδια, εξαιτίας των οποίων δημιουργήθηκαν οι ουλές στο χαρακτηριστικό πρόσωπο του Έντουαρντ. Κάποια μέρα τον ανακαλύπτει μία καλόκαρδη πωλήτρια καλλυντικών στη σοφίτα του πύργου όπου παραμένει κλεισμένος και αποφασίζει να τον πάρει σπίτι της. Ακολουθεί η περίοδος προσαρμογής με τον περίγυρο σε μία μάλλον ιδιόρρυθμα άχρωμη προαστιακή γειτονιά, αντιδιαστελλόμενη με τη γραφική ιδιαιτερότητα του Ψαλιδοχέρη. Εκείνος φέρνει χρώμα, νέες ιδέες, ερωτεύεται την κόρη της αισθητικού μέχρι που αρχίζουν τα εμπόδια και οι ανατροπές, κορυφώνοντας το δράμα και τη δράση. Πρόκειται για ένα παραμύθι όχι τόσο σκοτεινό όσο τα μετέπειτα του Μπάρτον. Οπωσδήποτε, όμως, διαθέτει τα αγαπημένα του γκόθικ στοιχεία και τη γκροτέσκ θεατρικότητα, που εδώ κατά το ήμισυ στριμώχνεται σε μία κανονικότητα η οποία αναστατώνεται. Ο ρομαντισμός, η παραμυθένια ατμόσφαιρα και η συγκινησιακή φόρτιση με τα έντονα πάθη και τη χαριτωμένα πολύπλοκη ιδιοσυγκρασία ιδίως του κεντρικού ήρωα συνθέτουν μία ιστορία για όλες τις εποχές. Υπάρχουν σχηματικά στοιχεία, όπως το καλό, το κακό και οι ενδιάμεσοι χαρακτήρες. Από αυτούς άλλοι είναι επιρρεπείς στις εκάστοτε συνθήκες και άλλοι, πιο ευαίσθητοι, βοηθούν τη σύνδεση μεταξύ του κόσμου του Έντουαρντ και των υπολοίπων. Ο θεατής τάσσεται με το μέρος του ήρωα στις όμορφες και τις δύσκολες στιγμές, συμπονώντας μία διαφορετικότητα που εφευρίσκει τρόπους επικοινωνίας με τον περίγυρο, ενίοτε εύθραυστους στην αντίληψη όσων ηθελημένα ή αθέλητα η αθωότητα επισκιάστηκε.

Η ταινία ήταν υποψήφια για Όσκαρ Καλύτερου Μακιγιάζ το 1991.



Hook (1991)
(Κάπταιν Χουκ)

Picture
Σκηνοθέτης: Στίβεν Σπίλμπεργκ
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Τζούλια Ρόμπερτς, Ρόμπιν Γουίλιαμς, Ντάστιν Χόφμαν, Μπομπ Χόσκινς κ.ά.

Περιγραφή

Ο Πήτερ Παν σε αυτή την ταινία έχει μεγαλώσει και είναι παντρεμένος με την εγγονή της Γουέντι. Έχει εξελιχθεί σε κάποιον που δε θυμίζει σε τίποτα τον παλιό του εαυτό, το σκανταλιάρικο παιδί που πετάει και δε θέλει να μεγαλώσει. Μέχρι που γίνεται η ανατροπή όταν ο Κάπταιν Χουκ κλέβει τα παιδιά του, για να τον εκδικηθεί για το χαμένο του χέρι, εξού και ο γάντζος. Εξαναγκάζεται, έτσι, να επιστρέψει στη Χώρα του Ποτέ, όπου τα παιδιά παραμένουν παιδιά και οι μεγάλοι είναι πειρατές, για να ξαναθυμηθεί τον εαυτό του και να βρει τρόπους να νικήσει πάλι τον προαιώνιο εχθρό του. Το καστ συγκεντρώνει μεγάλα ονόματα και σε ασυνήθιστους ρόλους. Η Τζούλια Ρόμπερτς σε ρόλο-έκπληξη παίζει την Τίνκερμπελ, αλλά η πραγματική έκπληξη σήμερα είναι η άσημη ακόμα τότε Γκουίνεθ Πάλτροου σε δυο τρεις σύντομες σκηνές της ταινίας με δυο ατάκες να υποδύεται τη Γουέντι κοπέλα. Παρ’ όλα αυτά δε δέχτηκε καλές κριτικές η ταινία και μάλλον θεωρήθηκε μία παραφωνία για το Σπίλμπεργκ λόγω του αργού ρυθμού της συγκριτικά με το ανάλαφρο και σπιρτόζο πνεύμα των ηρώων, ενώ οι πρωταγωνιστές δεν βρίσκονταν στην πιο εμπνευσμένη τους στιγμή. Την αναφέρω, όμως, για το στόρι της, καθώς η ταινία παρουσιάζει το αδιανόητο για τα δεδομένα του αιώνιου παιδιού, που εξελίσσεται σε στυγνό ενήλικο επαγγελματία και παραμελεί την οικογένειά του. «Έγινες πειρατής!» του λέει η γιαγιά Γουέντι. Ό,τι απέρριπτε, έχοντάς το ξεχάσει. «Τα παιδιά σου σ’ αγαπάνε, θέλουν να παίξουν μαζί σου» λέει η γυναίκα του. «Πόσο νομίζεις ότι διαρκεί αυτό; […] Έχουμε λίγα ξεχωριστά χρόνια με τα παιδιά μας, όταν μας θέλουν εκείνα. Μετά θα τα κυνηγάς εσύ για λίγη προσοχή. Περνάει τόσο γρήγορα, Πήτερ. Πρόκειται για λίγα χρόνια και μετά τελειώνει».

Ίσως ακόμα και για τις ιστορίες να έρχεται η στιγμή ωρίμανσης και εξέλιξης, κυρίως εσωτερικής. Ο λόγος που ο Πήτερ Παν είχε ξεχάσει τον εαυτό του ήταν γιατί απώθησε τις στενάχωρες αναμνήσεις και μαζί τους χάθηκαν και οι μαγικές στιγμές. Αλλά κατάφερε να κάνει μία χαρούμενη σκέψη, την επιθυμία του να γίνει πατέρας, ενθυμούμενος πάλι το παρελθόν. Στην ταινία φαίνεται αυτή η μετάβαση μετά από εμπόδια και αποπροσανατολισμό. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, αν ωριμάσει κανείς ξεχνώντας το παιδί μέσα του, είναι σαν να ξεχνά ένα κομμάτι του εαυτού του.

Η ταινία κέρδισε πέντε υποψηφιότητες στα Όσκαρ για Καλύτερη Καλλιτεχνική Διεύθυνση, Καλύτερα Κοστούμια, Καλύτερα Οπτικά Εφέ, Καλύτερο Μακιγιάζ και Καλύτερο Τραγούδι.



Peter Pan (2003)
(Πήτερ Παν)

Picture
Σκηνοθέτης: Π. Τζ. Χόγκαν
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Τζέρεμι Σάμπτερ, Ρέιτσελ Χερντ-Γουντ, Ολίβια Γουίλιαμς κ.ά.

Περιγραφή

Αυτή η ταινία σε αντίθεση με την προηγούμενη, «Hook», μεταφέρει πραγματικά παραμυθένια την κλασική ιστορία του Πήτερ Παν στη μεγάλη οθόνη, τη βασισμένη σε βιβλίο του Τζέιμς Μπάρι. Κατά τη γνώμη μου, είναι από τις καλύτερες του είδους της. Είναι μία ονειρική αφήγηση για όλες τις εποχές. Και παρότι οι πρωταγωνιστές είναι άγνωστοι σε σχέση με το εντυπωσιακό καστ του «Hook» κλέβουν την παράσταση, ιδίως οι μικροί ηθοποιοί που είναι εξαιρετικοί. Δε θυμίζει σε τίποτα την προηγούμενη, που σε σημεία της φέρει ακόμα την πομπώδη ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’80. Η Ρέιτσελ Χερντ-Γουντ, η μικρή πρωταγωνίστρια, αργότερα εμφανίζεται στο «Άρωμα» και σε άλλες ταινίες.



Le Triplettes de Belleville (2003)
(To Τρίο της Μπελβίλ)

Picture
Σκηνοθεσία και σενάριο: Σιλβάν Σομέ
Γλώσσα: Γαλλικά, Πορτογαλικά,
Ηθοποιοί: (φωνή) Μισέλ Ρομπίν, Μπεατρίς Μπονιφάσι, Ζαν Κλόντ Ντόντα, Λίνα Μποντρό, Μαρί Λου Γκοτιέ, κ.ά.

Περιγραφή

Η ταινία αυτή των κινουμένων σχεδίων απευθύνεται κυρίως σε ενήλικες. Οι καλά δομημένες ιστορίες, βέβαια, έχουν μία ευελιξία ξεπερνώντας τα ηλικιακά στεγανά. Η ιστορία ξεκινάει στο μεταπολεμικό Παρίσι, όπου μια γιαγιά ζει με τον εγγονό της. Προσπαθεί με διάφορους τρόπους να του αποσπάσει την προσοχή και να του προκαλέσει το ενδιαφέρον, για να απαλύνει τη θλίψη του από την απώλεια των γονιών του. Έτσι αποκτούν το σκύλο και ανακαλύπτουν ότι απολαμβάνει το ποδήλατο. Θέτουν στόχο, λοιπόν, στο πέρασμα το χρόνου τον Ποδηλατικό Γύρο της Γαλλίας. Η γιαγιά του τον στηρίζει σε κάθε του βήμα σε σημείο αυτοθυσίας. Στη διάρκεια του Γύρου, όμως, τον απαγάγει η Μαφία, και η εκείνη τον ακολουθεί έως τη Νέα Υόρκη, για να τον βρει και να τον σώσει. Σύντροφοί της στην περιπέτεια ο πιστός σκύλος και το Τρίο της Μπελβίλ, τρεις ηλικιωμένες αδελφές τραγουδίστριες, πρώην σταρ, που πλέον παράγουν ήχο με διάφορους επινοητικούς τρόπους.

Ο ήρωας διατηρεί ένα λεύκωμα με αποκόμματα εφημερίδων που απεικονίζουν ποδηλάτες. Μεταξύ άλλων αναφέρεται ο Jean Robie ως νικητής. Πράγματι νίκησε δύο φορές, το 1947, που έγινε ο πρώτος Γύρος μετά το Β’ Πόλεμο και αποτελούσε μεγάλο γεγονός, και το 1953. Μία από αυτές τις δύο χρονολογίες πρέπει να συμπίπτει και με τη χρονική έναρξη της ταινίας. Οπότε, όταν βρίσκονται στη Νέα Υόρκη με τον εγγονό ενήλικα είναι τέλη της δεκαετίας του ’50 με αρχές του ’60. Ο χρόνος και οι δεκαετίες περνούν πολύ εύστοχα σχεδιαστικά με αεροπλάνα διαφορετικών δεκαετιών να πετούν πάνω από το σπίτι. Η εικονογράφηση θυμίζει σε στιλ κυρίως τη δεκαετία του ’50 και οι μεταβάσεις των πλάνων εκπλήσσουν διαρκώς ευχάριστα.

Είναι μία ταινία μινιμαλιστικά σύνθετη, χωρίς διαλόγους, με ελάχιστη ομιλία, με ήχους, μεστές εικόνες και ουσιαστικές στιγμές. Απολαμβάνει κανείς κάθε λεπτό, καθώς δε φλυαρεί και συμπυκνώνει ευαισθησία, χιούμορ, σάτιρα και κυνισμό. Το παχύσαρκο άγαλμα της Ελευθερίας, που κρατά ένα χάμπουργκερ και αντί για δάδα ανυψώνει ένα παγωτό χωνάκι, σε συνδυασμό με τη Μαφία και τις δυσκολίες προσαρμογής της γιαγιάς αναδεικνύουν την Αμερική ως τη χώρα του χρήματος και των ευκαιριών, όπου όλα ξεζουμίζονται. Ίσως να έχει σημασία το γεγονός ότι δείχνει το άγαλμα με το που φτάνει από το υπερατλαντικό ταξίδι της. Και οι δύο από τη Γαλλία έφτασαν, το άγαλμα ως δώρο και η γιαγιά εξαιτίας της αρπαγής του εγγονού της για τη χρήση του ως ανθρώπινη ύλη. Στο μεταξύ, από το 1886, το άγαλμα «πάχυνε» τρώγοντας παγωτά, χάμπουργκερ και ανθρώπους, όπως τους μετανάστες, που συσσωρεύονταν στο νησάκι Έλις με την ελπίδα να πάρουν άδεια εισόδου στη χώρα, ή τους ποδηλάτες της ταινίας, που κάνουν πετάλι για στοιχήματα μαφιόζων μπροστά σε μία οθόνη μέχρι τελικής πτώσεως. Και όταν πέφτουν κάτω από την κούραση τους πυροβολούν σαν άλογα. Υπάρχει κάτι από την Αμερική του Κάφκα στο χάσιμο στη μεγαλούπολη, που εδώ αντί για Νέα Υόρκη ονομάζεται Μπελβίλ, ωραία πόλη. Μοιάζει με σαρκασμό για το κενό περιεχομένου αμερικάνικο όνειρο. Ή για το όνειρο που αφορά πολύ λίγους εις βάρος πολλών. Στη συνέχεια νικάει το καλό και στο τέλος τούς ξεπερνάει όλους η ζωή.

Η ταινία κέρδισε το 2004 δύο υποψηφιότητες στα Όσκαρ για Καλύτερη Ταινία Κινουμένων Σχεδίων και Καλύτερο τραγούδι.

«Belleville Rendez-Vous» σε μουσική Μπενουά Σαρέ και στίχους Σιλβάν Σομέ.




Βιβλία

Τα μάγια της πεταλούδας (1919)
Picture
Συγγραφέας: Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα
Εκδόσεις: Σοκόλη ‒ Κουλεδάκη
Έτος: 2011

Περιγραφή

Τα Μάγια της πεταλούδας είναι το πρώτο θεατρικό έργο του Φεδερίκο Γαρθία Λόρκα. Ο Λόρκα είναι ο συγγραφέας που «παραπαίει», καθώς «Οι θεατρικοί συγγραφείς τον θεωρούν ποιητή και οι ποιητές θεατρικό συγγραφέα»[1]. Το έργο πραγματεύεται έναν αδύνατο έρωτα, όπου ένα σκαθάρι ερωτεύεται μία λαβωμένη πεταλούδα. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα μικρό «λιβάδι» κάτω από τη σκιά ενός κυπαρισσιού και σε έναν κήπο. Είναι ένα θεατρικό όλο ποίηση! «Βάρβαρη των ποιητών η Φύτρα!» γράφει «Όλους εις το πυρ το εξώτερον θα τους έκαιγα! Η Λήθη! Όλους θα τους κάψει η Λήθη!»[2]. Κωμωδία χαρακτηρίζει το έργο ο Λόρκα στον πρόλογό του. Δεν ξέρω αν είναι κωμωδία ή ένα δράμα με κωμική επίφαση υφασμένη με νήμα παιδικής αθωότητας, όπου ο έρωτας διαπλέκεται με το θάνατο σε μοιραίο  γαϊτανάκι παραπέμποντας ποιητικά στην ίδια τη ζωή.

Στην ουσία, το έργο αναφέρεται στο άφταστο όνειρο του ονειροπόλου ποιητή της ζωής, ο οποίος προσδοκά κάτι πέρα από όσα η κοινωνία εξαρχής του ορίζει. Στο μικρό που ξεγελάει, γιατί, ενώ φαίνεται ασήμαντο, διαθέτει τελικά μεγαλύτερη δύναμη από όση κανείς θα νόμιζε, όπως τα έντομα της «κωμωδίας». Μία μικρή κοινωνία με αντιθέσεις, όνειρα, προσδοκίες και πληγωμένες ελπίδες. Σε εποχή πολέμου ο οραματιστής και ο ποιητής είναι οι πρώτοι που καταδικάζονται στο «πυρ το εξώτερον», γιατί δεν εξυπηρετούν σκοπιμότητες. Είναι ακατάλληλοι στο να αποτελέσουν λεία επιδέξιων χειρισμών σε ξένα χέρια. Η λήθη ίσως να αποτελεί και ενδόμυχο φόβο του Λόρκα, όπως και κάθε καλλιτέχνη. Τελικά το καθεστώς τον αφάνισε ‒το 1936 τον δολοφόνησε η Ισπανική Φάλαγγα του Φράνκο‒, εξωραΐζοντας και εκριζώνοντας οποιαδήποτε ατέλεια του δημιουργούσε την όποια ενδόμυχη ανασφάλεια. Μάλλον θα τον τραγουδούν και οι επόμενες γενιές, όπως εμείς τώρα!
_____
[1] Φεδερίκο Γαρθία Λόρκα, Τα μάγια της πεταλούδας, μτφρ. Δημήτρης Τσεκούρας, Εκδόσεις Σοκόλη ‒ Κουλεδάκη, Αθήνα, 2011, εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή, σελ. 7.
[2] Φεδερίκο Γαρθία Λόρκα, Τα μάγια της πεταλούδας, ό.π., Β’ Πράξη, Σκηνή ΙΙ, σελ. 60.



Σιντάρτα (1922)

Picture
Συγγραφέας: Έρμαν Έσσε
Εκδόσεις: Καστανιώτη
Έτος: 2011

Περιγραφή

Ο Έρμαν Έσσε γράφει το ινδικό παραμύθι Σιντάρτα μεταξύ του 1920 και του 1922. Ο Σιντάρτα είναι γιος βραχμάνου. Οι βραχμάνοι διαλογίζονταν, έκαναν θυσίες στους θεούς και μελετούσαν τους στίχους των ιερών βιβλίων. Ο ήρωας, όμως, έχει βαθύτερες αναζητήσεις. Αμφισβητεί τις μεθόδους που ανακύκλωναν μονότονα μία αυταπάτη, καθώς αναζητούσαν την ουσία της ύπαρξης: τον Άτμαν, την «αρχική πηγή μέσα στο Εγώ»[1]. Ο ήρωας συνειδητοποιεί ότι κανείς δε μαθαίνει από τη μεταλαμπάδευση των γνώσεων των άλλων, αλλά μέσα από τα προσωπικά βιώματα. Το ινδικό παραμύθι χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο, ο νέος Σιντάρτα επαναστατεί. Απομυθοποιεί όσα ήδη γνωρίζει, και επιδιώκει τη θεμελίωση νέων αρχών, λειτουργικών για τον ίδιο, χωρίς την απλή αναπαραγωγή των γονεϊκών προτύπων. Γι’ αυτό αποφασίζει να φύγει από το σπίτι και να γευτεί τη ζωή. Δε σκοπεύει να ακολουθήσει καμία έτοιμη διδαχή, αλλά να αποκομίσει προσωπική εμπειρία. Εκεί αρχίζει το δεύτερο μέρος, που γράφεται μετά από συνεδρίες του συγγραφέα με τον Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ[2]. Στην πορεία πέφτει στη Σανσάρα, την κοσμική ζωή με τα ανθρώπινα πάθη, αλλά και τα συναισθήματα και τις σχέσεις. Χάνει τον εαυτό του και τον ξαναβρίσκει. Διαπιστώνει χωρίς προκατάληψη και υπεροψία, απέναντι σε ό,τι ονομάζει ανθρώπους-παιδιά βυθισμένα στη Σανσάρα, ότι όλοι αποτελούν μέρος ενός συνόλου όντας ενωμένοι. Έτσι και ο ίδιος είναι αναπόσπαστο μέρος αυτού του συνόλου με όλες τις πτυχές του.

Το βιβλίο, που περιγράφει ένα ταξίδι αυτογνωσίας, θεωρείται δείγμα Οριενταλισμού, που χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν και ως διαφυγή από τη δυτική πραγματικότητα. Παρ’ όλες τις φανταστικές του εικόνες, τα ονειρικά σημεία και τους συμβολισμούς, διαγράφεται η δυσκολία που κρύβει αυτό το ταξίδι της αντιμετώπισης του εαυτού μας, της αποδοχής κάθε μας πλευράς, αρνητικής και θετικής, αποτελώντας αναγκαστικό μονόδρομο προς την  ωριμότητα, μοναχικό, επίπονο και τελικά λυτρωτικό.
_____
[1] Έρμαν Έσσε, Σιντάρτα, μτφρ. Μαρία Παξινού, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1999 (1η έκδοση στα γερμανικά 1922), σελ. 16-17.
[2] Αλόις Πρινς, Η ζωή του Έσσε, Κάθε αρχή και μια μαγεία, μτφρ. Γρηγόρης Αθανασίου, επιμ. Ελεάννα Λαμπάκη, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2005 (1η έκδοση στα γερμανικά 2000), σελ. 163.


Ο Τρελαντώνης (1932)

Picture
Συγγραφέας: Π. Σ. Δέλτα
Εκδόσεις: Βιβλιοπωλείον της Εστίας
Έτος: 2009

Περιγραφή

Το διάβασα σε μία παλιά πολυτονική έκδοση των ίδιων εκδόσεων με σκληρό εξώφυλλο και με την εικονογράφηση της Μαρίας Παπαρρηγοπούλου. Ήταν το πρώτο παιδικό βιβλίο της συγγραφέα. Πρόκειται για αυτοβιογραφικό κείμενο και από τις πρώτες σελίδες δίνει το σκηνικό της ιστορίας. Ο Τρελαντώνης με τα αδέλφια του ήρθαν μόνοι, γιατί εκείνο το καλοκαίρι οι γονείς τους δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν, από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου έμεναν, για να κάνουν διακοπές στον Πειραιά στο σπίτι των θείων τους ‒οικογένεια Μπενάκη‒ και στα διάφανα νερά της Καστέλας. Έμεναν σε ένα από τα εφτά στη σειρά νεοκλασικά του Τσίλερ, πολύ κοντά σε εκείνο που παραθέριζε ο τότε Βασιλιάς (Γεώργιος Α’). Περιγράφονται αληθινά περιστατικά από το 1881 και τις επόμενες χρονιές. Όπως μας πληροφορεί η ίδια: «[…] το έστειλα στον Κωστή Παλαμά, που ενθουσιάστηκε από το θέμα και τη συγγραφική μου δεινότητα» και «[…] το έργο το αγόρασε ο Ελευθέριος Βενιζέλος […] όποτε ένιωθε κουρασμένος ή αγχωμένος και δεν μπορούσε να κοιμηθεί, κατέφευγε στο βιβλίο μου»[1]. Είναι γνωστή η σχέση της Π. Σ. Δέλτα με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, όπως και το γεγονός ότι, όταν έγινε η απόπειρα δολοφονίας εναντίον του στις 6 Ιουνίου του 1933, μόλις είχε φύγει από δείπνο στο σπίτι της. Σε σχέση με τους χαρακτήρες του βιβλίου της, επίσης, αναφέρει πως «Περιέγραφα τα αδέλφια μου, και ιδιαίτερα τον Αντώνη, εμένα, την Πουλουδιά, τα ξαδέλφια μου, που ήταν τόσο διαφορετικά από εμάς· εκείνος ο ξάδελφος Γιάννης έμοιαζε αρκετά στον Ίωνα […] στην τόλμη, την προστασία προς τους αδύναμους, το ότι μου άρεσε ως εμφάνιση»[2]. Εννοεί εδώ τον Ίωνα Δραγούμη, το μεγάλο της έρωτα, σε μία εποχή που δεν υπήρχε διαζύγιο, ούτε δεχόταν τέτοιες ρήξεις εύκολα, καθώς η συγγραφέας ήταν ήδη παντρεμένη με το Στέφανο Δέλτα, και έτσι καταδικάστηκε ο συναισθηματικός δεσμός σε αδιέξοδο.

    Το ενδιαφέρον στο βιβλίο, εκτός από το ύφος της συγγραφέα, τις σκανδαλιές και τα παθήματα του Τρελαντώνη, είναι ότι τις σελίδες του διαπερνά όλη η ατμόσφαιρα της εποχής μέσα από μάτια παιδικά, με το ντύσιμο, τη νοοτροπία, τις συνήθειες, τους προβληματισμούς, και διακρίνει κανείς πρόσωπα γνωστά, όπως ήταν ο Μπαρμπαγιάννης ο Κανατάς κ.ά.
_____
[1] Μίτση Σκ. Πικραμένου, Η Κυρία με τα μαύρα, Η βιογραφία της Πηνελόπης Δέλτα, Εκδόσεις Τετράγωνο, Αθήνα, 2012, σελ. 430-431.
[2] Μίτση Σκ. Πικραμένου, Η Κυρία με τα μαύρα, Η βιογραφία της Πηνελόπης Δέλτα, ό.π., σελ. 431.


Ο μικρός πρίγκιπας (1940)

Picture
Συγγραφέας: Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ
Εκδόσεις: Πατάκη
Έτος: 2011

Περιγραφή

Είναι ένα από τα λίγα βιβλία που καταφέρνουν τόσο επιτυχημένα να μιλήσουν στην καρδιά μεγάλων και μικρών και, παρότι σχετικά πρόσφατο, μόλις του 1940, μπορεί να ονομάζεται ίσως κλασική ιστορία. Αν και ο χρόνος είναι πιο αρμόδιος να επιβεβαιώσει κάτι τέτοιο, μία υπόθεση κάνω μόνο. Όσες φορές και να το διαβάσει κανείς είναι πάντα σαν την πρώτη, παραμένει φρέσκο και δροσερό. Το διάβασα σε μία παλιότερη έκδοση του 1988 των Ύψιλων Βιβλία, απλώς εδώ γίνεται επιλογή κάποιου εξώφυλλου, στόχος δεν είναι η προβολή εκδόσεων. Υπήρχε μία μικρή εισαγωγή με στοιχεία βιογραφικά του συγγραφέα και δική του εικονογράφηση επίσης. Φαντάζομαι ότι διατηρούνται αυτά και στις μετέπειτα εκδόσεις, καθώς διαμορφώνουν το ύφος του βιβλίου στο σύνολό του.

Από την αφιέρωση ακόμα φαίνεται ότι ο συγγραφέας στοχεύει στο μικρό παιδί που ζει μέσα μας. Ο Μικρός Πρίγκιπας γράφτηκε σε μία εποχή πολύ δύσκολη για το συγγραφέα και τον κόσμο όλο. Ο Β’ Παγκόσμιος ήδη μαινόταν και η Γαλλία βρισκόταν υπό Κατοχή όταν το βιβλίο εκδόθηκε. Υπήρχε, λοιπόν, πολύ έντονη ανάγκη για να ονειρευτεί ο κόσμος και να πιστέψει σε κάτι καλύτερο. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να συμβεί ήταν η αφήγηση ενός αλληγορικού παραμυθιού. Ο Μικρός Πρίγκιπας, σύμφωνα με αυτό, ζει σε ένα μικρό πλανήτη με τρία ηφαίστεια, ένα λουλούδι, που τον έχει «εξημερώσει» και γι’ αυτό είναι υπεύθυνος για τη φροντίδα του, και σπόρους μπαομπάμπ, που ξεριζώνει τακτικά, γιατί, αν αναπτυχθούν επικίνδυνα, είναι ικανοί να καταβροχθίσουν τον πλανήτη του. Αποφασίζει κάποια στιγμή να κάνει ένα ταξίδι για να γνωρίσει τον κόσμο και περνά από άλλους πλανήτες μέχρι που καταλήγει σε μια έρημο στη Γη. Εκεί γνωρίζει το συγγραφέα, ο οποίος επίσης έπεσε με το αεροπλάνο του. Βρέθηκαν στην έρημο της Γης και οι δυο σαν εξ ουρανού κομήτες.

Ο Μικρός Πρίγκιπας συγκεντρώνει στα βασικά χαρακτηριστικά του αυτήν τη θλίψη για τον κόσμο των μεγάλων που γίνονται επιθετικοί και αρνητικοί, καταστρέφοντας το δώρο της ζωής. Εκθειάζει τη χαρά της ανακάλυψης μέσα από το καινούριο, που οδηγεί στη διερεύνηση του κόσμου. Αναφέρεται στις χαρές της ζωής μέσα από τους ανθρώπινους δεσμούς, όπως είναι η φιλία και ο έρωτας. Της σημασίας του κάθε μικρού, απλού και φαινομενικά ασήμαντου, που μπορεί να κάνουν όλη τη διαφορά, γιατί χωρίς αυτά ο κόσμος θα ήταν διαφορετικός. Αυτά προκύπτουν μέσα από την ευαισθησία του Μικρού Πρίγκιπα, την εύθραυστη μόνο αν ιδωθεί επιφανειακά και επιπόλαια, γιατί τολμά να εξελίσσεται, γεγονός που τον δυναμώνει και τον οδηγεί στην αυτογνωσία.

Ο Σαιντ-Εξυπερύ έγραψε και άλλα βιβλία, στην αρχή του Β’ Πολέμου ήταν ήδη γνωστός. Ο Μικρός Πρίγκιπας είναι ίσως διεθνώς το πιο δημοφιλές του βιβλίο. Έφυγε, όμως, τόσο ο νωρίς ο Σαιντ-Εξυπερύ. Μπορεί να μας χάριζε κι άλλες ιστορίες να απαλύνουν λίγο την υπαρξιακή μοναξιά, φυτεύοντας παράλληλα σπόρους στη σκέψη, όχι σαν τα καταστροφικά μπαομπάμπ, αλλά σαν λουλούδια ικανά να μας εξημερώσουν.



Η Φάρμα των Ζώων
(1945)

Picture
Συγγραφέας: Τζωρτζ Όργουελ
Εκδόσεις: Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος
Έτος: 2001

Περιγραφή

Άλλο ένα συμβολικό κείμενο που έχει γραφτεί σαν παραμύθι και θα μπορούσαν να το διαβάσουν τόσο μικροί όσο και μεγάλοι. Τα μηνύματά του λίγο πολύ όλοι θα τα καταλάβαιναν, απλώς οι πιο μεγάλοι θα διέβλεπαν στις γραμμές του και τις σχετικές ιστορικές αναφορές που εμμέσως θίγει. Η ιστορία διαδραματίζεται σε μία φάρμα. Εκεί τα ζώα ξεσηκώνονται εναντίον του ιδιοκτήτη και επομένως καταπιεστή τους. Τα γουρούνια, και συγκεκριμένα ο Ναπολέων (η μαμά της Κόκκινης επανάστασης είναι η Γαλλική), το πιο αυταρχικό γουρούνι, επισκίασε το αντίπαλο δέος, τον προοδευτικό και φωτισμένο Χιονόμπαλο. Η επανάσταση έγινε μάλλον νωρίς, καθώς εκμεταλλεύτηκαν την περίοδο δυσκολιών που περνούσε ο ιδιοκτήτης Τζόουνς, αλλά αποδείχτηκε ότι δεν μπορούσαν να τη διαχειριστούν σωστά. Η ισότητα τελικά δεν τους αφορούσε όλους, ακόμα κι αν όλοι γι’ αυτή πολέμησαν ακολουθώντας διαταγές και ιδέες. Όταν όμως τα πράγματα ηρεμούν και επιμερίζονται οι ρόλοι στην εξουσία, και πάλι οι λίγοι έχουν προνόμια μετά την ανατροπή της καθεστηκυίας. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η νέα τάξη πραγμάτων άρχισε να μιμείται την προηγούμενη, φτάνοντας να γίνει στην πορεία δεινότερος καταπιεστής του αντιπάλου της επί τη προφάσει της απελευθέρωσης ή και ξεχνώντας στην πορεία το στόχο της. Είναι ένα αλληγορικό παραμύθι, που βρίσκει εφαρμογή στα γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας.

«Όλα τα ζώα είναι ίσα, αλλά μερικά ζώα είναι πιο ίσα απ’ τα άλλα». Τζωρτζ Όργουελ.



Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον (1970)

Picture
Συγγραφέας: Ρίτσαρντ Μπαχ
Εκδόσεις: Εκδόσεις Διόπτρα
Έτος: 1992

Περιγραφή

Και εδώ έχουμε μία αλληγορική ιστορία για το γλάρο Ιωνάθαν, ο οποίος ανακαλύπτει τη χαρά τού να πετάει, όχι μόνο από ανάγκη προκειμένου να εξασφαλίσει την τροφή του, αλλά γιατί πραγματικά το απολαμβάνει. Έτσι, σταδιακά εξελίσσει το πέταγμά του διερευνώντας κι άλλους τρόπους πετάγματος μέσα από φιλοσοφικές αναζητήσεις μέχρι που φτάνει να πετάξει με τη σκέψη, καταργώντας κάθε όριο συμβατικής χωροχρονικής διάστασης. Το βιβλίο αφήνει μία γεύση επιβράβευσης σε όσους αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες τολμηρά, καθώς κινείται έξω από τη λογική τού πώς θα έπρεπε να γίνονται τα πράγματα και λειτουργεί με γνώμονα την ελεύθερη επιλογή της εσωτερικής διεύρυνσης των οριζόντων. Διαθέτει τα αφαιρετικά στοιχεία του παραμυθιού, διαβάζεται με την ηχητική υπόκρουση του θαλασσινού παφλασμού και γουργουρητού, που διατρέχουν τις σελίδες, και προσφέρει μία νότα ανανέωσης, αισιοδοξίας και ανάτασης σε όποιον το αγκαλιάσει πρόθυμος να απογειωθεί.

«Για να πετάξεις τόσο γρήγορα όσο η σκέψη, οπουδήποτε δηλαδή, πρέπει να αρχίσεις με τη γνώση ότι έχεις ήδη φτάσει…»[1]
_____
[1] Richard Bach, Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον, Εκδόσεις Διόπτρα, Αθήνα, 1992, σελ. 62.


Η εκπαίδευση του Μικρού Δέντρου (1977)

Picture
Συγγραφέας: Φόρεστ Κάρτερ
Εκδόσεις: Κέδρος
Έτος: 2008

Περιγραφή

Απαλάχια όρη, Τενεσί. Στα χρόνια της Μεγάλης Κρίσης (1929). Ένα πεντάχρονο αγόρι, το Μικρό Δέντρο, χάνει τους γονείς του και τον αναλαμβάνουν οι παππούδες του, που είναι Ινδιάνοι Τσεροκί. Είναι ένα βιβλίο που μοιάζει με παραμύθι, καθώς βλέπουμε με αθωότητα και ευαισθησία να μπολιάζεται ο ήρωας με τις αξίες της ινδιάνικης παράδοσης κοντά στους φυσικούς ρυθμούς, ήδη κονιορτοποιημένων στο σύγχρονο τρόπο ζωής, όπου ο άνθρωπος αποπροσανατολίζεται και αποξενώνεται.

Το Μικρό Δέντρο, έτσι, γίνεται πιο ευέλικτο στις συνειδητοποιήσεις με όλη τη χαριτωμένη παιδική αφέλεια. «[…] ανακάλυψα με έκπληξη ότι κάποτε ο παππούς ήταν παιδί»[1]. Αλλά ακριβώς αυτές οι προσλαμβάνουσες το ενδυναμώνουν στο να δεχτεί το αναπόφευκτο στο όμορφο και δύσκολο ταξίδι της ζωής. «Η τελευταία πεταλούδα πέταξε μέσα από το φαράγγι. Κάθισε σε ένα κοτσάνι, από όπου είχαμε κόψει το καλαμπόκι με τον παππού. Δεν άνοιγε τα φτερά της. Μόνο καθόταν και περίμενε. Δεν είχε λόγο να αποθηκεύσει τροφή. Θα πέθαινε και το ήξερε. Ο παππούς είπε ότι ήταν σοφότερη από τους ανθρώπους. Δεν ταραζόταν γι’ αυτό. Ήξερε ότι είχε εξυπηρετήσει το σκοπό της και τώρα ο σκοπός της ήταν ο θάνατος. Έτσι, περίμενε εκεί, κάτω από το τελευταίο χάδι του ήλιου»[2].

Το βιβλίο, πέραν του ότι έγινε πολύ δημοφιλές, έχει μία ενδιαφέρουσα ιστορία. Όταν αποκαλύφθηκε το πραγματικό όνομα του συγγραφέα, λάτρεις του και μη εξεγέρθηκαν, γιατί διαπίστωσαν ότι ο συγγραφέας δεν είχε καμία σχέση με τους Τσεροκί, καθώς το έργο παρουσιάστηκε αρχικά ως αυτοβιογραφία. Υπήρχε, μάλιστα, η υποψία ότι επρόκειτο για ρατσιστή[3]. Ίσως η ίδια η γραφή του και η αναζήτηση του παρελθόντος να υποκρύπτουν μία ενοχή για την τύχη των φυλών των Ινδιάνων στο Νέο Κόσμο. Ενδέχεται, ωστόσο, να προέκυψε αφορμή των διάφορων κρίσεων της δεκαετίας του ’70 στις ΗΠΑ εξαιτίας γεγονότων, όπως το σκάνδαλο Γουοτεργκέιτ και η οικονομική κρίση και η πτώση του ηθικού μετά το τέλος του πολέμου του Βιετνάμ. Είναι κάποιοι από τους λόγους που οδήγησαν σε κρίση αξιών και για άλλη μία φορά η Β. Αμερική έψαχνε για έναν ήρωα. Κάποιοι τον βρήκαν στο πρόσωπο του πρωταθλητή Ρόκι. Όπως κι αν έχει, με διάθεση εξιλέωσης και λύτρωσης ή μη, το μυθιστόρημα μεταφέρει στον αναγνώστη τη χαμένη αθωότητα με εικόνες και με μία φιλοσοφία ζωής υποσκελισμένης στη σύγχρονη βιομηχανική, πλέον και τεχνολογική, πραγματικότητα.

Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε δύο χρόνια πριν το θάνατο του Αμερικάνου συγγραφέα Φόρεστ Κάρτερ, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Έιζα Ερλ Κάρτερ, το 1977[4]. Το 1991 διακρίθηκε με το βραβείο American Booksellers Association Book of the Year, ενώ το 1997 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο σε σκηνοθεσία Richard Friedenberg[5].

_____
[1]  Φόρεστ Κάρτερ, Η εκπαίδευση του Μικρού Δέντρο, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 2008, σελ. 37.
[2] Φόρεστ Κάρτερ, Η εκπαίδευση του Μικρού Δέντρο, ό.π. 216.
[3] http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_21/09/2008_285213.
[4] Στοιχεία παρμένα από το οπισθόφυλλο και το αυτί του βιβλίου.
[5] Στοιχεία από greekbooks.gr. http://www.greekbooks.gr/books/logotehnia/i-ekpedefsi-tu-mikru-dentru.product


Μουσική

The Wizard of Oz (1956)
Picture
Περιγραφή

Η κυκλοφορία του δίσκου καθυστέρησε να γίνει και συνέπεσε με την πρώτη τηλεοπτική προβολή της ταινίας. Ήταν από τις πρώτες φορές που μπορούσε κάποιος να αγοράσει τη μουσική ταινίας ακούγοντας και διαλογικά μέρη, τα οποία συμπύκνωναν στο σύνολό τους το στόρι της ταινίας. Οι δίσκοι με μουσική ταινιών καθιερώθηκαν ευρέως αργότερα. Το εξώφυλλο εδώ είναι από μία επανακυκλοφορία του δίσκου το 1995. Σε αυτή την κυκλοφορία συμπεριλήφθηκαν εκδοχές κάποιων κομματιών σε μεγαλύτερη διάρκεια από την αρχική (extended version), όπως και κομμάτια που δεν υπήρχαν καθόλου στον πρώτο δίσκο ή στην ταινία. Η μουσική και οι στίχοι των τραγουδιών είναι των Χάρολντ Άρλεν και Ε. Ι. Χάρμπουργκ αντίστοιχα. Ενώ την ορχηστρική μουσική του δίσκου συνέθεσε ο Χέρμπερτ Στότχαρτ.

Στην απονομή βραβείων του 1940 κέρδισε τα Όσκαρ Καλύτερης Μουσικής Επένδυσης και Καλύτερου τραγουδιού για το τραγούδι «Somewhere Over The Rainbow».

video1: «Somewhere Over The Rainbow» σε ερμηνεία Τζούντι Γκάρλαντ.
video2: «Follow the yellow brick road»




Labyrinth (1986)
Soundtrack
Picture
Περιγραφή

Η μουσική είναι του Τρέβορ Τζόουνς και τα τραγούδια ερμηνεύει ο Ντέιβιντ Μπάουι. Υπάρχουν στο σάουντρακ τα ηλεκτρονικά στοιχεία που χαρακτήρισαν τη δεκαετία. Τα κομμάτια κυμαίνονται από ροκ μπαλάντες έως ποπ ρυθμούς με έναν ήχο μυστηρίου, υποστηριζόμενο επάξια από τη φωνή του Ντέιβιντ Μπάουι. Ο δίσκος συνοδοιπορεί με συνέπεια με το ύφος της ταινίας.






video1: «As the world falls down»
video2: «Magic Dance»




Who Framed Roger Rabbit (1988)
(Ποιος παγίδεψε τον Ρότζερ Ράμπιτ)
Picture
Περιγραφή

Η μουσική είναι του Άλαν Σιλβέστρι, ο οποίος είναι γνωστός για πολλά γνωστά score, όπως του «Φόρεστ Γκαμπ». Το τραγούδι «Why don't you do right» είναι γραμμένο από τον Τζο Μακόι και ερμηνεύει η Άμι Άιρβιν. Στην ταινία ακούγεται επίσης η «Hungarian Rhapsody No. 2» του Φραντς Λιστ ως μονομαχία σολίστ μεταξύ Μπαγκς Μπάνι και Ντάφι Ντακ. Ο κάθε χαρακτήρας έχει το θέμα του, όπως συμβαίνει συνήθως, ενώ η ορχηστρική μουσική αναδεικνύει όλα τα στοιχεία της κωμωδίας, των δυναμικών αντιθέσεων, του μυστηρίου και του αισθησιασμού, ακολουθώντας την αφήγηση της ιστορίας. Τα χαλαρά γεμίσματα αναλαμβάνει κυρίως ο ήχος του σαξοφώνου.

video1: «Why don't you do right» από την Άμι Άιρβιν.
video2: Η μονομαχία των σολίστ με τη «Hungarian Rhapsody No. 2» του Φραντς Λιστ.




Edward Scissorhands (1990)
Soundtrack
Picture
Περιγραφή

Η μουσική είναι του Ντάνι Έλφμαν, που έχει γράψει τη μουσική πολλών γνωστών ταινιών και το στιλ του είναι αναγνωρίσιμο. Ο «Ψαλιδοχέρης», όμως, αποτελεί ένα από τα καλύτερα score του. Το κομμάτι των τίτλων θεωρείται ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και παραμυθένια με τις χορωδιακές φωνές που διεγείρουν συναισθήματα νοσταλγίας και θλίψης. Υπάρχουν και δυναμικά σημεία, όπως το «The Cookie Factory» σε χιουμοριστικό πνεύμα νοθευμένο με σκοτεινά σημεία. Το χιούμορ είναι διάσπαρτο στην ταινία και δεν οδηγεί οπωσδήποτε σε ξεκαρδιστικό γέλιο, εφόσον δεν πρόκειται για μία καθαρή κομεντί. Κυοφορείται στο παράδοξο εξισορροπώντας τις δύσκολες στιγμές των χαρακτήρων. Ο δίσκος αποδεικνύεται συνεπής σε αυτήν τη λεπτή ισορροπία αποδίδοντάς τη ηχητικά. Αφηγείται, επομένως, την ιστορία ως θα όφειλε ένα σάουντρακ να κάνει, σαν να παρακολουθούσαμε, υποθετικά, μία ταινία μόνο με την εικόνα και χωρίς διαλόγους. Οι αισθαντικές φωνές της χορωδίας εντείνουν την παραμυθένια και συγκινησιακή ατμόσφαιρα της ταινίας και συμβαδίζουν με τον κεντρικό ήρωα, που μιλάει λίγο, σφιγμένα, δειλά, αλλά αισθάνεται πολλά και δυσκολεύεται να τα δείξει. Μοιάζουν με εσωτερικές φωνές, αν μπορούσε κανείς να τις ακούσει.

Ο δίσκος ήταν υποψήφιος στα Βραβεία Γκράμι το 1992 στην κατηγορία Καλύτερη Ορχηστρική μουσική για κινηματογράφο ή τηλεόραση.

video1: «Introduction (Titles)»
video2: «Ice Dance» με σκηνές από την ταινία.
video3: «The Cookie Factory»





Hook (1991)
soundtrack
Picture
Περιγραφή

Η ταινία μπορεί να μην ήταν από τις μεγάλες επιτυχίες του Σπίλμπεργκ, αλλά η  μουσική του Τζον Γουίλιαμς είναι από τα δυνατά της σημεία. Ο Τζον Γουίλιαμς έχει συνεργαστεί με το σκηνοθέτη στις Τριλογίες του και στον Ε.Τ. και έχει γράψει μερικά από τα πιο αναγνωρίσιμα κινηματoγραφικά score. Η ορχηστρική σύνθεση με συγκινησιακές εξάρσεις και κορυφώσεις αποτελεί κλασικό άκουσμα για τους λάτρεις της ιστορίας. Στο «Flight to Neverland» φαντάζεται κανείς τον Πήτερ Παν να πετάει, καθώς δημιουργεί μία αίσθηση ανάτασης.



video1: «Flight to Neverland»
video2: «When you’re alone». Το τραγούδι που κέρδισε και την υποψηφιότητα στα Όσκαρ.




Στο επόμενο ένθετο Μαρτίου-Απριλίου:

Παραμύθια για μικρούς και για μεγάλους! (Β’ Μέρος)

Οι πληροφορίες για τα βραβεία Όσκαρ και τους συντελεστές των ταινιών επί το πλείστον προέρχονται από το IMDb site: http://www.imdb.com/

Γράφει η Ιουλία Λυμπεροπούλου

0 Comments

Η τρελή piñata | Νοέμβριος-Δεκέμβριος

7/11/2012

2 Comments

 


Η τρελή piñata | Νοέμβριος-Δεκέμβριος
Η τέχνη αντιστέκεται στον αυταρχισμό και στον ολοκληρωτισμό!


Picture
    Μετά από τρεις μήνες η στήλη «Η τρελή piñata» γίνεται διμηνιαίο ένθετο και αυτό είναι το πρώτο στη σειρά! Η επιλογή των θεμάτων θα καθορίζεται κάθε φορά από την εποχή και κυρίως από την εσωτερική ανάγκη για διάχυση και ανταλλαγή ιδεών. Σε ένα ένθετο βέβαια που χωρίζεται σε τρία μέρη (ταινίες, βιβλία, μουσική) δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν τα πάντα ούτε να αναλυθούν διεξοδικά. Θα προσπαθώ κάθε φορά άλλοτε με διάθεση πιο ανάλαφρη και άλλοτε πιο προβληματισμένη να δίνω τροφή για σκέψη, αφορμή για περαιτέρω αναζήτηση και ιδέες για τη δημιουργική διαχείριση του ελεύθερου χρόνου μέσω των προτεινόμενων ταινιών, βιβλίων και μουσικών διαδρομών.
    Το θέμα, λοιπόν, αυτού του ένθετου προσδιορίζεται από δύο επετείους. Της μόλις προηγηθείσας 28ης Οκτώβρη, όπου μνημονεύουμε εορταστικά την άρνηση της αυτόβουλης παράδοσης της Ελλάδας στη φασιστική τότε Ιταλία. Είναι λίγο οξύμωρο να πούμε ότι πρόκειται για άρνηση στο φασισμό γενικά, γιατί και ο Μεταξάς δικτάτορας ήταν, έστω και ως ιδιόμορφη απομίμηση. Απλώς στην Ελλάδα ο εκάστοτε δικτάτορας ή πραξικοπηματίας ‒είχαμε πολλούς καίτοι υπερηφανευόμαστε για την καταγωγή της δημοκρατίας, η μία όμως είναι αρχαία και τα άλλα σύγχρονα και θα έπρεπε να προβληματίζει το γεγονός‒ υπερασπιζόταν την ύπαρξή του ως αναγκαία, δικαιολογώντας έτσι τα αδικαιολόγητα. Η ιστορία είναι γεμάτη με τέτοια οξύμωρα σχήματα.
     Και ενόψει της επετείου του Πολυτεχνείου, όπου μία χούφτα γενναίων ανθρώπων, σε σχέση με όσους παρέμεναν κλεισμένοι στα σπίτια τους σ’ όλη τη διάρκεια της επταετίας, κλείστηκε στο Μετσόβιο διαμαρτυρόμενη κατά της χούντας. Είχε προηγηθεί η κατάληψη της Νομικής Αθηνών και άλλες πράξεις αντίστασης που καταπνίγονταν από το καθεστώς των συνταγματαρχών σε όλη τη διάρκειά του. Η εξέγερση στο Πολυτεχνείο, όμως, και η κατάληψη της Νομικής συνέβησαν το 1973. Στα χρόνια που ακολούθησαν πολλά έγιναν ή δεν έγιναν σε σχέση με την ιστορική μας μνήμη και τα αποτελέσματα είναι απολύτως απτά πλέον. Κάτι που γίνεται άμεσα αντιληπτό από τη διδασκαλία της ιστορίας στο σχολείο, η οποία πριν κάποια χρόνια έφτασε στο σημείο να διδάσκεται και από καθηγητές γαλλικών! Υπερηφανευόμαστε για κάτι που δεν ξέρουμε πώς να το διατηρήσουμε και να το σεβαστούμε. Οι πιο πολλοί θυμούνται την ιστορία ως βαρετά κατεβατά που υποχρεωτικά αποστήθιζαν και τίποτα άλλο. Γιατί κανείς δεν τους εξήγησε τη χρησιμότητά της. Και γιατί η ιστορία, αντίθετα με όλα αυτά, είναι συναρπαστική!
    Ο Θουκυδίδης γι’ αυτό κατέγραψε τα γεγονότα, όπως ο ίδιος δηλώνει και όπως μαθαίναμε στο σχολείο. Για να μάθουν οι μελλοντικές γενιές και να μην επαναλάβουν τα ίδια λάθη. Ο άνθρωπος δε μαθαίνει αν δεν μπορεί για Χ Ψ λόγο, γιατί δε θέλει ή γιατί επιδιώκει να συσκοτίζει και να διαστρεβλώνει τα γεγονότα, συνήθως για τους άλλους. Στο τέλος, όμως, πέφτει και ο ίδιος ή οι επόμενοι στο σταδιακά διευρυνόμενο και αγεφύρωτο λάκκο. Η ιστορία είναι κομμάτι των χρήσιμων ανθρωπιστικών επιστημών, γιατί κρατούν τον άνθρωπο σε στενή σχέση με τον εαυτό του διερευνώντας τις πτυχές του και υπενθυμίζοντάς του τα πεπραγμένα του. Δε διαγράφει ακριβείς κύκλους, ίσως να δημιουργεί σχήματα ή σπείρες, σίγουρα πάντως υπάρχουν αναλογίες, που μπορεί κανείς μέσα από αυτές να διακρίνει τάσεις, να κατανοήσει, να προβλέψει και, αν βρίσκεται σε ετοιμότητα με καλά αντανακλαστικά, να προλάβει καταστάσεις.
    Ελπίζοντας, επομένως, ότι με την πάροδο των ετών θα μειώνονται αντί να αυξάνονται τα κενά, επιλέγω ως θέμα έργα που με αλληγορικό ή και συμβολικό τρόπο επισήμαναν τον υπαρκτό κίνδυνο του αυταρχικού ολοκληρωτισμού, ο οποίος στη σύγχρονη ιστορία πήρε συγκεκριμένες μορφές πολιτικά και κοινωνικά μέσα από το φασισμό και το ναζισμό. Το μήνυμα που ενδεχομένως προκύπτει είναι ίσως η ανάγκη τού να βρισκόμαστε διαρκώς σε επιφυλακή. Γιατί, όπως η ιστορία έχει δείξει, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, με τις ανοιχτές πληγές στο διαρκή κοινωνικό μετασχηματισμό μετά την επικρατούσα μιλιταριστική νοοτροπία αιώνων, τους δύο παγκόσμιους πολέμους, τους διάφορους εμφύλιους, ευρωπαϊκούς και μη, την πτώση του φερόμενου ως υπαρκτού σοσιαλισμού, όπου αυτό συνέβη, και την πορεία ενός καπιταλισμού που πολλοί θα ήθελαν να πνέει τα λοίσθια, η ιδέα του αυταρχισμού και του ολοκληρωτισμού βρίσκει ρωγμές και φυτρώνει σαν ζιζάνιο.
    Σε επόμενα ένθετα μπορούμε να κάνουμε αφιερώματα σε καθαρά αντιπολεμικά βιβλία και ταινίες, όπως επίσης σε έργα που αφορούν την Ελλάδα στις αντίστοιχες περιόδους. Γι’ αυτό δε συμπεριλαμβάνονται σε αυτό το μέρος ταινίες όπως «Η Πτώση» (Der Untergang) ή βιβλία που βασίζονται κατά πολύ στην περιγραφή των ιστορικών γεγονότων. Εδώ επέλεξα ταινίες και βιβλία κυρίως αλληγορικά. Ακόμα όμως και αν βασίζονται σε αληθινά περιστατικά, όπως η ταινία «Το Πείραμα» (Das Experiment) ή «Το κύμα» (Die Welle), σε εν δυνάμει αληθινά σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, όπως η ταινία «Μία ξεχωριστή μέρα» (Una giornata particolare), «Η Ζωή Είναι Ωραία» (La Vita E Bella) ή το Αμήν (Amen), αποτελούν τελικά πιο πολύ συμβολισμούς.

Καλή αρχή σε όλους μας, λοιπόν, για αναζήτηση, γραφή και ανάγνωση!

Ταινίες
Picture
The Great Dictator (1940)
(Ο Μεγάλος Δικτάτωρ)

Σκηνοθέτης: Τσάρλι Τσάπλιν
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Τσάρλι Τσάπλιν, Πολέτ Γκοντάρ (Paulette Goddard) κ.ά.

Περιγραφή
Δύο κωμικοί δημιουργοί, όχι μόνο ηθοποιοί, αλλά σεναριογράφοι και σκηνοθέτες, χρησιμοποίησαν ως όπλο τους εναντίον του φασισμού το εργαλείο που έμαθαν καλύτερα να χειρίζονται, το χιούμορ. Ο Τσάρλι Τσάπλιν και ο Ρομπέρτο Μπενίνι μάς παρέδωσαν δύο έργα που έμειναν στην ιστορία του κινηματογράφου για το μήνυμα και την επιδέξια διακριτικότητα με την οποία το διαχειρίστηκαν, ώστε να περνά όλο το νόημα χωρίς να χάνει την ουσία του.

Το σενάριο της ταινίας, λοιπόν, έγραψε ο ίδιος ο Τσάρλι Τσάπλιν. Η πρώτη ομιλούσα δική του ταινία αποτελεί μία σοβαρή παρωδία, αν θα μπορούσε να υπάρξει ένας τέτοιος όρος, γιατί ο Τσάπλιν τη γύρισε συνειδητά προκειμένου να θίξει το Χίτλερ. Η ταινία προετοιμαζόταν πριν το Β’ Πόλεμο, αλλά όσο τελικά γίνονταν γνωστές οι προθέσεις του Χίτλερ αποτέλεσε και για το δημιουργό ένα βάρος και μία επιπλέον δυσκολία η σάτιρα ενός τέτοιου ανθρώπου. Υποδύεται λοιπόν δύο ρόλους στην ταινία, εκείνον του δικτάτορα Χίνκελ και ενός Εβραίου κουρέα, που μοχθεί για τον επιούσιο. Οι δύο χαρακτήρες αποτελούν τις δύο όψεις του κόσμου όπως τότε διαμορφωνόταν: Ο δικτάτορας και ο κυνηγημένος Εβραίος του γκέτο, που όμως αντιστέκεται. Η αφήγηση ξεκινά εύστοχα από τα χαρακώματα του Α’ Πολέμου, καθώς τα κενά που δημιούργησε οδήγησαν μεταξύ άλλων στο Β’. Εκεί ο Γιάκομπ ο κουρέας υπηρετεί και μετά νοσηλεύεται για χρόνια με αμνησία στο νοσοκομείο μέχρι που φεύγει μόνος, θεωρώντας ότι τίποτα δεν έχει στο μεταξύ αλλάξει. Βέβαια τον περιμένουν δυσάρεστες εκπλήξεις. Και να σκεφτεί κανείς πως, όταν γραφόταν το σενάριο και είχε ξεκινήσει η παραγωγή της ταινίας, ο πόλεμος δεν είχε ακόμα ξεκινήσει. Αλλά ο Τσάπλιν χρησιμοποιεί πολλά στοιχεία των ναζιστικών πρακτικών στην ταινία του με τρόπο ευφυή.

Πολλές οι σκηνές αλληγορίας και σάτιρας της ταινίας για τις οποίες θα μπορούσε να γίνει λόγος. Όπως εκείνη όπου ο δικτάτορας σκοτώνει έναν άνθρωπο και αμέσως μετά παίζει πιάνο, περιγράφοντας με δυο εικόνες το κυνισμό και τη διαστροφή του σαδισμού. Έχει μείνει αξέχαστη, επίσης, η σκηνή όπου ο Χίνκελ παίζει στο γραφείο του με την υφήλιο σε μορφή μπαλονιού. Κάποια χρόνια αργότερα αποδείχτηκε το πόσο δίκιο είχε και για το διδάκτορα, αλλά και για το μεταπολεμικό επιμερισμό σε σφαίρες επιρροής. Η σάτιρα του ανταγωνισμού μεταξύ του Χίτλερ και του Μουσολίνι στις ρυθμιζόμενες καρέκλες είναι ξεκαρδιστική. Μικροί ακόμα συμβολισμοί, όπως το κάψιμο με την «αγγλική» μουστάρδα, υπονοώντας ίσως το αντίπαλο δέος των δυνάμεων του Άξονα και την αναχαίτιση του ολοκληρωτισμού. Ο επίλογος της ταινίας, πολύ δημοφιλής και σήμερα, είναι ο λόγος του Εβραίου κουρέα, που χάρις στην εξωτερική ομοιότητά του με το δικτάτορα καταφέρνει να βγάλει έναν χιτλερικό Αντί-λόγο.

Η προβολή της ταινίας απαγορεύτηκε από τους δικτάτορες Χίτλερ, Μουσολίνι και Φράνκο.

Η ταινία ήταν υποψήφια στην τελετή απονομής των βραβείων Όσκαρ για: Α’ Ανδρικό ρόλο, Β’ Ανδρικό ρόλο, Καλύτερο Πρωτότυπο Σενάριο, Καλύτερη Παραγωγή και Καλύτερη Πρωτότυπη Μουσική.

Δείτε τον τελικό λόγο εδώ:
https://www.youtube.com/watch?v=qdPaAjg_eso&feature

Picture
Salò ο le 120 Giornate di Sodoma (1975)
(Σαλό, 120 Μέρες στα Σόδομα)

Σκηνοθέτης: Πιέρ Πάολο Παζολίνι
Γλώσσα: Ιταλικά, Γαλλικά, Γερμανικά
Ηθοποιοί: Πάολο Μπονατσέλι, Τζιόρτζιο Κατάλντι κ.ά.

Περιγραφή
Η ταινία είναι μία αλληγορία κατά του φασισμού. Και παράλληλα εμπνέεται από το βιβλίο Οι 120 μέρες των Σοδόμων του Μαρκήσιου Ντε Σαντ. Στη Β. Ιταλία εγκαταστάθηκε μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας με τους Συμμάχους το 1943 η λεγόμενη Δημοκρατία του Σαλό. Αυτή ήταν, στην ουσία, το απομεινάρι της φασιστικής κυβέρνησης του Μουσολίνι υποστηριγμένη από τους Ναζί, καθώς ο δικτάτορας ελάχιστη πραγματική εξουσία είχε. Τοποθετώντας το σκηνικό σε μία βίλα της περιοχής ο Παζολίνι κάνει μία ευφυή αντιστοιχία με το έργο του Ντε Σαντ και υπονοεί τη διαστροφή, την παράνοια και το σαδισμό των επίσημων εξουσιών του ολοκληρωτισμού, που προοδευτικά προβάλλονται στα τέσσερα μέρη της ταινίας ακολουθώντας τις φάσεις της δαντικής κόλασης. Η αλληγορία, όμως, δεν αφορά μόνο τον τρόπο που κινείται και λειτουργεί ο φασισμός, αλλά και τον τρόπο που τον ανέχεται ή και τελικά τον αποδέχεται ένα μέρος του πληθυσμού. Είναι ένα θέμα που μετά το τέλος του Β’ Πολέμου επανέρχεται κατά καιρούς με την αναβίωση των φασιστικών ιδεών στο πρόσωπο των νεοφασιστών.

«Η πτώση του φασισμού δεν ήταν εύκολη ούτε αναίμακτη. Οι φασίστες παρέτειναν την οριστική τους παράδοση, εγκαθιδρύοντας στην πόλη Σαλό την κυβέρνηση των 120 ημερών (χαρακτηριστικοί είναι οι συμβολισμοί στην ταινία του Παζολίνι). Οι Σύμμαχοι απάντησαν με σφοδρούς βομβαρδισμούς και εκτεταμένες καταστροφές σε όλη την Ιταλία ακόμα και στην ιστορική και “ανοχύρωτη” πόλη της Ρώμης (Roma, città aperta)[1]».

«Ο Παζολίνι δε μασάει τα λόγια του. Η ταινία βγήκε στις αίθουσες το 1975, μία περίοδο που στην Ιταλία αλώνιζε το (νεο)φασιστικό παρακράτος με τις ευλογίες της πολιτικής της “αντιμετώπισης του κομουνιστικού κινδύνου”. Αν η Ελλάδα έβγαινε από μια δικτατορία και σχέδια με “κόκκινες προβιές”, η Ιταλία είχε δοκιμάσει το δικό της “Gladio”, τις βόμβες της Piazza Fontana και τις πολιτικές δολοφονίες και εκπαραθυρώσεις. Απευθυνόμενος στους συγχρόνους του επομένως ο Παζολίνι υπενθύμιζε τη διαχρονικότητα των καταπιεστικών ιδεολογιών, δομών και πρακτικών των εξουσιών από τη φεουδαρχία μέχρι τη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία.

Χωρίς καμιά ψευτοδιδακτική ή ελιτίστικη διάθεση (ειδικά με την τελευταία είναι μπουχτισμένα σε βαθμό συνωνυμίας τα κείμενα για τον κινηματογράφο), είναι αρκετά ενδιαφέρων ο παραλληλισμός με τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Νέοι άνθρωποι στηρίζουν (νεο)ναζιστικά εξαμβλώματα, τα οποία από την πρώτη στιγμή της νεόκοπης μιντιακής τους προβολής ξεκίνησαν τα παραγγέλματα και την εισαγωγή “νέων ηθών”. Ταϊσμένοι χρόνια με lifestyle σκατά εντοπίζουν τα συμπτώματα και όχι τις αιτίες της κοινωνικής παθογένειας. Ο χρόνος θα δείξει πόσους κύκλους θα κατέβουμε ακόμη…»[2]
_____
[1] Σημειώσεις μαθήματος «Κοινωνιολογία του κινηματογράφου», διδάσκουσα η Ειρήνη Σηφάκη, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 2008, σελ. 24.
[2] Κείμενο του Γιώργου Παπαδόπουλου από το blog Κινηματογραφές:
http://kinimatografes.blogspot.it/2012/05/salo-120-1975.html

Picture
Una giornata particolare (1977)
(Μία ξεχωριστή μέρα)

Σκηνοθέτης: Έτορε Σκόλα
Γλώσσα: Ιταλικά
Ηθοποιοί: Σοφία Λόρεν, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι κ.ά.

Περιγραφή
Στη μεσοπολεμική Γερμανία του Μουσολίνι αφορμή της συνάντησης των δύο δικτατόρων της εποχής γίνεται και μία άλλη παράδοξη συνάντηση, δημιουργώντας μία ιδιόρρυθμη συμμετρία. Οι δύο δικτάτορες από τη μία, ένας ομοφυλόφιλος –  απόκληρος και μία νοικοκυρά – αφανής ήρωας από την άλλη. Η ταινία ξεκινά σε ένα θορυβώδες σπίτι όπου η νοικοκυρά Σοφία Λόρεν, μία γυναίκα με πολλά παιδιά και έναν άντρα πιστό στο κόμμα, δεν κάνει άλλο από το να φροντίζει τους άλλους όλη μέρα. Έχει το μερίδιο που της αναγνωρίζει η φασιστική Ιταλία, είναι μητέρα των μελλοντικών οπαδών, μαχητών και εργατών. Κανείς δεν τη λογαριάζει πέραν αυτού. Ξαφνικά η πολυκατοικία, οι σκάλες και η γειτονιά μαυρίζουν από τα αναλόγου χρώματος πουκάμισα καθώς όλοι τρέχουν, για να παραβρεθούν στη συνάντηση, το μεγάλο γεγονός! Τότε από την απόλυτη κίνηση και φασαρία βρίσκεται ξαφνικά μόνη στην απόλυτη ησυχία, μόνη με τον εαυτό της. Σε αυτή την ηρεμία ξεμυτούν οι απόκληροι του καθεστώτος, όπως ο Μαστρογιάνι που υποδύεται διακριτικά, ευαίσθητα και με ευφυές χιούμορ έναν ομοφυλόφιλο. Οι δυο τους αναπτύσσουν μία παράξενη φιλία. Ο καθένας τους εντοπίζει και νοηματοδοτεί για πρώτη φορά πάνω στον άλλον στοιχεία όπως κανείς νωρίτερα, καλύπτοντας λίγο το συναισθηματικό τους κενό.

Η ταινία κέρδισε αρκετά βραβεία και προτάθηκε για ακόμα πιο πολλά. Μεταξύ αυτών για Όσκαρ Α’ Ανδρικού ρόλου και Ξενόγλωσσης Ταινίας.

Picture
The death and the maiden (1994)
(Ο θάνατος και η κόρη)

Σκηνοθέτης: Ρομάν Πολάνσκι
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Σιγκούρνι Γουίβερ, Μπεν Κίνγκσλεϊ και Στιούαρτ Γουίλσον

Περιγραφή
Μία γυναίκα που στη διάρκεια της δικτατορίας του Πινοσέτ στη Χιλή είχε φυλακιστεί και βασανιστεί ως πολιτική κρατούμενη βρίσκεται ανύποπτα μετά από χρόνια και πάλι αντιμέτωπη με το βασανιστή της. Ο δικηγόρος σύζυγός της φέρνει στο σπίτι τους τυχαία ένα βράδυ τον άντρα που η γυναίκα αναγνωρίζει ως βασανιστή της από το γέλιο, τους ήχους και ανάλογες λεπτομέρειες, καθώς τα μάτια της ήταν δεμένα στη διάρκεια των βασανισμών. Η ένταση της ατμόσφαιρας και οι ερμηνείες εξισορροπούν το γεγονός ότι παίζουν μόνο τρία πρόσωπα. Η ταινία αφήνει αιχμές για την ατιμωρησία των ενόχων στη μεταπολιτευτική Χιλή. Ο πυρήνας της ψυχολογικής αναζήτησης στρέφεται γύρω από τη σχέση θύτη και θύματος και από το κατά πόσο το θύμα θα μπορούσε να αποκτηνωθεί όσο ο θύτης του, διαιωνίζοντας τον κύκλο της βίας ή όχι. Θίγει έτσι αναπόφευκτα και το ζήτημα της αυτοδικίας, αφορμή του ότι η κεντρική ηρωίδα έρχεται αντιμέτωπη με τον κοινωνικό ρόλο του συζύγου της, όταν η δικλείδα ασφάλειας με την τήρηση του νόμου για την προστασία των πολιτών σε ένα σύστημα δε λειτουργεί ή είναι υπέρ του δέοντος χαλαρή, δημιουργώντας το αίσθημα ανασφάλειας και αδικίας. Η ταινία παρ’ όλες τις δραματικές διακυμάνσεις στο τέλος αφήνει μία αχτίδα ελπίδας πως όλα εξαρτώνται από την προσωπική επιλογή. Βάσει αυτού ίσως τελικά η ενοχή να λειτουργεί πιο αποτελεσματικά ως αυτοτιμωρία.

Ο τίτλος της ταινίας είναι και συμβολικός, αλλά την ίδια στιγμή συνδέεται επιδέξια με την πλοκή, γιατί ο βασανιστής έπαιζε το κομμάτι «Death and the Maiden» του Φρανς Σούμπερτ. Η εσωτερική ένταση της μουσικής είναι τόσο δραματική, που ταιριάζει απολύτως με τη μυστήρια και βαριά ατμόσφαιρα των αποκαλύψεων της ταινίας, την οποία εντείνουν τα τοπία που κόβουν την ανάσα.

Μπορείτε να ακούσετε το πρώτο μέρος του κουαρτέτου εγχόρδων «Ο Θάνατος και η Κόρη» εδώ:
http://www.youtube.com/watch?v=2Yy9szBIKCw&feature

Η ιστορία είναι η μεταφορά στον κινηματογράφο του ομώνυμου θεατρικού έργου του Άριελ Ντόρφμαν. Προσωπικά, είδα την ταινία όταν βγήκε τότε και λίγο μετά το θεατρικό στην πρώτη του παρουσίαση στην Ελλάδα σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη και με ηθοποιούς τη Θέμιδα Μπαζάκα, το Γιώργο Κώνστα και το Μάνο Βακούση. Το σκηνικό ήταν αφαιρετικό και οι ερμηνείες ήταν και πάλι καθηλωτικές, γιατί το σενάριο και οι θεατρικοί διάλογοι και μονόλογοι διαμορφώνουν μόνοι ένα είδος δράσης μέσω της αφηγηματικής πλοκής.

Picture
La Vita È Bella (1997)
(Η Ζωή Είναι Ωραία)

Σκηνοθέτης: Ρομπέρτο Μπενίνι
Γλώσσα: Ιταλικά, Γερμανικά, Αγγλικά
Ηθοποιοί: Ρομπέρτο Μπενίνι, Νικολέτα Μπράσκι, Τζιόρτζιο Κανταρίνι κ.ά.

Περιγραφή
Η ταινία ξεκινά στη διάρκεια του μεσοπολέμου στην Ιταλία, όπου ήδη το κύμα του φασισμού είχε αρχίσει να απλώνεται επικίνδυνα για τις ανεπιθύμητες ομάδες, όπως ήταν οι Εβραίοι. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Ρομπέρτο Μπενίνι επέλεξε να παίξει ένα βιβλιοπώλη, τον Γκουίντο, συμβολίζοντας την καύση των βιβλίων και του πνεύματος μαζί με τους ίδιους τους ανθρώπους. Γιατί εκείνος ξεκινώντας ήταν μάλλον ένας πεινασμένος Εβραίος, ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας, που επιβίωνε δουλεύοντας, όπως πολλοί άλλοι. Πολύ πριν τον πόλεμο, όμως, και τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας με την κατοχή ενός μέρους της από τους Γερμανούς κατάφερε να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Με το που έρχονται οι Γερμανοί μεταφέρονται όλοι στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η ταινία είναι για πολλούς λόγους απολαυστική. Ένας από αυτούς οι ευφάνταστες και διακριτικές εξηγήσεις που δίνει στο παιδί του, προκειμένου να μην τρομάξει με τον παραλογισμό του ναζιστικού καθεστώτος. Έτσι, το Ολοκαύτωμα στο μυαλό και την αφήγησή του γίνεται ένα παιχνίδι στις διάφορες φάσεις του οποίου οι συμμετέχοντες συγκεντρώνουν, υποτίθεται, πόντους, ενώ στο τέλος ο νικητής κερδίζει ένα τεράστιο αληθινό τανξ! Το χιούμορ και η τρυφερότητα συμπλέουν στην ταινία σε κάθε της λεπτό. Αξέχαστη ατάκα: «Buongiorno, principessa!».

Η ταινία κέρδισε πολλά βραβεία μεταξύ αυτών και τρία Όσκαρ: Α’ Ανδρικού ρόλου, Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας και Μοντάζ.

«Η βράβευση του Μπενίνι με Όσκαρ Α’ Ανδρικού ρόλου αποτελεί τη δεύτερη βράβευση στην ιστορία του θεσμού κατά την οποία ένας ηθοποιός κερδίζει το βραβείο σκηνοθετώντας τον εαυτό του. Ο προηγούμενος ήταν ο Λόρενς Ολίβιε στην ταινία “Άμλετ” (Hamlet) το 1948. Επίσης, είναι η δεύτερη φορά που το βραβείο κερδίζει ρόλος ερμηνευμένος αποκλειστικά στα ιταλικά. Η προηγούμενη νικήτρια ήταν η Σοφία Λόρεν για την ταινία “Η Ατιμασμένη” (La Ciociara) το 1960»[1].
_____
[1]http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97_%CE%96%CF%89%CE%AE_%CE%95%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9_%CE%A9%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%B1

Picture
American History X (1998)
(Μαθήματα Αμερικάνικης Ιστορίας)

Σκηνοθέτης: Τόνι Κέι
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Έντουαρντ Νόρτον, Έντουαρντ Φερλόνγκ, Μπέβερλι Ντ’ Άντζελο  κ.ά.

Περιγραφή
Ένας πρώην νεοναζί, ανήκε μάλιστα στους επικεφαλής τους, ο Ντέρεκ, βγαίνει από τη φυλακή με αναστολή, έχοντας ήδη εκτίσει ένα μέρος της ποινής του με τρία χρόνια φυλάκισης για το φόνο ενός έγχρωμου, που προσπάθησε να του κλέψει το αυτοκίνητο. Επιστρέφοντας στην αλλαγμένη πλέον καθημερινότητα έρχεται αντιμέτωπος με το παρόν και το παρελθόν του. Ο ίδιος θέλει να αλλάξει ζωή, στη φυλακή οι όροι αντιστράφηκαν και είδε την άλλη όψη του νομίσματος. Το περιβάλλον του, όμως, τον έχει ηρωοποιήσει, και κυρίως ο μικρός του αδελφός, ο Ντάνι, που μεγάλωσε χωρίς ανδρικό πρότυπο απουσία πατέρα, ακολουθώντας τα χνάρια του. Η ταινία στο πρώτο ακόμα δεκάλεπτο δίνει σκηνές από το γραφείο του καθηγητή σύγχρονης ιστορίας, που προσπαθεί να βοηθήσει τον Ντάνι. Του εξηγεί, με άλλα λόγια, ότι δεν έχει σημασία το πόσο έξυπνος είναι κανείς, αλλά το πώς χρησιμοποιεί το μυαλό του. Έτσι, προκειμένου να μην αποβληθεί, καθιερώνει καθημερινά μαθήματα, εκτός του σχολικού προγράμματος, με θέμα: «American History X». Η πρώτη εργασία του αφορά τον αδελφό του, προκειμένου να συλλογιστεί τα γεγονότα, το γιατί βρέθηκε στη φυλακή και πώς αυτό τον επηρέασε. Καθώς, λοιπόν, καταπιάνεται με τη γραφή της, βλέπουμε σε φλας μπακ το παρελθόν παράλληλα με τη δράση σε παρόντα χρόνο. Η ταινία διερευνά το συναίσθημα της οργής, η οποία μπορεί να δημιουργηθεί για πολλούς λόγους, προσωπικούς, λόγω κοινωνικών διακρίσεων, ελλείψει οικογενειακής ή  οικονομικής ασφάλειας κτλ. Αλλά, όταν διοχετεύεται με λάθος τρόπο, δημιουργεί μία αλυσιδωτή αντίδραση μίσους, που μπορεί να στραφεί τόσο εναντίον των άλλων όσο και εναντίον του ίδιου του ατόμου που αισθάνεται έτσι και ηθελημένα ή αθέλητα την πυροδοτεί.

Ο Έντουαρντ Νόρτον προτάθηκε το 1999 για Όσκαρ Α’ Ανδρικού ρόλου.

Picture
Apt Pupil (1998)
(Μαθήματα Φόβου)

Σκηνοθέτης: Μπράιαν Σίνγκερ
Γλώσσα: Αγγλικά, Γερμανικά
Ηθοποιοί: Ίαν Μακ Κέλεν, Μπραντ Ρένφρο κ.ά.

Περιγραφή
Η ταινία βασίζεται σε διήγημα του Στίβεν Κινγκ, που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1982 στη συλλογή διηγημάτων Different Seasons. Ο συγκεκριμένος συγγραφέας είναι δεξιοτέχνης στην προσωποποίηση της έννοιας του φόβου και του εφιάλτη. Ένας μαθητής μαθαίνει ότι ο γείτονάς του είναι εγκληματίας πολέμου και συμφωνεί στο να μην τον παραδώσει στην αστυνομία υπό την προϋπόθεση να του αφηγείται λεπτομερώς τις βιωματικές του ιστορίες φρίκης. Σταδιακά αυτές τον μεθούν και ο χαρακτήρας του επηρεάζεται καθώς και ο ίδιος εκβιάζει ή διατάζει το Ναζί. Μεγαλώντας, επιπλέον, ζει μία κρυφή ζωή και εφαρμόζει με διεστραμμένο τρόπο τις πρακτικές του σε ανύποπτα θύματα. Σταδιακά μεταμορφώνεται σε ό,τι αρχικά επιδίωξε να καταδιώξει. Η ταινία αναδεικνύει την έννοια του εφιάλτη, του βασανισμού, της τρομοκρατίας και της βίας, σωματικής ή ψυχολογικής, ως καταστάσεις του μυαλού, που πλέον περνούν στη σφαίρα της ιδέας, χωρίς να μένει στην περιπτωσιολογία ή τη γεγονοτολογία. Έτσι, ο παραλληλισμός γίνεται με κάθε είδος αυταρχισμού και βίας, ακόμα και της ενδοοικογενειακής, ως τάσεων εν δυνάμει υπαρκτών στην ανθρώπινη φύση.

Picture
Battle Royale (2000)      

Σκηνοθέτης: Kinji Fukasaku
Γλώσσα: Ιαπωνικά
Ηθοποιοί: Tatsuya Fujiwara, Aki Maeda, Tarô Yamamoto, Kitano Takeshi  κ.ά.

Περιγραφή
Η ταινία είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα του Takami Koushun. Η πλοκή της ξεκινά με μία τάξη μαθητών λυκείου που μεταφέρονται υπνωτισμένοι σε ένα απομονωμένο νησί. Μόλις ξυπνούν βρίσκουν στο λαιμό τους κλειδωμένο ένα μεταλλικό κολάρο, το οποίο ανά πάσα στιγμή, αν δεν ακολουθούν τους κανόνες, μπορεί να εκτιναχθεί και να τους σκοτώσει. Η κεντρική ιδέα εκείνου που ο επικεφαλής καθηγητής αποκαλεί «παιχνίδι» είναι να σκοτωθούν μεταξύ τους, καθώς στο τέλος πρέπει να επιζήσει μόνο ένας. Ίσως η ταινία να έχει τα χαρακτηριστικά ενός video game, αλλά οι μαθητές γίνονται τα πιόνια μίας παράλογης επίσημης εξουσίας που τους ωθεί στην αλληλοεξόντωση. Έτσι μεταμορφώνεται σε μία αλληγορία. Η αυταρχικότητα της εγκάθετης εξουσίας ενός πρώην καθηγητή θα μπορούσε να είναι αυθαίρετη αν δεν την νομιμοποιούσε η ίδια η κυβέρνηση. Στόχος είναι η επιβολή ενός νόμου για το συνετισμό της νεολαίας που έχει χάσει το σεβασμό της για την εξουσία. Ο δρόμος προς την καθιέρωση του νόμου, λοιπόν, θεωρήθηκε ένα πείραμα σε ένα απομονωμένο νησί. Μέρος του σχεδίου αποτελεί το να διασπείρουν την καχυποψία μεταξύ των μαθητών και το να τους εκθέσουν σε ακραίες συνθήκες επιβίωσης, εξωθώντας την ψυχολογία τους στο όριο μέσα από δοκιμασίες ζωής και θανάτου. Με πολλή φαντασία η ιδέα θυμίζει περιφερειακά τις ταινίες «Saw», ας περιοριστούμε στην πρώτη των sequel, για το πόσο μακριά είναι κανείς διατεθειμένος να φτάσει προκειμένου να επιβιώσει. Εκεί, όμως, πίσω από το οργανωμένο ψυχοσωματικό βασανιστήριο κρύβεται ένας παράφρων που αργοπεθαίνει. Έτσι η ιδέα, με πιο αμερικάνικο τρόπο, χάνει την έννοια του οργανωμένου εγκλήματος από ένα σύστημα ή μία ομάδα. Αντίθετα, μάλιστα, το σύστημα εξωραΐζεται κυνηγώντας τον παρανοϊκό. Επικρατεί το μανιχαϊστικό σχήμα καλού ‒ κακού, πολύ κοινότυπο στις αμερικάνικες ταινίες του είδους. Στο «Battle Royale», από την άλλη, η επιβολή του νόμου για τον ολοκληρωτικό ευνουχισμό μιας νεολαίας που έχει χάσει τα ερείσματά της, γιατί το σύστημα αδυνατεί να τα προσφέρει, επιδιώκεται μέσω της οργανωμένης εγκληματικής δράσης από το ίδιο. Αντί, επομένως, να στοχεύσει στην αυτοβελτίωση, προτιμά τη λύση της εξόντωσης του δυναμικού της για την κατασίγαση κάθε αντίδρασης με τη δημιουργία υπάκουων ανδρείκελων. Όποιος δεν υποτάσσεται και δεν υπακούει αφανίζεται πάραυτα. Ο δάσκαλος που τίθεται επικεφαλής του πειράματος δεν ήταν ιδιαίτερα αγαπητός. Είχε δεχτεί μάλιστα επίθεση από μαθητή του και γίνεται ο πρώτος που ρίχνει το λίθο. Θίγεται έτσι το ζήτημα της απουσίας πνευματικής ηγεσίας, καθώς ελλείψει φωτεινών οδηγών και παραδειγμάτων η ισορροπία με τη σύγχυση των ρόλων γίνεται επισφαλής. Έχει βγει και το Battle Royale II, αλλά μάλλον ξεφεύγει από την ιδέα της πρώτης ταινίας.

Picture
Focus (2001)
(Το λάθος του να είσαι Εβραίος)

 
Σκηνοθέτης: Νιλ Σλέιβιν
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Γουίλιαμ Μέισι, Λόρα Ντερν κ.ά.

Περιγραφή
Το σενάριο της ταινίας είναι βασισμένο σε μυθιστόρημα του Άρθουρ Μίλερ. Η ιστορία τοποθετείται χρονικά στο τέλος του Β’ Πολέμου και ξεκινά με την αφήγηση της ήπιας ζωής ενός Αμερικανού προτεστάντη σε μία φαινομενικά ήσυχη γειτονιά του Μπρούκλιν. Το κλίμα όμως έχει επηρεαστεί από έναν ακραίο ιεροκήρυκα, ο οποίος μέσω του ραδιοφώνου βγάζει αντισημιτικούς λόγους και εμπνέει το μίσος στους Σταυροφόρων της Ένωσης. Ο κεντρικός ήρωας αποφασίζει να φορέσει γυαλιά και αυτή η αλλαγή στην εμφάνισή του αλλάζει όλη του τη ζωή. Θεωρείται από τους γείτονες Εβραίος χωρίς να είναι, χάνει τη δουλειά του και η ζωή του ξαφνικά μοιάζει με έγκλειστου στην ίδια του την πόλη και το σπίτι. Στο μεταξύ παντρεύεται μία γυναίκα στην οποία και ο ίδιος είχε φερθεί άσχημα για τον ίδιο λόγο, επηρεασμένος λίγο από τις καταστάσεις και λίγο από φόβο να αντιταχθεί σε αυτές. Μέχρι πρότινος ανήκε ίσως στους απολιτίκ που δε θέλουν να προκαλούν και ξαφνικά υπέστη τις συνέπειες των σημείων των καιρών. Όσο απέφευγε την εμπλοκή, τόσο βρέθηκε βουτηγμένος μέσα της, μην έχοντας αναπτύξει κανένα έρεισμα αντίστασης εκ των προτέρων. Οι δυο τους πλέον στέκονται μαζί απέναντι στην ολοένα πιο εχθρική ατμόσφαιρα, συνασπιζόμενοι επιπλέον με έναν Εβραίο, ο οποίος συνέβη να εγκατασταθεί στη γειτονιά. Καταδικάζονται στον απομονωτισμό και βρίσκονται απρόβλεπτα στο στόχαστρο του στενού ορίζοντα, που κυοφορεί την εμπάθεια, τον αντισημιτισμό, τις θρησκευτικές και φυλετικές διακρίσεις και την ξενοφοβία, ψάχνοντας το εξιλαστήριο θύμα για τα αίτια του πολέμου και τα όποια παρελκόμενα δεινά.

Η ταινία δείχνει πώς είναι να μπαίνεις βίαια στη θέση κάποιου άλλου εκεί που νιώθεις ενδόμυχα υπεράνω ή εκεί που νομίζεις ότι δε σε αφορά. Τότε ξεκινά ένα ντόμινο όπου οι διακρίσεις δεν έχουν τέλος και οι αποκλεισμοί μπορεί να τους αφορούν σταδιακά όλους. Ενδεχομένως να υπονοεί και την επίδραση των ναζιστικών ιδεών σε ένα κομμάτι του αμερικανικού πληθυσμού.

Picture
Das Experiment (2001)
(Το πείραμα)

Σκηνοθέτης: Όλιβερ Χιρσμπίγκελ
Γλώσσα: Γερμανικά
Ηθοποιοί: Μόριτζ Μπλαϊμπτρόι, Μάρεν Έγκερτ, Κρίστιαν Μπέργκελ κ.ά.

Περιγραφή
Κάποιοι άνθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους επιλέγονται βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων από μία ομάδα ερευνητών, για να συμμετάσχουν σε ένα πείραμα με αντάλλαγμα ένα χρηματικό ποσό. Δε μαθαίνουν λεπτομέρειες, αλλά τους δίνονται εξηγήσεις με φράσεις, όπως: «Κάποιοι θα στερηθείτε των πολιτικών σας δικαιωμάτων. Μην το υποτιμάτε αυτό». Σε αυτές αντιδρούν με χαλαρότητα. Τους προειδοποιούν επίσης ότι η τελευταία ευκαιρία για να αποχωρήσουν είναι πριν αρχίσει το πείραμα. Κανείς, όμως, δε φεύγει. Τα χρήματα αποτελούν το κίνητρό τους. Επισημαίνεται ακόμα ότι η βία απαγορεύεται ρητά, γιατί έχει σημασία η ασφάλεια των συμμετεχόντων. Βρίσκονται, έτσι, σε ένα χώρο διαμορφωμένο επί τούτου σε φυλακή, όπου οι μισοί παίζουν το ρόλο του κρατούμενου και οι άλλοι μισοί το ρόλο του δεσμοφύλακα. Η φυλακή είναι γεμάτη με κάμερες, εκείνες των δεσμοφυλάκων που παρακολουθούν τους κρατούμενους και εκείνες των ερευνητών που τους παρακολουθούν όλους. Μία μπάμπουσκα-Big Brother. Αρχικά οφείλουν απλώς όλοι να ακολουθούν συγκεκριμένους κανόνες. Σταδιακά, όμως, οι διαθέσεις και οι αντιδράσεις διαστρέφονται ξεφεύγοντας κατά πολύ από το όριο των αρχικά δοθέντων κανόνων. Το πείραμα ελέγχει τη δυνατότητα αποκτήνωσης μέσα από τον αυθαίρετο σφετερισμό της εξουσίας ακόμα και σε τεχνητές συνθήκες.

Η ταινία βασίζεται σε ένα πραγματικό πείραμα που έλαβε χώρα σε φυλακή του Στάνφορντ στην Αμερική το 1971.

Το 2010 γυρίστηκε και η αμερικάνικη εκδοχή της ταινίας με τους Αντριέν Μπροντί και Φόστερ Γουίτακερ.

Picture
Amen (2002)
(Αμήν)

Σκηνοθέτης: Κώστας Γαβράς
Γλώσσα: Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Γερμανικά
Ηθοποιοί:  Ούλριχ Τουκούρ, Ματιέ Κασοβίτς, Ούλριχ Μίχε κ.ά.

Περιγραφή
Η ταινία στηρίζει τον πυρήνα της σε ένα υπαρκτό πρόσωπο, το Γερμανό αξιωματικό, μηχανικό και οικογενειάρχη Κουρτ Γκέρνσταϊν, που ήταν επίσης θρησκευόμενος. Δουλεύοντας στο γερμανικό στρατό καθαρίζει αποτελεσματικά και απολυμαίνει το πόσιμο νερό. Έτσι αναβαθμίζεται και του ζητούν την κατασκευή ενός δηλητηρίου, αλλά δεν του λένε σε τι πραγματικά θα χρησιμεύσει. Ο Κουρτ είναι ο κατασκευαστής του Zyklon-B, που χρησιμοποίησαν οι Ναζί για τη θανάτωση εκατομμυρίων ανθρώπων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όταν αντιλαμβάνεται, όμως, τι συμβαίνει, αποφασίζει να προειδοποιήσει τον Πάπα Πίο ΧΙΙ για τον αφανισμό των Εβραίων στα στρατόπεδα. Η ταινία δίνει και ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την προοδευτική εξέλιξη έως αυτό το σημείο. Κάνει, δηλαδή, αναφορά στην εξόντωση ανθρώπων με νοητική στέρηση ή στο γεγονός ότι στην αρχή θανάτωναν ανθρώπους με ενεργοποίηση της εξάτμισης και κλείνοντάς τους σε καρότσες φορτηγών. Αλλά ήταν χρονοβόρο, δε συνέφερε οικονομικά και περιόριζε αυτή η μέθοδος τη μαζικότητα των θανάτων (!). Οπότε το Zyklon-B έλυσε το «πρακτικό» πρόβλημα, ενώ ο Κουρτ βρίσκεται σε μία κατάσταση εσωτερικής κρίσης και ενεργοποίησης, συνειδητοποιώντας τι επινόησε και σε τι θα χρησίμευε το δημιούργημά του.

Στο Βατικανό, όμως, ο μόνος πρόθυμος να τον βοηθήσει είναι ένας ιδεολόγος Ιησουΐτης παπάς και μέλος σημαντικής ιταλικής οικογένειας, ο Ρικάρντο Φοντάνα, που δέχεται να διαμεσολαβήσει. Αλλά η καθολική εκκλησία κωφεύει, ενδιαφέρεται μόνο για το δικό της ποίμνιο και τη δική της επιβίωση. Ο συμβολισμός αναδεικνύεται έντονα στο τέλος της ταινίας όπου αναγκάζεται ο Ιησουΐτης παπάς να θέσει τον εαυτό του σε κίνδυνο, με μία πράξη αυτοθυσίας, προκειμένου να ακουστεί η φωνή του. Η ταινία θίγει ζητήματα, όπως της ενοχής, της συλλογικής ευθύνης, της συγχώρεσης και της μεταπολεμικής σύγχυσης.

Picture
Pan’s Labyrinth (2006)
(Ο Λαβύρινθος του Πάνα)

Σκηνοθέτης: Γκουιλέρμο ντελ Τόρο
Γλώσσα: Ισπανικά
Ηθοποιοί: Σέρτζι Λοπέζ, Μαριμπέλ Βερντού, Ιβάνα Μπακέρο κ.ά.

Περιγραφή
Μία αλληγορική ταινία με σκηνικό τη μετεμφυλιακή Ισπανία του Φράνκο του 1944 μέσα από τα μάτια ενός μικρού κοριτσιού, της Οφηλίας. Η μητέρα της παντρεμένη με έναν ανώτερο αξιωματικό του καθεστώτος και ήδη εγκυμονούσα την εξαναγκάζει στην απομόνωση ενός σπιτιού μέσα στο δάσος. Εκείνη διαφεύγει μέσω της φαντασίας δημιουργώντας ένα δικό της λαβυρινθώδη κόσμο. Εκεί όμως περνά από νέες δοκιμασίες για να μπορέσει να φτάσει στον ποθητό της στόχο, να ξαναδεί τον πατέρα της. Η παράλληλη πραγματικότητα, που βιώνει λίγο παραμυθένια λίγο γκροτέσκ, στέκεται στον αντίποδα του εφιάλτη του φασισμού. Τα παγανιστικά στοιχεία της ταινίας παραπέμπουν στην αρχέγονη μύηση των εφήβων για την αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής, τη μεταλαμπάδευση της όποιας παράδοσης της φυλής κτλ. Γίνεται ένας ευφυής συσχετισμός μέσω μίας αλλοτινής πρακτικής φαινομενικά ωραιοποιημένης, που λειτουργεί αμυντικά στη φαντασία του μικρού κοριτσιού και εξυπηρετεί την επιβίωσή της μέσα σε μια σαδιστική και διαστροφική κατάσταση. Το πέρασμα δεν ήταν εύκολη υπόθεση, ο έφηβος σημαδευόταν, άλλαζε όνομα και περνούσε από διάφορα στάδια που σηματοδοτούσαν το συμβολικό του θάνατο και την αναγέννησή του ως νέου ανθρώπου. Για το αν και πώς επιτυγχάνεται αυτό η συνέχεια επί της οθόνης…

Η ταινία κέρδισε τρία Όσκαρ στην απονομή των βραβείων του 2007 στις κατηγορίες: Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης, Φωτογραφίας και Μακιγιάζ. Ήταν ακόμα υποψήφια στις κατηγορίες: Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, Πρωτότυπου Σεναρίου και Καλύτερης Μουσικής.

Picture
Die Welle (2008)
(Το κύμα)

Σκηνοθέτης:  Ντένις Γκάνσελ
Γλώσσα: Γερμανικά
Ηθοποιοί: Γιούργκεν Βόγκελ, Φρέντερικ Λάου, Μαξ Ρίμελτ κ.ά.

Περιγραφή
Ένας καθηγητής Λυκείου στη Γερμανία, αφορμή του μαθήματός του για την απολυταρχία, συλλαμβάνει την ιδέα της εφαρμογής αυταρχικών μεθόδων στην τάξη του. Θέλει να δείξει έτσι βιωματικά στους μαθητές του το πώς είναι να δυνατόν μαζικά οι άνθρωποι να ακολουθήσουν άκριτα διαταγές, φτάνοντας στην αποκτήνωση, την ανευθυνότητα και τον παραλογισμό. Στην αρχή οι μαθητές αιφνιδιάζονται. Σταδιακά όμως αρχίζουν να νιώθουν μέρος ενός συνόλου, τη δύναμη της ομάδας. Ακόμα και οι μη δημοφιλείς νωρίτερα αποκτούν πλέον την υποστήριξη των συμμαθητών τους. Οι πιο πολλοί συμμετέχουν με πάθος, κάποιοι αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, όσοι διαφωνούν αποκλείονται. Η δράση τους διευρύνεται και πέραν των διδακτικών ωρών του συγκεκριμένου μαθήματος, ακόμα και εκτός σχολείου. Όσο περνούν οι μέρες, όμως, όλο και πιο γρήγορα αυτή η αίσθηση της εξουσίας παρασύρει τους μαθητές εκτός ορίων, ενώ ο εμπνευστής της ιδέας, ο καθηγητής, χάνει τον έλεγχο τόσο της τάξης όσο και του εαυτού του.

Η ταινία είναι βασισμένη στο διήγημα (1972) του Ρον Τζόουνς ενός καθηγητή σύγχρονης ιστορίας στην Καλιφόρνια, ο οποίος μετέφερε ένα μέρος της προσωπικής του διδακτικής εμπειρίας από το έτος 1967.


Βιβλία
    Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και για τη συγκεκριμένη μεσοπολεμική περίοδο στη Γερμανία. Σκέφτηκα, λοιπόν, παρότι είχα να επιλέξω μεταξύ πολλών βιβλίων, να παρουσιάζω εδώ κάποια εξ αυτών. Οι παρουσιάσεις και τα αποσπάσματα αναλύσεων των κειμένων αποτελούν μέρος της μεταπτυχιακής μου εργασίας με τίτλο «Γερμανόφωνοι συγγραφείς του μεσοπολέμου». Επέλεξα βιβλία του μεσοπολέμου γενικότερα και ένα που προηγείται αυτού. Άλλωστε μόνο μία περιορισμένη επιλογή μπορούμε να κάνουμε εδώ και το κριτήριο υπήρξε κυρίως η αλληγορία.
     Η περίοδος του μεσοπολέμου, λοιπόν, διαρκεί από το τέλος του Α’ Πολέμου έως την αρχή του Β’ Πολέμου (1919-1939). Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης αποτελεί ένα μέρος αυτής της περιόδου χωρισμένη σε τρεις χρονικές φάσεις: 1919-1923 περίοδος αστάθειας και πληθωρισμού, 1924-1929 περίοδος σταθεροποίησης και ανακούφισης, 1929-1933 περίοδος Ύφεσης, κρίσης και κατάληξης της επισφαλούς Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Μετά ακολουθεί το Ναζιστικό καθεστώς (1933-1945). Εμείς θα φτάσουμε έως το 1939 με τα βιβλία, στο τέλος δηλαδή της εποχής του μεσοπολέμου με την έναρξη του Β’ Πολέμου. Θα τα παρουσιάσω με τη χρονολογική σειρά της γραφής και όχι της πρώτης τους έκδοσης.

Picture
Στη σωφρονιστική αποικία

Συγγραφέας: Φραντς Κάφκα
Εκδόσεις: Νεφέλη
Έτος: 2009

Περιγραφή
Το διήγημα Στη σωφρονιστική αποικία γράφτηκε το 1914, στην αρχή του Α’ Πολέμου, και εκδόθηκε για πρώτη φόρα το 1919. Η ιστορία εξελίσσεται σε μία σωφρονιστική αποικία. Είναι οργανωμένη σε ένα στεγνό και αμμώδες νησί· μία δαντική κόλαση χωρίς περιθώρια διαφυγής. Εκεί υπάρχει ένα μηχάνημα ο Εγγραφέας, ένα εργαλείο βασανισμού. Αυτό αποτελείται από το Κρεβάτι, το Σχεδιαστή και τον Εγγραφέα. Ο εκάστοτε Κατάδικος δένεται στο Κρεβάτι, ενώ ο περιστρεφόμενος Εγγραφέας χαράζει πάνω του, τρυπώντας τον, το νόμο τον οποίο παραβίασε. Πρόκειται για βασανισμό μέχρι θανάτου. Ο Κατάδικος του διηγήματος επιπλέον αγνοεί το λόγο της καταδίκης του και κυρίως το γεγονός ότι είναι καταδικασμένος. Είναι δηλαδή έρμαιο στην κρίση και στις αποφάσεις των άλλων, σαν να μην τον αφορά η τύχη του. Αδυνατεί, επίσης, να απολογηθεί. Αποφασίστηκε για λογαριασμό του η ακαταλληλότητα ένταξής του στη συγκεκριμένη αναμορφωτική κοινωνία και με συνοπτικές διαδικασίες εφαρμόζεται ο αποκλεισμός και η ακύρωσή του. Πρόκειται για ένα διήγημα που θίγει θέματα όπως η ξύλινη και ανούσια στρατιωτική πειθαρχία και η διαστροφή σε περιόδους μιλιταριστικής βίας. Διαβάζοντάς το κανείς χωρίς να γνωρίζει τη χρονολογία συγγραφής του θα μπορούμε κάλλιστα να το τοποθετήσει και στη μετά το Β’ Πόλεμο εποχή, καθώς ο υφέρπων σαδισμός από ακραία φαντασία έγινε απτή πραγματικότητα στα χαρακώματα του Α’ Πολέμου και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Β’ Πολέμου, ενώ το 1914 έμεναν ακόμα να συμβούν ως γεγονότα. Τότε η αλληγορία του Κάφκα στη σωφρονιστική αποικία έλαβε σάρκα και οστά.

Η θεατρική μεταφορά του συγκεκριμένου κειμένου παρουσιάστηκε από τη θεατρική ομάδα «Σημείο Μηδέν» στο Χώρο Ιστορικής Μνήμης στην Κοραή 4 στην Αθήνα το Φεβρουάριο του 2009. Στα  υπόγεια του μεγάρου της οδού Κοραή υπήρχαν χώροι διαμορφωμένοι ως αντιαεροπορικά καταφύγια, τα οποία στη διάρκεια της Κατοχής λειτούργησαν ως κρατητήρια και κέντρα μεταγωγών.

Για την ιστορία δείτε περισσότερα εδώ: http://www.korai4.gr/ko-bui-history.html

Εκτενέστερη ανάλυση του κειμένου θα βρείτε στο κείμενό μου στη στήλη μου «Η πυγολαμπίδα φέγγει και κεντά» [εδώ]

Picture
Ο ιστός της αράχνης

Συγγραφέας: Γιόσεφ Ροτ
Εκδόσεις: Κριτική
Έτος: 2010

Περιγραφή
Ο Ιωσήφ Ροτ γεννήθηκε το 1894 στο Μπρόντυ, μία πόλη της Γαλικίας, περιοχή της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας στο ρωσικό σύνορο. Έγραψε πολλά βιβλία και είναι κυρίως γνωστός για Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ, ένα νοσταλγικό ρέκβιεμ για την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Το 1916 πήγε εθελοντής στον Α’ Πόλεμο. Ανήκει στη γενιά που καθορίστηκε από το Πριν και το Μετά του Πολέμου. Ο ιστός της αράχνης (1923) σηματοδοτεί το μεταίχμιο μεταξύ πρώτης και δεύτερης φάσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, καθώς την ιδέα του μυθιστορήματος, κατά τραγική σύμπτωση ή διαθέτοντας μία προφητική ικανότητα με το να διαβάζει τα σημάδια της εποχής του, ο Ιωσήφ Ροτ τη συλλαμβάνει ακριβώς πριν το πραξικόπημα του Χίτλερ, που με μικρή χρονική διαφορά ακολουθεί το μυθιστόρημα.

Το Νοέμβριο του 1923 ο Χίτλερ με 600 άντρες των SA εισέβαλε σε μία συγκέντρωση της δεξιάς πτέρυγας σε μία μπιραρία του Μονάχου. Την επομένη η αστυνομία διέλυσε την πορεία των SA και η απόπειρα πραξικοπήματος του Χίτλερ απέτυχε. Δικάστηκε για προδοσία, αλλά οι δικαστές τον ευνόησαν. Πέρασε τελικά κάτι παραπάνω από ένα χρόνο στη φυλακή σε ευνοϊκές συνθήκες, γράφοντα το Ο αγών μου[1].

Στον ιστό της αράχνης αναφέρεται ονομαστικά στο Χίτλερ και το Λούντεντορφ ­–πρωτεργάτες του πραξικοπήματος του 1923–, αλλά κυρίως περιγράφει την οργάνωση και ανάπτυξη μιας μυστικής παραστρατιωτικής οργάνωσης. Αφορμή του κεντρικού του χαρακτήρα Τέοντορ Λόζε αναλύει όλη την παθολογία της ιδιοσυγκρασίας ατόμων που, ενώ φαίνονται ακίνδυνα, θα μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνα. Έχοντας  χάσει οποιοδήποτε έρεισμα πίστης στη ζωή, στην κοινωνία και στον εαυτό τους, ακροβατούν ανάμεσα στη ναρκισσιστική ματαιοδοξία και το φανατισμό, ο οποίος προκύπτει από την ημιμάθεια και τις ψευδαισθήσεις.

Στον ιστό της αράχνης υφαίνονται δύο ιστοί. Εκείνος που νομίζει ο Τέοντορ ότι υφαίνει για να ανέλθει και εκείνος που τον παγιδεύει και υφαίνεται από τον Εβραίο συνεργάτη του. O ιστός, όμως, υφαίνεται γύρω από το γερμανικό λαό με το ναζισμό και μακροπρόθεσμα γύρω από τους λαούς της Ευρώπης με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα και το ξέσπασμα του Β’ Πολέμου. Τελικά, γύρω από τις εθνοτικές και κοινωνικές ομάδες που περισσότερο κυνηγήθηκαν. Αποκαλυπτικά προφητικός θα μπορούσε κανείς να πει ότι γίνεται στην τελευταία φράση του βιβλίου ο Ροτ προοικονομώντας το Ολοκαύτωμα: «Πολλές ατμομηχανές σφύριζαν κάπου σε κάποιες γραμμές»[2].
_____
[1] Stephen J. Lee, The European Dictatorships 1918-1945, University Press Cambridge, Great Britain, 1987, σελ. 140-141.
[2] Joseph Roth, Ο ιστός της αράχνης, μτφρ. Τούλα Σιέτη, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα, 2010 (1η έκδοση στα γερμανικά 1923), σελ. 177.

Picture
Ο Λύκος της Στέπας[1]

Συγγραφέας: Έρμαν Έσσε
Εκδόσεις: Καστανιώτη
Έτος: 2007

Περιγραφή
Η συγγραφή του βιβλίου ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1927. Ο Έρμαν Έσσε αυτή την περίοδο ένιωθε απογοήτευση από τις αντιδράσεις των συμπατριωτών του: τον ακραίο εθνικισμό, το μιλιταρισμό και τον αντισημιτισμό τους. Θεωρούσε επικίνδυνη την επινόηση εξιλαστήριων θυμάτων, ενώ πιο γόνιμη θα ήταν η ανάληψη των ευθυνών τους για τον Α’ Πόλεμο. Αυτά συμπληρώνονται με προσωπικές τραγωδίες. Τα παραπάνω σε συνδυασμό τού δημιούργησαν ένα αίσθημα ματαιότητας και η καταθλιπτική του διάθεση τον οδήγησε σε αυτοκτονικές σκέψεις για τα πεντηκοστά του γενέθλια.
     Ο ήρωας Χάρρυ Χάλερ μοιάζει στο συγγραφέα τόσο στις προσωπικές του ασχολίες όσο και στο ότι πρόκειται να γίνει πενήντα χρονών διανύοντας ένα προσωπικό αδιέξοδο. Από την πρώτη σελίδα αναφέρεται στην ιδέα της αυτοκτονίας, καθώς σκέφτεται να «ατυχήσει θανάσιμα ενώ ξυρίζεται»[2]. Η κατάθλιψή του είναι εμφανώς επηρεασμένη από την επικρατούσα διαφθορά και από τη ρευστή πολιτική κατάσταση της εποχής του: «[...]σήμερα δεν ξέσπασε πόλεμος, δεν δημιουργήθηκε κάποια καινούργια δικτατορία»[3].
     Ο ίδιος είναι διχασμένος σε δύο φύσεις. Νιώθει μισός άνθρωπος και μισός λύκος. Ένας «άπατρις» Λύκος της Στέπας που δυσκολεύεται να συμφιλιώσει τις δύο φύσεις του, καθώς η μία επιβουλεύεται την άλλη. Απευθύνεται σε όλους τους λύκους της στέπας, τους στριμωγμένους και δεμένους στον αστικό πολιτισμό. Ο λύκος είναι το άγριο και ενστικτώδες κομμάτι του ήρωα, που στα παιδικά του χρόνια η κοινωνία επιδίωξε να εξημερώσει. Όντας μία ανεπιθύμητη πλευρά για το περιβάλλον του, επισκιάστηκε από τη ανθρώπινη πτυχή. Δεν  κατασιγάστηκε, όμως, ούτε λυτρώθηκε. Όσους ανθρώπους διφυείς η κοινωνία επιδίωξε να συμμορφώσει τους καταδίκασε στην απομόνωση και στη δυστυχία. Ο συγγραφέας σκιαγραφεί ένα μοναχικό περιθωριακό απόκληρο που απέρριψε την κοινωνία, αφού τον είχε ήδη απορρίψει, γιατί αναγκαζόταν να παριστάνει κάτι αντίθετο από τη φύση του. Ο Λύκος, λοιπόν, ζει σε μία κοινωνία αποδόμησης των αξιών, όπου κανείς δεν προσπαθεί πραγματικά να βρει την άκρη του νήματος, παρά μόνο ευκαιριακά να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής του. Το ίδιο «κτήνος», όμως, αντί να στραφεί ενάντια στον εαυτό του, μπορεί να στραφεί και ενάντια στους άλλους.
     Ο Έσσε καταπιάνεται με το προσφιλές του μανιχαϊστικό πρότυπο. Ο ήρωας είναι λύκος και άνθρωπος, φως και σκοτάδι, καλό και κακό, άσπρο και μαύρο, ηρεμία και ανησυχία, χαρά και δυστυχία. Παρ’ όλο το δυϊσμό προκύπτουν «απειράριθμα ζεύγη πόλων»[4], συμβολίζοντας την πολλαπλότητα της ψυχής, όπως τα πολλά χέρια των ινδικών θεοτήτων. Ο αστικός κόσμος αντίθετα απορρίπτει την πολλαπλότητα. Χαρακτηρίζει τον «αστισμό» ως μέσον εξισορρόπησης των ανθρώπινων υπερβολών. Ο αστός επιδιώκει να ζήσει σε ένα «εύκρατο μέσο όρο» με υπέρτατη αφοσίωση στη συντήρηση του Εγώ.
     Ο Έσσε κάνει μία πρόταση ζωής μέσω της χαράς και του χιούμορ για όσους ευσυνείδητους δεν αντέχουν το σύγχρονο κόσμο. Αναπτύσσει σε αυτό το κείμενο τον πιο ολοκληρωμένο αρχετυπικό του χαρακτήρα. Συμπεριλαμβάνει στους προβληματισμούς και στις αναζητήσεις του όλους τους προηγούμενους. Ξεκινά από το διχασμό του δυϊσμού. Ό,τι θεωρεί απαγορευμένο και ασυμβίβαστο με τη μετριότητα του αστισμού το δαιμονοποιεί. Έτσι, όμως, καταλήγει σε αδιέξοδο, γιατί δεν το αποδέχεται, δε συμφιλιώνεται μαζί του. Διαιωνίζει την εσωτερική του σύγκρουση και αφήνει αναξιοποίητη την ιδιαιτερότητά του. Απονευρώνεται και μηρυκάζει. Στρουθοκαμηλίζει εν τέλει προς δύο κατευθύνσεις: τον εαυτό του και την κοινωνία. Στη συνέχεια ανακαλύπτει την πολλαπλότητα της ψυχής και την ανάγκη εξιχνίασής της. Μόνο αν επιλέξει το δύσκολο δρόμο προς τον εξανθρωπισμό θα λυτρωθεί αποδεχόμενος τον εαυτό του και τη χαρά της ζωής, παρ’ όλες τις δυσκολίες και τα οξύμωρα. Στη δύναμη αποδοχής και υπεράσπισης του εαυτού του κρύβεται το κλειδί της υπεράσπισης όλου του κόσμου. Η απογοήτευση και ο εκμηδενισμός, αντίθετα, μόνο καταστροφή υπόσχονται, εκτός από πρόσκαιρη διέξοδο, με την παραχώρηση της ευθύνης του εαυτού μας στους άλλους.
_____
[1] Στις εκδόσεις Καστανιώτη αναφέρεται ως εξαντλημένο. Υπάρχει όμως σε βιβλιοπωλεία, παλαιοβιβλιοπωλεία κτλ. και σε άλλες ίσως εκδόσεις. Προσωπικά, το διάβασα σε πολύ παλιότερες εκδόσεις και παλιά και πρόσφατα, απλώς αναφέρω τις συγκεκριμένες, γιατί έπρεπε να επιλέξω κάποια εικόνα. Και το βιβλίο των εκδόσεων που διαθέτω θα είναι μάλλον εξαντλημένο πλέον.
[2] Έρμαν Έσσε, Ο Λύκος της Στέπας, μτφρ. Γιώργος Δεπάστας, επιμ. Ελένη Κώτσου, Εκδόσεις Μίνωας, Αθήνα, 1994 (1η έκδοση στα Γερμανικά 1927), σελ. 27.
[3] Έρμαν Έσσε, Ο Λύκος της Στέπας, ό.π., σελ. 28.
[4] Έρμαν Έσσε, Ο Λύκος της Στέπας, ό.π., σελ. 61.

Picture
Ο Μάριο και ο Μάγος

Συγγραφέας: Τόμας Μαν
Εκδόσεις: Ίνδικτος
Έτος: 2000

Περιγραφή
Ο Τόμας Μαν αντίθετα με την αρχική του υποστήριξη στον Α’ Πόλεμο κράτησε αρνητική στάση απέναντι στο Χίτλερ. Ως Φιλελεύθερος και υπέρμαχος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, πλέον, πίστευε ότι το φαινόμενο του Χίτλερ στις εκλογές του 1930 γρήγορα θα εξασθένιζε. Ο Μαν, κάτοχος του βραβείου Νόμπελ από το 1929, αρνήθηκε να υπογράψει υπέρ των Ναζί διαβεβαιώνοντας συγχρόνως ότι δε θα εναντιωθεί στο καθεστώς. Σοκαρίστηκε, όμως, από τις εξελίξεις και την καύση των βιβλίων, παραιτήθηκε από την Πρωσική Ακαδημία των Τεχνών και έφυγε από τη Γερμανία. Ο Τόμας Μαν, παρότι επιδίωκε να διατηρεί τη μέση οδό, ξεχώρισε ανοιχτά τη θέση του από τους Ναζί και τάχθηκε υπέρ των πολιτικών προσφύγων. Μετανάστευσε στην Αμερική και έζησε στην Καλιφόρνια. Πέθανε στη Ζυρίχη το 1955.
     Πολύ νωρίτερα, το Σεπτέμβριο του 1926, ο συγγραφέας πραγματοποίησε με την οικογένειά του ένα ταξίδι στην Ιταλία, η οποία πλέον είχε τεθεί υπό φασιστικό καθεστώς. Η ιστορία Ο Μάριο και ο Μάγος είναι εμπνευσμένη από αληθινά περιστατικά. Η κυκλοφορία της νουβέλας το 1930 απαγορεύτηκε στην Ιταλία στα χρόνια του φασισμού, γιατί μοιάζει με παρωδία του Μουσολίνι και του καθεστώτος – κάτι που ο Μαν δε δεχόταν, υπερασπιζόμενος την ηθική πλευρά του έργου του.
     Ο χώρος που στήνεται η αφήγηση είναι η μικρή κοινωνία του Torre de Venere. Εκεί καταφθάνει ένας θαυματοποιός τσαρλατάνος, ο Cavaliere Cipolla (Ιππότης Κρεμμύδας) και οι απλοϊκοί κάτοικοι συγκεντρώνονται για να παρακολουθήσουν το υπερθέαμα. Η εμφάνισή του είναι αποκρουστική και τρομακτικά επιβλητική. Έχει χαλασμένα μυτερά δόντια, είναι σχεδόν φαλακρός, σωματικά δύσμορφος και το σήμα κατατεθέν της παράδοξης αμφίεσής του αποτελεί «ένα μαστίγιο ιππασίας με μια σαν αρπαχτικούς όνυχες αργυρή λαβή»[1]. Ο συγγραφέας τον παρουσιάζει επιδέξια ως κίβδηλο. Οτιδήποτε πάνω του είναι ψεύτικο, εκτός από την ιδιότητά του: είναι υπνωτιστής. Υπνωτίζει μεθοδικά ανθρώπους από το κοινό με ψευδαισθήσεις. Ο συγγραφέας ήθελε να πιστεύει ότι το σώμα υποτάσσεται στο πνεύμα. Τα αυταρχικά και ολοκληρωτικά μιλιταριστικά καθεστώτα ήταν όμως «σωματικά» καθεστώτα. Ο Μαν μοιάζει να αναπτύσσει μία παρωδία του Μουσολίνι στο πρόσωπο του Μάγου, ο οποίος συμβολίζει το «σωματικό» στοιχείο τόσο με την αποκρουστική του δυσμορφία όσο και με την όποια βία χρησιμοποιεί για να επιβληθεί στους άλλους. Συγχρόνως αναλύει, πάντα αφορμή του ήρωα, όλες τις ψυχοκοινωνικές προεκτάσεις και επιβολές του φασιστικού καθεστώτος.
_____
[1] Μαν Τόμας, Τόνιο Κραίγκερ – Ο Μάριο και ο Μάγος, μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα, 2000 (1η έκδοση στα γερμανικά 1930), σελ 178.

Picture
Mephisto

Συγγραφέας: Κλάους Μαν
Εκδόσεις: Penguin
Έτος: 1995

Περιγραφή
Ο Κλάους Μαν, γιος του Τόμας Μαν, γεννήθηκε του 1906. Αυτοεξορίστηκε από τη Γερμανία αμέσως μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία. Το βιβλίο Mephisto εκδόθηκε το 1936 στο Άμστερνταμ, όπου έμενε τότε. Το περιεχόμενο είναι εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα. Ο Hendrik Höfgen, ο κεντρικός ήρωας, ξεκινά την καριέρα του ως ηθοποιός στο Αμβούργο στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’20. Πρόκειται για έναν φιλόδοξο και ιδιότροπο χαρακτήρα, που θα έκανε οτιδήποτε για να πετύχει. Μαγνητίζει τα πλήθη και είναι γυναικοκατακτητής. Γοητεύει με τρόπο διαβολικό. Οι άλλοι εθίζονται στο είδος διαστροφής που αποπνέει. Διαθέτει και σκοτεινά σημεία, που κρατά κρυφά, όπως τη σαδομαζοχιστική σχέση με μία Αφρικανή χορεύτρια. Οι κρίσεις ανασφάλειας και ευαισθησίας όμως γρήγορα κατασιγάζονται από το επόμενο σχέδιο ανέλιξής του στο χώρο του θεάματος.
     Το επόμενο βήμα του είναι η κατάκτηση της πρωτεύουσας. Εισχωρεί σε βερολινέζικους κύκλους, παίζει σε ταινίες και γοητεύει τα πλήθη και τους κριτικούς. Το 1933 ο ήρωας βρίσκεται στο Παρίσι. Επιστρέφει μετά από πρόσκληση παλιάς συναδέλφου από το Αμβούργο, η οποία γνωρίζει την ατάλαντη ηθοποιό, ερωμένη και μέλλουσα κυρία πρωθυπουργού. Σταδιακά αποποιείται το παρελθόν του. Παίρνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μεφιστοφελή στο Φάουστ του Γκαίτε και τραβά την προσοχή του «fat man» (Χέρμαν Γκέρινγκ). Οι γνωστοί, η γυναίκα του, οι συγγενείς και οι φίλοι, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων που έχουν συλληφθεί ή συμβιβαστεί, βρίσκονται στο εξωτερικό. Στην ουσία, μένει μόνος στο όνομα της καριέρας και της αναγνωρισιμότητάς του. Χρίζεται διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου σε πείσμα του υπουργού προπαγάνδας που ευνοεί κάποιον άλλο. Γνωρίζει ακόμα και τον Führer, προκειμένου να διαψεύσει τις φήμες για τη σχέση του με μία έγχρωμη γυναίκα. Στην πραγματικότητα, όμως, προδίδει τα ιδανικά και τις ιδέες του.
     Ο Hendrik Höfgen υποφέρει από το εσωτερικό του κενό, τις ανασφάλειες και τις φοβίες του. Ο ήρωας εκτός από αριβίστας και καλλιτεχνική μετριότητα δε διαθέτει ούτε αληθινά συναισθήματα για τους άλλους ούτε ιδέες. Ο συγγραφέας διαλύει και σαρκάζεται μέσω του ήρωά του όλες τις αυταπάτες για το αυταρχικό καθεστώς και για ένα νέο πόλεμο. Πολλοί νομίζουν ότι οι εθνικοσοσιαλιστές δεν είναι σαν τους φασίστες. Ο Κλάους Μαν παρουσιάζει την ψευδαίσθηση ως επικρατούσα άποψη όσων θεωρούσαν τις εθνικιστικές ιδέες ευγενείς, ακίνδυνες ή αστείες. Φαίνεται στη φράση του Φάουστ και στο σχολιασμό της: «Έζησα για να δω θρασείς δολοφόνους να αποκτούν τη δόξα των αντρών»[1]. Ο Führer φυλάκιζε, βασάνιζε και δολοφονούσε εργάτες, τη στιγμή που αυτοαποκαλούνταν σοσιαλιστής. Ήταν ένας «ειρηνιστής» που ετοίμαζε «πόλεμο εκδίκησης»[2].
_____
[1] Klaus Mann, Mephisto, μτφρ. Robin Smyth, Penguin Books, USA, 1995 (1η έκδοση στα γερμανικά 1936), σελ. 248.
[2] Klaus Mann, Mephisto, ό.π., σελ. 248-249.

Picture
Ο έβδομος σταυρός

Συγγραφέας: Άννα Ζέγκερς
Εκδόσεις: Κέδρος
Έτος: 2008

Περιγραφή
Η Άννα Ζέγκερς ήταν εβραϊκής καταγωγής και γεννήθηκε το 1900 στο Μάιντς της Γερμανίας. Είχε διδακτορικό τίτλο φιλοσοφίας από το πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Ήταν μέλος του KPD Γερμανίας από το 1928-9 και του Συνδέσμου Προλεταριακών Συγγραφέων. Η συγγραφέας κατέφυγε στη Γαλλία μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία. Εκεί συνέχισε την αντιφασιστική της δράση.
     Ο έβδομος σταυρός είναι άλλο ένα «μυθιστόρημα της εξορίας». Γράφτηκε μεταξύ του 1937 και του 1939 ακριβώς πριν το ξέσπασμα του Β’ Πολέμου και σηματοδοτεί το τέλος του μεσοπολέμου. Όταν εισέβαλαν οι Ναζί στη Γαλλία, η συγγραφέας μετά από μία περιπετειώδη διαφυγή στην ελεύθερη ζώνη της Ν. Γαλλίας –περιγράφεται στο Τράνζιτο– ζήτησε καταφύγιο εκτός Ευρώπης στο Μεξικό. Ένα αντίτυπο του βιβλίου, όμως, έφτασε στις ΗΠΑ όπου εκδόθηκε για πρώτη φορά το μυθιστόρημα στα αγγλικά το 1942. Το 1947 επέστρεψε στο Ανατολικό Βερολίνο και έζησε μέχρι το θάνατό της το 1983.
     Η ιστορία ξετυλίγεται στην ευρύτερη περιοχή της Φρανκφούρτης, τόπο καταγωγής της συγγραφέως. Ο έβδομος σταυρός χωρίζεται σε επτά κεφάλαια, στα οποία περιγράφεται η απόδραση επτά κρατουμένων από το στρατόπεδο Βεστχόφεν. Εκεί κρατούντο μετά το 1933 όσοι κομουνιστές είχαν συλληφθεί μετά την κατάργηση του γερμανικού KPD και όλων των επίσημων ερεισμάτων του. Οι σύνδεσμοι και τα δίκτυα των ανθρώπων σταδιακά εξαρθρώθηκαν. Όσοι δε διέφυγαν φυλακίζονταν, συμβιβάζονταν, εκφοβίζονταν, κρύβονταν ή απλώς σιωπούσαν.
     Στο βιβλίο μόνο ένας κρατούμενος, ο Γκέοργκ Χάισλερ, καταφέρνει τελικά να διαφύγει από τα σύνορα της χώρας. Οι υπόλοιποι πιάνονται, παραδίδονται ή πεθαίνουν στην πορεία. Ο Γκέοργκ ήταν φυλακισμένος από το Ιανουάριο του 1934. Προκειμένου να εντοπιστεί μετά την απόδραση, στήνεται ένα δίκτυο παρακολούθησης γύρω από τους γνωστούς του και όχι μόνο. Οι άνθρωποι του χωριού δίπλα στο Βεστχόφεν δυσανασχέτησαν αρχικά με το στρατόπεδο. Σταδιακά, όμως, προσαρμόζονται γιατί αφορμή της ύπαρξής του κερδίζουν χρήματα. Πολλά νέα παιδιά, επιπλέον, ενταγμένα στη ναζιστική νεολαία μετά την απόδραση ψάχνουν τα σπίτια της περιοχής. Οι Ναζί χρησιμοποιούν τη νέα γενιά. Την απέκοψαν από τους παλαιότερους, για τους οποίους δεν υπάρχει σεβασμός. Ήταν οι «μικρές αναιδείς σφυρίχτρες» που ξερίζωναν «[...] ό,τι καλύτερο φύτρωνε στον τόπο, επειδή είχαν μάθει στα παιδιά ότι ήταν ζιζάνιο» [1].
     Όσοι δυσφορούν σιωπούν. Ο φόβος και η καχυποψία είναι διάχυτα σε συνδυασμό με τον ενδοοικογενειακό χαφιεδισμό. Η ανοχή των ανθρώπων της επαρχίας υποδεικνύει μοιρολατρία. Άλλοι, πάλι, θεωρούν ευλογία την πειθαρχία και την υπακοή που μαθαίνουν στους νέους. Αν αντιδράσουν, διακινδυνεύουν να υποστούν με επιπλήξεις, φυλάκιση και βασανισμό. Για κάποιους, πάλι, το κυνήγι των δραπετών αποτελεί μία περιπέτεια που τους βγάζει από την ανία της καθημερινότητας. Ανάμεσα στους φοβισμένους, συμβιβασμένους και αντιδραστικούς χωρικούς και πολίτες υπάρχουν κάποιες ανύποπτες ρωγμές, των οποίων η επίδραση υπήρξε καταλυτική.
     Ο Φάρεμπεργκ, ο διοικητής του στρατοπέδου, διατάζει να φτιάξουν με τον κορμό επτά δέντρων ένα σταυρό για κάθε δραπέτη. Εκεί οι συλληφθέντες δένονται και αφήνονται εκτεθειμένοι χωρίς τροφή και νερό, προκειμένου να ομολογήσουν το σχέδιο απόδρασης και να διευκολύνουν τη σύλληψη των υπολοίπων. Τελευταίος μένει ο Γκέοργκ. Οι έξι ξύλινοι σταυροί στην αυλή του στρατοπέδου κόβονται. Ο έβδομος μένει για πάντα άδειος. Ο Γκέοργκ είναι η ελπίδα για τους υπόλοιπους φυλακισμένους και συμβολίζει, μαζί με την απόδραση, «ένα ρήγμα» στο καθεστώς[2]. Το ρήγμα στη μέγγενη που έσφιγγε γύρω από τους αντιφρονούντες.
     Στο βιβλίο θίγονται κυρίως οι διαπλεκόμενες σχέσεις των ανθρώπων, η καχυποψία, ο φόβος, η μυστικοπάθεια και η επιφυλακτικότητα. Αυτά προβάλλουν νέες πτυχές των ατόμων, δοκιμάζουν τις αντοχές, την πίστη στον εαυτό τους και τις ιδέες τους. Υπογραμμίζεται επίσης η αλλαγή που υπέστησαν τα άτομα, προκειμένου να επιβιώσουν στις νέες συνθήκες. Οι Ναζί τούς απογυμνώνουν από τις ιδιότητές τους. Προσπαθούν να ξεριζώσουν τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, παραμορφώνουν σώμα και ψυχή και αφαιρούν από το άτομο την άμυνά του. Έως την αφαίρεση της ίδιας της ζωής. Σπάνε το κορμί «με χτυπήματα και κλοτσιές, ακριβώς επειδή εμπεριέχει κάτι άθραυστο»[3]. Αντίθετα, όσοι δεν προσαρμόζονταν ή δε συμβιβάζονταν με το καθεστώς ένιωθαν ξένοι.
     Η συγγραφέας δίνει πολλά στοιχεία για τις συνθήκες στη ναζιστική Γερμανία και τα στρατόπεδα, παρότι βρισκόταν αυτοεξόριστη στη Γαλλία. Πιθανόν πληροφορούνταν από άλλους, σταχυολογούσε λογοκριμένες και μη ειδήσεις, αξιολογούσε μαρτυρίες ανθρώπων και αυτόπτων μαρτύρων. Ένα μυθιστόρημα είναι και προϊόν φαντασίας, ενδεχομένως να εκφράζει ευσεβείς πόθους ή να υπερβάλλει προς χάριν της πλοκής. Εκ των υστέρων, όμως, το βιβλίο μοιάζει αντιπροσωπευτικό, μαζί με το θεμιτό συμβολισμό του, για τις επικρατούσες τότε συνθήκες στη ναζιστική Γερμανία. Ιδίως αν το συγκρίνουμε με άλλα βιβλία που εκδόθηκαν μεταπολεμικά και αποτύπωναν τις ίδιες συνθήκες, όπως το Μόνος στο Βερολίνο του Χανς Φάλαντα.
_____
[1] Άννα Ζέγκερς, Ο έβδομος σταυρός, μτφρ. Αρετή Κοντογιώργη, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, Α.Ε., 2008 (1η έκδοση στα αγγλικά 1942 στις ΗΠΑ), σελ. 50, 158.
[2] Άννα Ζέγκερς, Ο έβδομος σταυρός, ό.π., σελ. 73.
[3] Άννα Ζέγκερς, Ο έβδομος σταυρός, ό.π., σελ. 239.

Picture
Ο Άνθρωπος Χωρίς Ιδιότητες

Συγγραφέας: Ρόμπερτ Μούζιλ
Εκδόσεις: Οδυσσέας
Έτος: 2004

Περιγραφή
Ο Ρόμπερτ Μούζιλ γεννήθηκε το 1880 στο Κλάγκενφουρτ της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και μεγάλωσε στη Βοημία. Μετά το Γυμνάσιο φοίτησε σε στρατιωτικό λύκειο και αργότερα σπούδασε μηχανικός στο Πανεπιστήμιο. Επέλεξε τη συγγραφή ως δραστηριότητα έναντι της ακαδημαϊκής καριέρας. Μετά το γάμο του με μία γυναίκα εβραϊκής καταγωγής καταδιώχθηκε από τους Ναζί. Το δίτομο μυθιστόρημα Ο Άνθρωπος Χωρίς Ιδιότητες είναι το πιο γνωστό και χαρακτηριστικό από τα κείμενά του. Η ιστορία εκτείνεται σε 1500 σελίδες και περιγράφει μία μόνο χρονιά πριν τον Α’ Πόλεμο (1913-1914), ενώ το έργο συντάχθηκε σταδιακά από το 1919 έως και το 1942. Ήταν αρχικά χωρισμένο σε τρία βιβλία. Τα πρώτα δύο εκδόθηκαν το 1930 και το τρίτο εκδόθηκε το 1942 μετά το θάνατό του[1].
     Ο Άνθρωπος Χωρίς Ιδιότητες είναι ένα επικό μυθιστόρημα. Στην αφήγηση ενός έτους συμπυκνώνονται συλλογισμοί δύο μεσοπολεμικών δεκαετιών. Ο σκεπτικισμός του συγγραφέα έχει αναπτυχθεί σταδιακά σε αυτό το διάστημα. Το βιβλίο είναι μία στοχαστική μελέτη της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης μετά την καταστροφή, τον αμοραλισμό και τη διάψευση κάθε ελπίδας, που ακολούθησαν τον Α’ Πόλεμο. Η μετάβαση μεταξύ της εποχής προ και μετά του πολέμου και η αστάθεια που προκάλεσε η κατάρρευση των σταθερών συμπυκνώνονται στον Ούρλιχ και στην απόπειρα αυτοπροσδιορισμού του.
     Στο γύρισμα του 20ού αιώνα οι άνθρωποι επιδίωκαν έναν αναπροσδιορισμό των αξιών. Άλλοι στρέφονταν στο μέλλον αποκηρύσσοντας το παρελθόν και άλλοι αγκιστρώνονταν σε αυτό, δημιουργώντας δύο αντιθετικές τάσεις. Η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία βρισκόταν υπό διάλυση πριν τον Α’ Πόλεμο. Πολλά οξύμωρα σχήματα και αντιθέσεις υπονόμευαν την ενότητά της. Γι’ αυτό το πολύ πνεύμα ήταν επικίνδυνη υπόθεση, καθιστώντας τη χειραγώγηση των μαζών δυσκολότερη. Στην Αυτοκρατορία υπήρχαν πιο πολλοί υπήκοοι από ό,τι πολίτες, ήταν δυσκίνητη και η νέα εποχή την υποσκέλισε. Η απόκτηση κάποιου ρόλου στη διεθνή σκακιέρα, σε αντίθεση με την αποφασιστική Γερμανία, φαινόταν ουτοπία. Η ιδιοσυγκρασία του ήρωα ταυτίζεται με την κλονισμένη Αυτοκρατορία και τη νέα εποχή αβεβαιότητας. Γίνεται μία απόπειρα ορθολογικής ταξινόμησης του χάους από όπου τελικά προκύπτει ο Άνθρωπος Χωρίς Ιδιότητες.
     Ο Μούζιλ συνδέει αφηγηματικά τον προπολεμικό χρόνο με τη μεσοπολεμική πραγματικότητα. Περιγράφει έναν κόσμο τη δράση του οποίου υπαγορεύουν οι συμβάσεις συγκρουόμενες με την ψυχοκοινωνική αποσταθεροποίηση. Το κέντρο βάρους των αξιών είχε μετατοπιστεί στους κόλπους της κοινωνίας. Εν όψει της οικονομικής κρίσης του μεσοπολέμου χρησιμοποιεί λέξεις που νοηματικά παραπέμπουν στα χρήματα σε συσχετισμό με τις αξίες γενικότερα. Το πνεύμα εκπίπτει και το χρήμα καθιερώνεται ως κυρίαρχη αξία. Οι φιλόδοξοι και φιλάργυροι αστοί βρέθηκαν στο προσκήνιο ανταγωνιζόμενοι την αριστοκρατία. Προκλήθηκε κρίση σε σταθερές αδιαμφισβήτητες έως τότε απουσία ταξικού ανταγωνισμού. Το χρήμα αναδείχθηκε σε αξία από τη στιγμή που το διεκδίκησαν συνειδητά περισσότεροι άνθρωποι. Δεν ήταν πλέον αποκλειστικό κληρονομικό δικαίωμα μαζί με τους τίτλους ευγενείας.
     Από ένα σημείο και μετά αντανακλάται στο έργο η δεύτερη μεσοπολεμική δεκαετία. Το πνεύμα καταπολεμήθηκε τόσο στην Αυτοκρατορία για τη διασφάλιση πιστών υπηκόων όσο και στο καθεστώς των Ναζί. Τα νέα ήθη καλλιεργούν τη σωματική δράση. Είναι επικίνδυνη αυτή η κεκτημένη ταχύτητα όταν η συνέχεια διακόπτεται και οι άνθρωποι δε μαθαίνουν από το παρελθόν τους. Η καταπίεση των συναισθημάτων στις νέες συνθήκες οδηγεί στο φανατισμό για το οτιδήποτε θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης αποσυμπίεσής τους.
     Στο βιβλίο η συνεχής αναζήτηση καταλήγει στην αυτοαναίρεση με την εξισορρόπηση των αντιθέτων. Εφόσον εν δυνάμει θα μπορούσαν να ισχύουν όλα, στην ουσία, ο ήρωας μένει μετέωρος και αναποφάσιστος. Η έλλειψη ιδιοτήτων είναι η θέση του συγγραφέα, γιατί αντικατοπτρίζει τη ρευστότητα της εποχής. Ένας άνθρωπος χωρίς ιδιότητες δεν έχει προσδοκίες και στόχους, μόνο αμύνεται με στόχο την επιβίωση. Ένας τέτοιος άνθρωπος αδυνατεί να δημιουργήσει, αλλά μπορεί να καταστρέψει και να καταστραφεί και γι’ αυτό η θέση του είναι απολύτως επισφαλής.

* Τα στοιχεία για τη ζωή των Έρμαν Έσσε και Τόμας Μαν από τα βιβλία: Αλόις Πρινς, Η ζωή του Έσσε, Κάθε αρχή και μια μαγεία, μτφρ. Γρηγόρης Αθανασίου, επιμ. Ελεάννα Λαμπάκη, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2005 (1η έκδοση στα γερμανικά 2000) και από την Εισαγωγή του μεταφραστή του βιβλίου Τόνιο Κραίγκερ ‒ Ο Μάριο και ο Μάγος, μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα, 2000 (1η έκδοση στα γερμανικά 1930).
_____
[1] Ρόμπερτ Μούζιλ, Ο Άνθρωπος Χωρίς Ιδιότητες, μτφρ. Τούλα Σιέτη, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα, 1992 (1η έκδοση στα γερμανικά 1930 και 1942).


Μουσική
Picture
The Wall (1979)

Περιγραφή
Το «The Wall» είναι η γνωστή ροκ όπερα του γνωστού γκρουπ των Pink Floyd, οι οποίοι έχουν διακριθεί στο είδος του progressive rock. Η ιστορία αφορά το τείχος που χτίζει κανείς τουβλάκι τουβλάκι «bricks in the wall» μέσα από τις πληγές και την όποια καταπίεση έχει υποστεί, κοινωνική, οικογενειακή κτλ., προκειμένου να προστατευτεί. Τελικά, όμως, η ίδια η άμυνα μπορεί να γίνει άλλη μία φυλακή γεννώντας και αυτή φαντάσματα και φτάνοντας ακόμα και στην ακρότητα του αυταρχισμού και των διάφορων μορφών εκδήλωσής του. Στο τέλος ως μόνη λύση για το γκρέμισμα του τείχους παρουσιάζεται η ανάληψη της προσωπικής ευθύνης, η αυτοσυνειδητοποίηση και η παραδοχή.

video 1: Ακούστε όλο το άλμπουμ.
video 2: Δείτε όλη τη μεταγενέστερη ταινία του 1982.

  
Picture
La Vita È Bella (1997)
soundtrack

Περιγραφή
Ο συνθέτης του άλμπουμ είναι ο Νικόλα Πιοβάνι. Η ορχηστρική μουσική του είναι ευαίσθητη, περιγραφική και με μία ιδέα παιχνιδιού κατάλληλη για την πλαισίωση των ανάλογων σκηνών. Εξαιρείται το κλασικό κομμάτι «Βαρκαρόλα» (Barcarolle) του Ζακ Όφενμπαχ από την όπερα «Τα παραμύθια του Χόφμαν».

Η μουσική της ταινίας κέρδισε το βραβείο Όσκαρ στην τελετή απονομής του 1998.

Το επίσημο site του μουσικού θα το βρείτε εδώ: http://www.nicolapiovani.net/

video 1: Πάρτε μία ιδέα για τη μουσική μαζί με σκηνές της ταινίας.
video 2: Aκούστε τη «Βαρκαρόλα».

 
Picture
American History X (1998)
Soundtrack

Περιγραφή
Η μουσική του άλμπουμ είναι της Anna Dudley, η οποία το 1998 κέρδισε το Όσκαρ στην κατηγορία Καλύτερη Πρωτότυπη Μουσική για την ταινία «Full Monty». Υπέροχη ορχηστρική μουσική και με χορωδιακά κομμάτια. Άλλοτε υποβάλλει το θεατή στο συναίσθημα των σκηνών και άλλοτε συνοδεύει ως χαλί, αλλά πάντα με τρόπο δραματικό και ακουστικά καθηλωτικό.

Πάρτε μία ιδέα για τη μουσική της ταινίας.

 
Picture
Pan’s Labyrinth (2006)
soundtrack

Περιγραφή
Η σύνθεση του άλμπουμ είναι του Χαβιέ Ναβαρέτε (Javier Vanarrete). H ορχηστρική μουσική του είναι τόσο ονειρική και μελαγχολικά δραματική όσο και η αφήγηση του στόρι της ταινίας.





Πάρτε μία ιδέα για τη μουσική της ταινίας.

 
Picture
Die Welle (2008)
soundtrack

Περιγραφή
Η μουσική είναι του Heiko Maile. Τα κομμάτια του άλμπουμ αποπνέουν άλλοτε δυναμισμό άλλοτε απόκοσμο μυστήριο και άλλοτε είναι εγκεφαλικά επισημαίνοντας με μία  επαναληπτικότητα την επίμονη μονοτονία της πώρωσης.




Πάρτε μία ιδέα για τη μουσική της ταινίας.


Στο επόμενο ένθετο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου: Παραμύθια για μικρούς και για μεγάλους!

Ιουλία Λυμπεροπούλου
2 Comments

Η τρελή piñata από Νοέμβριο διμηνιαίο ένθετο

9/10/2012

0 Comments

 
Η τρελή piñata κάνει ένα μικρό διάλειμμα αυτόν το μήνα! Από τον επόμενο μήνα, όμως, θα είναι και πάλι μαζί σας με τη μορφή διμηνιαίου ένθετου, όπου βάσει θεματικών ενοτήτων θα συνεχίσουμε μαζί το ταξίδι σε ταινίες, βιβλία και μουσικές διαδρομές. Έως την επόμενη συνάντησή μας να περνάτε όσο μπορείτε καλά, να προσέχετε τον εαυτό σας και να μην ξεχνάτε να ονειρεύεστε!
0 Comments

Η τρελή piñata | Καλοκαίρι στα ελληνικά νησιά

16/9/2012

0 Comments

 
Η τρελή piñata | Καλοκαίρι στα ελληνικά νησιά

Το τέλος του καλοκαιριού μάς βρίσκει πάντα λίγο μελαγχολικούς, παρότι κάποιες μέρες ακόμα μένουν έως τις 21/09, ημερομηνία που σημαίνει το επίσημο τέλος της εποχής. Είναι ίσως η αμηχανία και το άβολο της μετάβασης που δημιουργεί αυτή την αίσθηση. Φέτος το καλοκαίρι ήταν δύσκολο για πολύ κόσμο. Λίγα μπάνια, συρρικνωμένες ή καθόλου διακοπές και για ένα μεγάλο ποσοστό η καθημερινότητα της ακινησίας λόγω ανεργίας παρέμεινε η ίδια. Έτσι, ενώ θα έπρεπε να είναι μία «ακινησία» χαλάρωσης και ανανέωσης για γέμισμα των μπαταριών για το δύσκολο χειμώνα που δείχνει από μακριά τα δόντια του, ήταν μία εκτός εισαγωγικών ακινησία-μονόδρομος χωρίς διέξοδο διαφυγής.

          Επιμένω, όμως, στο ότι οι εποχές είναι τέσσερις και ότι το καλοκαίρι θέλει ακόμα μέρες για να τελειώσει. Έτσι, στο κύκνειο άσμα του αποφάσισα να σας γεμίσω με ανάλογες εικόνες. Η φαντασία είναι ίσως ό,τι παραμένει ζωντανό και μας ταξιδεύει όπου εμείς επιλέγουμε, αν δεν επιτρέψουμε σε κανέναν να την αιχμαλωτίσει. Ένα αφιέρωμα στο καλοκαίρι, λοιπόν, που φεύγει, έτσι για να κρατήσετε έστω και νοητά τις καλύτερες στιγμές του δύναμη για ό,τι έρχεται. Προσωπικά, φέρω τις καλοκαιρινές αναμνήσεις έντονα μέχρι το Δεκέμβρη όπου αρχίζουν οι προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα. Τα μελομακάρονα με καλό μέλι και πολύ καρύδι, τα μανταρίνια και τα κάστανα με κάνουν να ξεχαστώ, παρασέρνοντάς με στην αναζήτηση της χειμερινής θαλπωρής. Μέχρι τότε έχουμε καιρό όμως…

          Στις ταινίες έκανα επιλογές βάσει κυρίως της φωτογραφίας αλλά και της ατμόσφαιρας του έργου. Φυσικά, υπάρχουν και άλλες. Παραθέτω ορισμένες της δικής μου προτίμησης για διαφορετικούς λόγους την καθεμία. Στα βιβλία θα προτείνω κάποια που με ταξίδεψαν με τις θερμές θερινές τους εικόνες και τον αισθησιασμό τους μέσα από αυτές. Ένα βιβλίο πετυχαίνει σίγουρα το στόχο του αν μετά από χρόνια διατηρεί ακόμα έντονη την αίσθησή του μέσα μας. Σκέφτηκα επίσης να συμπεριλάβω και λευκώματα για μια βουτιά στα αιγαιοπελαγίτικα και όχι μόνο χρώματα, χωρίς να κάνω επιλογή συγκεκριμένου νησιού. Τέλος, στη μουσική ακολουθώ το μονοπάτι που χάραξαν οι ίδιες οι ταινίες, οι πιο πολλές με υπέροχα soundtrack! Καλές φανταστικές βουτιές, επομένως, σας εύχομαι… Κρατάτε πάντα μία γωνιά του μυαλού ανοιχτή στη φαντασία, αποφορτίζει πολύ όμορφα την αρνητική ένταση της ημέρας!

Ταινίες
Phaedra (1962) 
(Φαίδρα)
Picture
Σκηνοθέτης: Ζιλ Ντασέν
Γλώσσα: Αγγλικά, ελληνικά
Ηθοποιοί: Μελίνα Μερκούρη, Άντονι Πέρκινς, Ραφ Βαλόνε κ.ά.

Περιγραφή

Η ταινία «Phaedra» (Φαίδρα) γυρισμένη μεταξύ άλλων τοποθεσιών και στην Ύδρα παρουσιάζει μία σύγχρονη εκδοχή της μυθολογικής Φαίδρας, η οποία έτρεφε έναν χωρίς ανταπόκριση παράφορο έρωτα για τον Ιππόλυτο, το γιο του συζύγου της Θησέα. Στην ταινία η εκδοχή παραλλάσσεται ελαφρώς, καθώς η Φαίδρα (Μελίνα Μερκούρη), παντρεμένη με τον αρκετά μεγαλύτερό της πλοιοκτήτη σύζυγό της (Ραφ Βαλόνε), και ο Ιππόλυτος (Άντονι Πέρκινς) ερωτεύονται αμοιβαία με το που συναντιούνται. Ακολουθώντας το χνάρι του μύθου η σχέση αυτή με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τερματίζεται, τα πάθη πυροδοτούνται και το τραγικό τέλος δεν αργεί να έρθει. Η ταινία έχει ωραίες δωρικές εικόνες χορού, που παραπέμπουν στην τραγωδία, ενώ το σενάριο (Ζιλ Ντασέν, Μαργαρίτα Λυμπεράκη) έχοντας ως αρχική πηγή έμπνευσης τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη δίνει μία άλλη διάσταση στην ιστορία.


Zorbas the Greek (1964)
(Ζορμπάς)
Picture
Σκηνοθέτης: Μιχάλης Κακογιάννης
Γλώσσα: Αγγλικά, ελληνικά
Ηθοποιοί: Άντονι Κουίν, Άλαν Μπέιτς, Ειρήνη Παπά  κ.ά.

Περιγραφή

Η ταινία γυρίστηκε σε διάφορα σημεία της Κρήτης. Βλέπουμε εκτός από την Ειρήνη Παπά και άλλους Έλληνες ηθοποιούς σε μικρούς ρόλους, όπως το Γιώργο Φούντα, την Ελένη Ανουσάκη και το Σωτήρη Μουστάκα. Το σενάριο της ταινίας, γραμμένο από το Μιχάλη Κακογιάννη, είναι βασισμένο στο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά. Ο μοναδικός Άντονι Κουίν υποδύεται τον παθιασμένο για ζωή Ζορμπά, ο οποίος μετεωρίζεται μεταξύ πρωτόγονης αγριάδας και ανύποπτα καθηλωτικής ευαισθησίας. Αξέχαστο το συρτάκι του Μίκη Θεοδωράκη, που έκτοτε έγινε σήμα κατατεθέν στο εξωτερικό σε σχέση με την Ελλάδα.

Η ταινία βραβεύτηκε με τρία Όσκαρ: Β’ γυναικείου ρόλου, καλλιτεχνικής διεύθυνσης και φωτογραφίας.


The Moon-Spinners (1964) 
(Τα σμαράγδια της μεσογείου)
Picture
Σκηνοθέτης: Τζέιμς Νέλσον
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Χέιλι Μιλς, Ελάι Γουάλας, Ειρήνη Παπά κ.ά.

Περιγραφή

Την ίδια χρονιά γυρίστηκε και μία άλλη ταινία στην Κρήτη, αυτή τη φορά των στούντιο της Ντίσνεϊ, με τη Χέιλι Μιλς, γνωστή από την «Πολυάννα», τα «Παιδιά του Πλοίαρχου Γκραντ» και την πρώτη εκδοχή του «Parent trap» (Η αδελφή μου και εγώ), γυρισμένη αργότερα με τη Λίντσεϊ Λόχαν. Η πρώτη εκδοχή είναι συνήθως καλύτερη. Η Χέιλι Μιλς ήταν ένα παιδί θαύμα, κόρη του γνωστού ηθοποιού Τζον Μιλς και της συγγραφέα και ηθοποιού Μέρι Χέιλι Μπελ. Τη γνωρίσαμε κυρίως από ταινίες της Ντίσνεϊ, αλλά πρωταγωνίστησε και σε άλλες ταινίες και ως παιδί και ως ενήλικη. Στο έργο «Tiger Bay» (1959), μάλιστα, στον πρώτο της μεγάλο ρόλο, όπου υποδύθηκε ένα παιδί ‒ αυτόπτη μάρτυρα φόνου, της απονεμήθηκε σε ηλικία 13 ετών ειδικό βραβείο στο Φεστιβάλ του Βερολίνου. Η ερμηνεία της είναι πολύ πηγαία εκεί. Το στόρι εδώ αφορά μία νεαρή Αγγλίδα που επισκέπτεται με τη θεία της την Κρήτη και αντιμετωπίζουν μέσα από ένα πέπλο μυστηρίου οικογενειακές καταστάσεις και τις ιδιαιτερότητες της τοπικής κοινωνίας. Η φωτογραφία και οι εικόνες του νησιού και της θάλασσας μαζί με την ανακάλυψη του έρωτα, συντηρητικά βέβαια για το μεσοαστικό οικογενειακό κοινό των συγκεκριμένων στούντιο, εναλλάσσουν την ατμόσφαιρα μυστηρίου με ανάλαφρες πινελιές.


Le Grand Bleu (1988)
(Απέραντο Γαλάζιο)
Picture
Σκηνοθέτης: Λυκ Μπεσόν
Γλώσσα: Αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά
Ηθοποιοί: Ζαν-Μαρκ Μπαρ, Ζαν Ρενό, Ροζάνα Αρκέτ κ.ά.

Περιγραφή

Μία ταινία που έχει καθιερωθεί ως «κλασική» τόσο για τη μουσική όσο και για τη φωτογραφία με εικόνες μεταξύ άλλων από την Αμοργό, τις μικρές Ανατολικές Κυκλάδες, την Ίο και την Ταορμίνα της Σικελίας, για τη σκηνοθεσία επίσης του Λυκ Μπεσόν και το ιδιαίτερο στόρι. Είναι μία ιστορία πολύ «θαλασσινή», εφόσον έχει ως επίκεντρο τη φιλία και τον ανταγωνισμό δύο δυτών, των οποίων το πάθος για την κατάδυση τους φέρνει στο όριο ζωής και θανάτου. Η ταινία αφορά ίσως την αυτοσυνειδητοποίηση και τον αυτοπροσδιορισμό σε σχέση με το σύνολο, τη διάδραση με αυτό, τους προσωπικούς στόχους και τα όρια που, αν ξεπεραστούν, τα σκιαγραφούν τα ίδια τα άκρα.


Summer Lovers (1982)
Picture
Σκηνοθέτης: Ράνταλ Κλάισερ
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Πέτερ Γκάλαγκερ, Ντάριλ Χάνα κ.ά.

Περιγραφή

Ταινία με την Ντάριλ Χάνα πολύ νέα και το Βλαδίμηρο Κυριακίδη σε μικρό ρόλο. Η ιστορία διερευνά τις ανθρώπινες σχέσεις σε μία εποχή αθωότητας μέσα στη θέρμη του καλοκαιριού. Τη βλέπει κανείς χαζεύοντας όλο το ανεπιτήδευτο ακόμα τότε τοπίο της Σαντορίνης ανεξαρτήτως καλδέρας. Επίσης τις σκηνές από την Κρήτη, τη Δήλο και τη Μύκονο.


Mediterraneo (1991)
Picture
Σκηνοθέτης: Γκαμπριέλε Σαλβατόρες
Γλώσσα: Ιταλικά, αγγλικά, ελληνικά, τούρκικα
Ηθοποιοί: Ντιέγκο Αμπαταντουόνο, Κλάουντιο Μπιγκάλι, Βάνα Μπάρμπα κ.ά.

Περιγραφή

Το «Mediterraneo» γυρίστηκε στο Καστελόριζο και υπερχειλίζει από υπέροχες εικόνες και καταγάλανα νερά. Την πλοκή της ταινίας, το σενάριο και τις ερμηνείες διατρέχει το είδος του ρομαντισμού που ως γλυκόπικρο σχόλιο ντυμένο με χιούμορ χαρακτηρίζει σε πολλά σημεία του τον ιταλικό κινηματογράφο, ο οποίος μεταμορφώνει τις τραγικές στιγμές σε σχεδόν ιδιόρρυθμα ευχάριστα παραμύθια… Μία ομάδα Ιταλών στρατιωτών αφήνεται προς το τέλος του πολέμου στο νησί για να ελέγχει τις κινήσεις του εχθρού. Οι κάτοικοι αρχικά μουδιασμένοι και κρυμμένοι ανακαλύπτουν γρήγορα ότι οι στρατιώτες είναι το ίδιο αμήχανοι, εγκαταλελειμμένοι και ακίνδυνοι με εκείνους και τότε το νησί ξαναγεμίζει με φωνές παιδιών, ενώ η καθημερινότητα αποκαθίσταται. Οι στρατιώτες διαπιστώνουν κάποια στιγμή ότι τους ξέχασαν, παρότι ο πόλεμος κάποια στιγμή τελειώνει. Με λεπτό τρόπο ξετυλίγονται διάφοροι μικρόκοσμοι σε αυτή την ταινία σαν ομόκεντροι κύκλοι ο ένας μέσα στον άλλον, αποκαλύπτοντας την τραγική ειρωνεία που στις ακραίες πολεμικές και οικονομικοπολιτικές καταστάσεις παγιδεύει τον άνθρωπο ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, επαγγέλματος, ιδιότητας, εθνικότητας, χρώματος και πεποιθήσεων.

Η ταινία βραβεύτηκε με Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 1992.

 
Ελεύθερη Κατάδυση (1995)
Picture
Σκηνοθέτης: Γιώργος Πανουσόπουλος
Γλώσσα: Ελληνικά
Ηθοποιοί:Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Αντώνης Αντωνίου, Αλέκος Συσσοβίτης, Βαλέρια Χριστοδουλίδου, Ηλίας Λογοθέτης κ.ά.

Περιγραφή

Άλλη μία ταινία γυρισμένη στην Κρήτη. Οι λάτρεις του υγρού στοιχείου θα αισθανθούν ικανοποίηση με τις εικόνες πάνω και κάτω από την επιφάνεια του νερού. Ο έρωτας δύο ετεροθαλών αδελφών, η ανάσυρση ενός βυθισμένου αεροπλάνου και όλα τα πρόσωπα που διαπλέκονται μεταξύ τους στήνουν το σκηνικό που πλαισιώνει η μουσική του Μάνου Χατζηδάκι σε επιμέλεια και διασκευή Νίκου Κυπουργού. Στην ταινία τραγουδούν επίσης οι Άκης Πάνου, Γλυκερία, Βαλέρια Χριστοδουλίδου και Τεμίζ Όκαϋ. Να σημειώσουμε ότι εδώ βλέπουμε τον Αλέκο Συσσοβίτη στην πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση.

Η ταινία βραβεύτηκε με πέντε κρατικά βραβεία ποιότητας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ΥΠΠΟ το 1995: καλύτερης ταινίας, Α’ γυναικείου ρόλου (Καριοφυλλιά Καραμπέτη), Β’ ανδρικού ρόλου (Αντώνης Αντωνίου), Β’ γυναικείου ρόλου (Βαλέρια Χριστοδουλίδου) και καλύτερης μουσικής.
 

Το φιλί της ζωής (2007)
Picture
Σκηνοθέτης: Νίκου Ζαπατίνα
Γλώσσα: Ελληνικά
Ηθοποιοί: Κατερίνα Παπουτσάκη, Λαέρτης Μαλκότσης, Ζέτα Δούκα, Θέμος Αναστασιάδης κ.ά.

Περιγραφή

Η ταινία ενώ στην αρχή μοιάζει με κωμωδία καταστάσεων εξελίσσεται τελικά σε περιπέτεια με στοιχεία αστυνομικού θρίλερ χωρίς να χάνει το χιούμορ της. Είναι γυρισμένη κυρίως στη Σίφνο και το βλέμμα του θεατή χορταίνει από νησιώτικες και θαλασσινές εικόνες. Το κεντρικό δίπολο του στόρι εστιάζεται ανάμεσα σε ένα παντρεμένο ζευγάρι και σε ένα περίπου ζευγάρι που φιλοξενείται από το πρώτο. Στο δεύτερο ο γεωπόνος νεαρός άντρας μένει να λύσει το «μικρό» του πρόβλημα. Επρόκειτο να παντρευτεί στη Μήλο και έχασε το καράβι! Στο μεταξύ όμως γνώρισε τη Ζωή και άρχισε να βλέπει τη ζωή με άλλον αέρα. Είναι μία ευχάριστη ταινία που στο τέλος αφήνει και μία νότα αισιοδοξίας, ότι καμιά φορά μπορεί και τα πιο απίθανα πράγματα να συμβούν! Γιατί όχι;

Mama mia! (2008)
Picture
Σκηνοθέτης: Φιλίδα Λόιντ (Phyllida Lloyd)
Γλώσσα: Αγγλικά, ελληνικά
Ηθοποιοί: Μέριλ Στριπ, Πιρς Μπρόσναν, Κόλιν Φερθ, Αμάντα Σέφιλντ κ.ά.

Περιγραφή

Η ταινία εντάσσεται στο είδος της ρομαντική κομεντί όντας ένα σύγχρονο μιούζικαλ. Η πλοκή της φέρει όλη την ανάλαφρη τρέλα, ιδωμένη από την κωμική της πλευρά, που πλαισιώνει ταιριαστά τα ευχάριστα ξεσηκωτικά τραγούδια των Abba. Η νεαρή πρωταγωνίστρια ετοιμάζεται να παντρευτεί αλλά, στην ουσία, αδημονεί να γνωρίσει τον πατέρα της, ενώ στο τέλος καταλήγει από αυτήν τη συγκυρία να ξαναπαντρευτεί η μητέρα της. Η ταινία είναι ό,τι πρέπει για μία ευχάριστη βραδιά, με πολύ χρώμα και ωραίες εικόνες από τη Σκιάθο και τη Σκόπελο. Η Μέριλ Στριπ ξεδιπλώνει όλο το ταλέντο της στο τραγούδι και στο χορό, αποδεικνύοντας για άλλη μία φορά το πόσο ευέλικτη και πολύπλευρη είναι.


Νήsos (2009)
Picture
Σκηνοθέτης: Χρήστος Δήμας
Γλώσσα: Ελληνικά
Ηθοποιοί: Κώστα Βουτσάς, Ελένη Καστάνη, Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, Βλαδίμηρος Κυριακίδης, Δημήτρης Τζουμάκης, Τάνια Τρύπη κ.ά.

Περιγραφή

Το άνοιγμα της διαθήκης ενός επιφανούς προσώπου του νησιού περιπλέκει και αναστατώνει τις ζωές των κατοίκων της τοπικής κοινωνία, καθώς γίνεται αφορμή για διάφορες αποκαλύψεις. Η ταινία γυρίστηκε στη Σίφνο και η καλοκουρδισμένη πλοκή της σε συνδυασμό με τις ερμηνείες των ηθοποιών προκαλούν ποικιλία συναισθημάτων από γέλιο έως συγκίνηση.

Πληροφοριακά, το 2011 γυρίστηκε και η ταινία Νήsos 2, αλλά δεν εκφέρω άποψη γιατί δεν την έχω δει.
Βιβλία
Όνειρο στο κύμα και άλλα διηγήματα
Picture
Συγγραφέας: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Εκδόσεις: Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη
Έτος: 2011

Περιγραφή

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911) έγραψε πολλά διηγήματα και πολλά από τα έργα του περνούν εικόνες από το νησί όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, τη Σκιάθο, μέχρι να πάει στην Αθήνα μοιράζοντας τη ζωή του στο εξής μεταξύ των δύο τόπων. Μέσα από τη γλαφυρότητα των περιγραφών, τις οξυδερκείς παρατηρήσεις του και την καυστικότητα της πένας του, το ηθογραφικό στοιχείο είναι μόνο η επικάλυψη στο βάθος της γραφής του Παπαδιαμάντη. Αν διαβάσει κανείς τους «Χαλασοχώρηδες» (νουβέλα), για παράδειγμα, βλέπει μέσα από τη λογοτεχνικότητα και το προσωπικό του ιδίωμα μία κάθετη και οριζόντια ανάλυση στα πολιτικά έθη και ήθη της εποχής του. Προκαλεί μελαγχολία το γεγονός ότι θυμίζει τις πολιτικές πρακτικές της σύγχρονης εποχής. Σήμερα όποιοι ασχολούνται με το σχολιασμό της πολιτικής επικαιρότητας καλό είναι να έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο έργο, θα βρουν πολύ γνώριμο υλικό. Μας φέρνει επίσης στο νου και έναν άλλο λογοτέχνη που το ίδιο καυστικά έκανε εμμέσως στο έργο του τα κονωνικοπολιτικά του σχόλια, τον Εμμανουήλ Ροΐδη. Η «Φόνισσα» (νουβέλα), επίσης ως παράδειγμα, δείχνει την ευαισθησία της παρατηρητικότητάς του. Η ηρωίδα είναι μία γιαγιά που πνίγει την εγγονή της για να μην περάσει όπως η ίδια τη δύσκολη ζωή που επιφύλασσε η κοινωνία της εποχής για τις γυναίκες, οι οποίες θεωρούνταν πιο πολύ δυστύχημα παρά ευτύχημα με τον ερχομό τους. Μετά συνεχίζεται η μανία της χωρίς τύψεις και παίρνει άλλη διάσταση η ψυχοσύνθεσή της. Η δημιουργία ωστόσο μίας ηρωίδας αφορμή αυτού του πλαισίου σίγουρα αποτελεί σχόλιο του συγγραφέα για τη θέση της γυναίκας.

Εδώ, όμως, ήθελα να σχολιάσω το διήγημα «Όνειρο στο κύμα», ένα αισθησιακό κείμενο με την ορμή του εφήβου που πρωτοανακαλύπτει τον έρωτα χωρίς να ξέρει τι είναι. Το διήγημα, με αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα, περνάει όλη την  ένταση των συναισθημάτων μέσα στην κάψα του καλοκαιριού και τις μη παραδεδεγμένες σκέψεις και φαντασιώσεις με συμβολισμούς. Θα μπορούσε να είναι σε μικρογραφία «Η αυτοκρατορία των αισθήσεων» κλεισμένη σε μία γυάλινη χιονόμπαλα με καλοκαιρινό σκηνικό, καθώς εκείνο, το ξύπνημα των αισθήσεων, παραμένει στη σφαίρα του απαγορευμένου και μη επιτρεπτού. Αυτή ακριβώς η αυτοσυγκράτηση δημιουργεί τη λανθάνουσα αίσθηση ηφαιστείου έτοιμου να εκραγεί.


Η κυρία ντορεμί
Picture
Συγγραφέας: Λιλίκα Νάκου
Εκδόσεις: Δωρικός
Έτος: 1997

Περιγραφή

Το βιβλίο πρέπει να υπάρχει και σε νεότερη έκδοση. Προσωπικά, το διάβασα σε μία ακόμα παλαιότερη της δεκαετίας του ’80 (1η έκδοση 1955). Η ιστορία διαδραματίζεται στη διάρκεια του μεσοπολέμου και πιο ειδικά στη δεκαετία του ’30 με όλη την αναταραχή στο φόντο της δικτατορίας του Μεταξά. Η κεντρική ηρωίδα η Κατερίνα, μία κοπέλα ευκατάστατης οικογένειας με γαλλικά και πιάνο, όταν πεθαίνει ο πατέρας της αφήνοντας χρέη, αναγκάζεται να εργαστεί ως δασκάλα σε σχολείο. Καταλήγει στο Ρέθυμνο όπου αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις προσαρμογής και ύπαρξης στην τοπική κοινωνία καθώς και δυσκολίες επιβολής ως δασκάλα στα μαθήματα γαλλικών και ωδικής, που δεν ενδιαφέρουν τα παιδιά, ενώ συγχρόνως ωριμάζει σταδιακά ανακαλύπτοντας τρόπους επιβίωσης στο εχθρικό περιβάλλον. Με τον καιρό βρίσκει συμμάχους, ανακαλύπτει διαδρομές επικοινωνίας τόσο με τους μαθητές όσο και με τους κατοίκους, αλλά κυρίως με τον εαυτό της. Η παραμονή της στο νησί που ξεκίνησε ως ένα δύσκολο ταξίδι εξελίσσεται τελικά σε μία γόνιμη εσωτερική αναζήτηση. Στην αφήγηση υπάρχει μία ενδιαφέρουσα σκιαγράφηση της νοοτροπίας, των προλήψεων και γενικότερα της εποχής με πολλές ζωντανές περιγραφές καταστάσεων και συναισθημάτων.

Το βιβλίο έγινε τηλεοπτικό σίριαλ το 1983 και η Κυρία ντορεμί υπήρξε ένας από τους χαρακτηριστικούς ρόλους της Ελένης Ανουσάκη.


Έρως, Θέρος, Πόλεμος
Picture
Συγγραφέας: Ευγενία Φακίνου
Εκδόσεις: Καστανιώτη
Έτος: 2003

Περιγραφή

Η πλοκή του βιβλίου μοιράζεται ανάμεσα στη Σύμη, στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα. Στη Σύμη (1919) η ηρωίδα σε μικρή ηλικία βιώνει από πρώτο χέρι όλες τις αλλαγές εκσυγχρονισμού του νησιού σε συνδυασμό με τις παραδοσιακές συνήθειες και πρακτικές και τη σκληρή ζωή. Ο πόλεμος τη βρίσκει νοσοκόμα στην Αλεξάνδρεια και το τέλος του στην Αθήνα, όπου πρέπει να ανασυντάξει πάλι τις δυνάμεις της για μία νέα αρχή. Το βιβλίο ακολουθεί τις εναλλαγές μίας εποχής που σημαδεύτηκε από την αναταραχή των δύο παγκόσμιων πολέμων και τους εκάστοτε μεταπολεμικούς μετασχηματισμούς, οι οποίοι οδήγησαν εκατομμύρια ανθρώπους στον ξεριζωμό και τη διαρκή αγωνία εύρεσης μιας μόνιμης εστίας. Το πρώτο μέρος της αφήγησης, όπου περιγράφεται η ζωή στη Σύμη, αφήνει πολύ έντονες εικόνες από το νησί ανεξαρτήτως εποχής.


Υγρός Αύγουστος
Picture
Συγγραφέας: Χρήστος Σιάφκος
Εκδόσεις: Καστανιώτη
Έτος: 2004

Περιγραφή

Ένα από τα πιο αισθησιακά βιβλία που έχω διαβάσει γεμάτο εικόνες, φαντασία και μία καθημερινότητα ηρεμίας και μοναξιάς, που κανείς θα ήθελε να βιώσει όταν νιώθει πως ξεχειλίζει το ποτήρι. Ένας άντρας, αρχιτέκτονας στο επάγγελμα, έχοντας ξεπεράσει την πρώτη του νιότη, μετά από έναν ήδη αποτυχημένο γάμο, αποφασίζει να απομονωθεί σε κάποιο νησί αφορμή μίας αναπαλαίωσης. Εκεί περνώντας την ημέρα του με χαλαρές ασχολίες γεμάτες γεύσεις, χρώματα και αρώματα, ανακαλύπτοντας και εκτιμώντας ξανά τις μικρές χαρές της ζωής, όταν θεωρεί ότι η πόρτα του έρωτα είναι για τα καλά κλεισμένη, φυσά ένας δυνατός αέρας και εκείνη ανοίγει διάπλατα…


Λευκώματα
Το Αιγαίο
Επίκεντρο του ελληνικού πολιτισμού
Picture
Συγγραφέας: Συλλογικό έργο
Εκδόσεις: Μέλισσα
Έτος: 1992

Περιγραφή

Το συλλογικό αυτό έργο είναι λεύκωμα με εικόνες όπου συγκεντρώνονται διαφορετικές μεταξύ τους μελέτες σε σχέση με τον πολιτισμό του Αιγαίου για τις τελευταίες έξι χιλιάδες χρόνια πολιτισμικής εξέλιξης στην περιοχή. Το ενδιαφέρον  είναι ότι περιέχει τη σκέψη και τη γραφή «των Oδυσσέα Eλύτη, Nίκου Σβορώνου, Mανόλη Aνδρόνικου, Xαράλαμπου Mπούρα, Mυρτάλης Aχειμάστου-Ποταμιάνου, Xρύσανθου Xρήστου, Άγγελου Δεληβορριά, Aναστάσιου Tζαμτζή, Λάμπρου Λιάβα, Xρήστου Nτούμα και Γιώργη Γιατρομανωλάκη»[1].


Αιγαίο
Άνωθεν

Picture
Συγγραφέας: Βιγγοπούλου Ιόλη
Φωτογραφίες: Γιαννέλος Γιάννης
Εκδόσεις: Μίλητος
Έτος: 2008

Περιγραφή

Μία φωτογραφική άποψη για το Αιγαίο πολύ διαφορετική από τη συνήθη. Μία πολύχρωμη σειρά κατόψεων, που σε άλλη περίπτωση θα ήταν τοπογραφία, εδώ γίνεται ίσως φωτογραφική τοπιογραφία, κάνοντας την πραγματικότητα να μοιάζει σχεδόν με φαντασία.


Τα ωραιότερα χωριά της Ελλάδος και ελληνικά νησιά
Picture
Συγγραφέας: Μαρκ Οταγουέι
Μετάφραση: Δ. Π. Κωστελένος
Φωτογραφίες: Χιου Πάλμερ
Εκδόσεις: Βασδέκης
Έτος: 2000

Περιγραφή

Επειδή δεν μονοπωλούν πάντα μόνο το Αιγαίο και τα νησιά τις προτιμήσεις, παραθέτω ένα βιβλίο με γενικότερο χρώμα Ελλάδας τόσο από τα νησιά όσο και από την ενδοχώρα, που επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στα χωριά τα τοπικά ήθη και έθιμα.



__________
[1] Εκδόσεις Μέλισσα:
http://www.melissabooks.com/shopping/product_details.php?id=62.
Μουσική
Phaedra (1962)
soundtrack
Picture
Περιγραφή

Η μουσική του δίσκου από την ταινία «Faedra» (Φαίδρα) είναι του Μίκη Θεοδωράκη. Η μουσική αλλά ιδίως τα τραγούδια της ταινίας εξακολουθούν να ακούγονται ευρέως, ακολουθώντας ένα δικό τους δρόμο ανεξαρτήτως ταινίας. Μετά την πρώτη κυκλοφορία του δίσκου ακολούθησαν κι άλλες.

Ακούστε εδώ το ερωτικό θέμα «Αγάπη μου» σε ερμηνεία Μελίνας Μερκούρη, μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Γιάννη Θεοδωράκη:

http://www.youtube.com/watch?v=1W-RrFIHVx4&feature=related

και το τραγούδι με τίτλο «Σε πότισα ροδόσταμο» (πρώτη εκτέλεση Μαίρη Λίντα) σε ερμηνεία Μελίνας Μερκούρη, μουσική Μίκη Θεοδωράκη, στίχους Νίκου Γκάτσου και διάλογο από την ταινία:

http://www.youtube.com/watch?v=YcvvAReQGK8



Zorbas the Greek (1964)
soundtrack
Picture
Περιγραφή

Μετά την πρώτη κυκλοφορία του άλμπουμ σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη ακολούθησαν και άλλες εντός και εκτός Ελλάδας.

Ακούστε εδώ το πολύ γνωστό συρτάκι του Ζορμπά, που έγινε μουσικό σημείο αναφοράς για την Ελλάδα εντός και εκτός των συνόρων της:

http://www.youtube.com/user/TheodorakisZorba?feature=relchannel



Le Grand Bleu (1988)
soundtrack
Picture
Περιγραφή

Σε μουσική Ερίκ Σερά. Η πρώτη έκδοση έγινε το 1988. Το 1989 η μουσική της ταινίας κέρδισε βραβείο Σεζάρ.

Πάρτε μία ιδέα της μουσικής του Ερίκ Σερά για την ταινία εδώ:

http://www.youtube.com/watch?v=JuhBJOsimNY&feature=fvwrel

 

The Big Blue 
(the US version)
soundtrack
Picture
Περιγραφή

Σε αυτό το soundtrack υπάρχει η μουσική που έγραψε ο Μπιλ Κόντι (Bill Conti) για την ταινία όπως προβλήθηκε στις ΗΠΑ και ήταν διαθέσιμη μόνο για ενοικίαση σε αυτή την εκδοχή. Το τέλος της ταινίας επίσης διαφοροποιήθηκε από τα αμερικάνικα στούντιο. Δεν είναι τόσο προβεβλημένο ούτε επανακυκλοφόρησε τόσες φορές όσες εκείνο του Σερά, αλλά έχει πιστούς θαυμαστές. Ο Μπιλ Κόντι έγραψε μουσική για τον κινηματογράφο που τον έφτασε έως την υποψηφιότητα για Όσκαρ με το μουσικό θέμα του Rocky «Gonna fly now». Συνέθεσε επίσης και για άλλες γνωστές ταινίες και σειρές, όπως τις «Gloria», «Καράτε Κιντ», «Βόρειοι και Νότιοι», «Δυναστεία» κ.ά. Τελικά κέρδισε το χρυσό αγαλματίδιο το 1984 για τη μουσική της ταινίας «The Right Stuff» που προβλήθηκε το 1983.

Πάρτε μία ιδέα από τη μουσική του εδώ:

http://www.youtube.com/watch?v=tAYieOcSNos



Mediterraneo(1991) soundtrack
Picture
Περιγραφή

Η μουσική της ταινίας είναι των Τζανκάρλο Μπιγκάτσι και Μάρκο Φαλατζάνι. Ο Δίσκος πρωτοκυκλοφόρησε το 1991, μετά υπήρξαν και άλλες κυκλοφορίες του με ή χωρίς την ταινία σε βιντεοκασέτα ή σε cd και dvd.

Ακούστε εδώ δείγμα της μουσικής από το soundtrack της ταινίας «Mediterraneo»:

http://www.youtube.com/watch?v=e21DvtCjCl8&feature=related



Ελεύθερη Κατάδυση / 
Ταξίδι του Μέλιτος (1995) soundtrack
Picture
Περιγραφή

Το cd συμπεριλαμβάνει τη μουσική δύο ταινιών του σκηνοθέτη Γιώργου Πανουσόπουλου σε σύνθεση Μάνου Χατζιδάκι. Στην «Ελεύθερη Κατάδυση» έχει γίνει διασκευή από το Νίκο Κυπουργό.

Δείτε εδώ εικόνες και πάρτε μία ιδέα από τη μουσική της ταινίας«Ελεύθερη Κατάδυση»:

http://www.youtube.com/watch?v=LPNUfRKbySs



Το φιλί της ζωής (2007)
soundtrack
Picture
Περιγραφή

Tην επιμέλεια της μουσικής του δίσκου έχει ο Χρήστος Soumka, ενώ το τραγούδι των τίτλων που έγινε επιτυχία ερμηνεύει η Έλενα Παπαρίζου σε μουσική Γιώργου Σαμπάνη και στίχους Γιάννη Δόξα.

Δείτε εδώ το video clip της ταινίας «Το φιλί της ζωής» με την Έλενα Παπαρίζου και με σκηνές από την ταινία:

http://www.youtube.com/watch?v=qSA2s8pWVJE



Mama mia! (2008)
soundtrack
Picture
Περιγραφή

Το cd συμπεριλαμβάνει τραγούδια των Abba που τα ερμηνεύουν από τους βασικούς πρωταγωνιστές της ταινίας, όπως είναι η Μέριλ Στριπ, ο Πιρς Μπρόσναν, ο Κόλιν Φερθ, η Αμάντα Σέφιλντ κ.ά., έως και ολόκληρο το καστ.

Ακούστε εδώ ένα ποτπουρί από τα τραγούδια:
http://www.youtube.com/watch?v=N3SYaGmGuLI
0 Comments

Η τρελή piñata | Ζωγραφική Μέρος Β'

10/7/2012

2 Comments

 

Η τρελή piñata | Ζωγραφική Μέρος Β'

Συνεπείς στην ιδέα των χρωμάτων συνεχίζουμε το μήνα Ιούλιο με το δεύτερο μέρος της θεματικής που είναι αφιερωμένη στη ζωγραφική. Οι ταινίες, λοιπόν, αφορούν και πάλι τη ζωή ζωγράφων λιγότερο ή περισσότερο γνωστών, τις οποίες παραθέτω με τη χρονολογική σειρά γυρίσματός τους ήδη από τον προηγούμενο μήνα. Στην ενότητα των βιβλίων θα αναφερθούμε κυρίως σε κόμικς, ενώ τον Ιούνιο δώσαμε βαρύτητα στην εικονογράφηση παιδικών βιβλίων. Τέλος, στην τρίτη ενότητα της στήλης, τη μουσική, παραπέμπουμε σε βίντεο όπου παρακολουθούμε επί το πλείστον τη δουλειά καλλιτεχνών, οι οποίοι είτε εργάζονται ζωντανά ακούγοντας μουσική είτε το έργο τους είναι επηρεασμένο εμφανώς από αυτή.

Καλή ανάγνωση, ελπίζω να σας δίνω ιδέες, καθώς το καλοκαίρι είναι μία εποχή που λόγω του ήλιου τα χρώματα προβάλλονται πολύ έντονα, ενώ με τα ταξίδια που συνήθως κάνουμε βρίσκουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε την τέχνη της φύσης, όπως τη γλυπτική, τη ζωγραφική, τη χαρακτική, τη μουσική της μέσα στο φυσικό τοπίο. Καλό μήνα με πολύ χρώμα μεθυστικό τόσο για τις αισθήσεις όσο και για να σας θερμάνει εσωτερικά και δημιουργικά!!!



Ταινίες

Picture
Goya’s Ghosts (2006)
(Τα Φαντάσματα του Γκόγια)

Σκηνοθέτης: Μίλος Φόρμαν
Γλώσσα: Αγγλικά, Ισπανικά
Ηθοποιοί: Χαβιέ Μπάρντεμ, Νάταλι Πόρτμαν, Στέλαν Σκάρσγκαρντ, Ράντι Κουέιντ, Μπλάνκα Πορτίγιο κ.ά.

Περιγραφή

Ισπανία στη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων. Ο ζωντανός εφιάλτης και η υποκρισία της Ιεράς Εξέτασης και της καθολικής εκκλησίας, που σφίγγουν ασφυκτικά τον κλοιό γύρω από κάθε υπόνοια ελεύθερης σκέψης και δημιουργικότητας, μέσα από τα μάτια του γνωστού ζωγράφου Γκόγια. Ο Γκόγια μάς είναι γνωστός κυρίως από τα τέρατα και τη γυμνή Μάγια. Η έλλειψη λογικής, όμως, η οποία γέννησε τα τέρατα στην τέχνη του στα χρόνια του πολέμου, όταν τα γαλλικά στρατεύματα εισέβαλαν οξύμωρα ως απελευθερωτές προκαλώντας αιματηρά επεισόδια από τη μία και η ύπαρξη της Ιεράς Εξέτασης με τις παράλογες αξιώσεις της από την άλλη, αποτυπώνεται στην ταινία. Το συγκρουσιακό κλίμα όπου ο λαός περνάει από τη μία εξουσία στην άλλη, όταν η κάθε μία χρησιμοποιεί οποιοδήποτε αληθοφανές επιχείρημα για να διατηρήσει τη θέση της, ενώ ο απλός κόσμος συνθλίβεται στην ιστορική συγκυρία, διαγράφεται σε ένα παράλληλο επίπεδο, που όμως διασταυρώνεται εύστοχα και γλαφυρά με την πλοκή της ταινίας.

Picture
Klimt (2006)
(Κλιμτ - Ο Ζωγράφος των Αισθήσεων)

Σκηνοθέτης: Ραούλ Ρουίζ
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Τζον Μάλκοφιτς, Βερόνικα Φερέ κ.ά.



Περιγραφή

Η ταινία ξεκινάει στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο Κλιμτ βρίσκεται πλέον κατάκοιτος στο νοσοκομείο μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο. Η εναρκτήρια σκηνή μάλιστα με έναν υβριδικό ανθρώπινο σκελετό, αποτελούμενο από μέλη ανθρώπων από διάφορες χώρες και Μέτωπα πολέμου προβάλλοντας το μάταιο της ύπαρξης με μία σατιρική ματιά, καθιστά το επερχόμενο τέλος μίας ολόκληρης εποχής αναπόφευκτο, τόσο με τη λήξη του πολέμου όσο και με το θάνατο του ζωγράφου. Στη συνέχεια παρακολουθούμε τη ζωή του Κλιμτ πιάνοντας το νήμα  από τη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1900. Η αισθητική της ταινία έχει στοιχεία της ονειρικής και αισθησιακής ατμόσφαιρας που κυριαρχεί στους πίνακες του ομώνυμου Αυστριακού καλλιτέχνη, ο οποίος συνδυάζει το συγκεκριμένο με το αφηρημένο και το άπιαστο. Πρωτοπόρος για την εποχή του πειραματιζόμενος με διαφορετικές ζωγραφικές τεχνικές, προκάλεσε αναμενόμενα ακραίες αντιδράσεις, ιδίως μετά την επίσημη ρήξη του με τον ακαδημαϊσμό.

Picture
Νightwatching (αγγλικός τίτλος) (2007) (Νυχτερινή περίπολος)

Σκηνοθεσία: Πίτερ Γκρίναγουεϊ
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Μάρτιν Φρίμαν Μίκαελ Τέιγκεν, Έμιλυ Χόλμς κ.ά.

Περιγραφή

Η ταινία αποτελεί συρραφή κάποιων στιγμιότυπων της ζωής του Ολλανδού ζωγράφου Ρέμπραντ μετά τη δημιουργία του πίνακά του «Νυχτερινή Περίπολος», που ολοκληρώθηκε το 1642. Μέσα στον πίνακα αποκωδικοποιείται κάποιος δολοφόνος της εποχής, που παρέμενε ασύλληπτος. Υπάρχει ολόκληρη θεωρία για το πώς αυτή η ιστορία οδήγησε το Ρέμπραντ σταδιακά στην πτώχευση και την απομόνωση, καθώς η αποκάλυψή του αποτέλεσε σκάνδαλο. Η ταινία ακροβατεί μεταξύ αισθησιασμού και περιορισμού με καρέ εικόνων που παραπέμπουν στο στήσιμο των ζωντανών μοντέλων για τη δημιουργία πινάκων και με ξεχείλισμα ερωτικών διαλόγων και σκηνών υποδυόμενων ως θεατρικό παιχνίδι στο απαγορευμένο άδυτο μίας κρεβατοκάμαρας.

Η ταινία διακρίθηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας.

Διαβάστε εδώ το άρθρο του Akbar Arifa στο «Βήμα» για το σκηνοθέτη και την ταινία του:

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=212086

Picture
Ce Que Mes Yeux Ont Vu (2007)
(The Vanishing Point) (αγγλικός τίτλος)
(Αυτό που είδαν τα μάτια μου, Το μυστήριο του Watteau)

Σκηνοθέτης: Λοράν ντε Μπαρτιλιά
Γλώσσα: Γαλλικά

Ηθοποιοί: Σιλβί Τεστάντ, Ζαν Πιερ Μαριέν, Τζέιμς Τιερέ κ.ά.

Περιγραφή

Σε μία ανάλογη ατμόσφαιρα αποκωδικοποίησης αινιγμάτων κινείται και αυτή η ταινία. Μόνο που εδώ τις αποκωδικοποιήσεις κάνει μία διδάκτορας της ιστορίας της Τέχνης, που ασχολείται με το ζωγράφο Ζαν Αντουάν Βατό (Jean-Antoine Watteau). Πιστεύει ότι ανακαλύπτει έναν κρυφό έρωτα του ζωγράφου, που προσπάθησε να κρύψει κάτω από μεταγενέστερες στρώσεις, κάτω από τον επανασχεδιασμό του ίδιου καμβά ή σε μικρά κρυφά νοήματα, τα οποία εκείνη προσπαθεί να διαβάσει σε ό,τι απέμεινε από την εποχή του ζωγράφου στη σύγχρονη τοπολογία του Παρισιού. Ο απρόβλεπτος ρόλος που παίζουν ο επιβλέπων καθηγητής της, ο οποίος στο παρελθόν είχε επίσης καταπιαστεί με το ζωγράφο, και ο κωφάλαλος Βίνσεντ, που εισβάλλει στη ζωή της ξαφνικά, κλιμακώνουν την ένταση και το μυστήριο σταδιακά. Παρότι στο τέλος ο ρυθμός της ταινίας επιταχύνεται ακολουθώντας τον πυρετό της έρευνας και κινητοποίησης της ηρωίδας, η ταινία τελειώνει με ένα παλμό ανακοπής, σαν προμήνυμα ότι κάποιες καταστάσεις είναι μάλλον μοιραίο να διατηρούν καλά κρυμμένα τα τρωτά τους σημεία εκτοξευόμενες στη σφαίρα του μύθου. Επιπλέον, με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον ανακαλύπτει κανείς παραστατικά το πώς οι πίνακες κρύβουν ολόκληρους κόσμους και μικροκόσμους σαν ημερολογιακοί χάρτες ζωών και εποχών…

Picture
El Greco (2007)

Σκηνοθέτης: Γιάννης Σμαραγδής
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Νικ Άσντον, Χουάν Ντιέγκο Μπότο, Λάκης Λαζόπουλος, Λάγια Μαρούλ,
Σωτήρης Μουστάκας, Δήμητρα Ματσούκα κ.ά.
Μουσική: Βαγγέλης Παπαθανασίου

Περιγραφή

Βλέπουμε το γνωστό ζωγράφο με κρητική καταγωγή Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, γνωστό διεθνώς ως El Greco, να κινείται μεταξύ της Κρήτης, της Βενετίας και του Τολέδο της Ισπανίας του 16ου αιώνα, εξελίσσοντας διαρκώς την τέχνη του μέσα από μία διαδικασία συνεχούς και επίπονης εσωτερικής αναζήτησης, που στο τέλος τον φέρνει αντιμέτωπο με την Ιερά Εξέταση. Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος αποτελεί μία σημαντική μορφή διεθνούς βεληνεκούς, που πάντρεψε στην τέχνη του με έναν προσωπικό τρόπο τα χρώματα, τις εικόνες του τόπου όπου γεννήθηκε, των χωρών που τον φιλοξένησαν στη συνέχεια και των σχολών που καλλιέργησαν την τεχνική και το ύφος του. Στην ταινία συναντιούνται και συνεργάζονται πολλοί Έλληνες και Ευρωπαίοι συντελεστές. Βλέπουμε επίσης σε μία συγκινητική τελευταία κινηματογραφική  εμφάνιση το Σωτήρη Μουστάκα λίγο πριν το θάνατό του, στο ρόλο του ζωγράφου Τισιανό, που υπήρξε δάσκαλος του Θεοτοκόπουλου στη Βενετία.

Picture
Seraphine (2008)
(Το χάρισμα της Σεραφίν)

Σκηνοθέτης: Μαρτέν Προβόστ
Γλώσσα: Γαλλικά
Ηθοποιοί: Γιολάντ Μορό, Ούλριχ Τουκούρ κ.ά.


Περιγραφή

Η ταινία αφηγείται ένα μέρος της ζωγραφικής πορείας της πολύ ιδιαίτερης και αυτοδίδακτης Γαλλίδας ζωγράφου Σεραφίν ντε Σανλί. Η Σεραφίν είναι παθιασμένη με τη ζωγραφική και παρότι τη μοναχική και δύσκολη ζωή της χαρακτηρίζει η ανέχεια, επικεντρώνει όλες τις δυνάμεις της στη συγκέντρωση των υλικών της. Τα πιο πολλά προέρχονται από φυσικά προϊόντα, καθώς προσπαθεί να τα φτιάξει μόνη της, εφόσον τα χρώματα κοστίζουν, αντλώντας τα από ποικίλες πηγές, όπως λουλούδια, αίμα ζώων, ακόμα και δικό της αίμα σε μικρές ποσότητες όταν ξεμένει από κόκκινο χρώμα κτλ. Κάθε μέρα επιστρέφει κατάκοπη από τις δουλειές και τις βόλτες που κάνει για να συγκεντρώσει τα χρώματά της και ξενυχτά, ζωγραφίζοντας τα μικρά ή μεγάλα ταμπλό της, που απεικονίζουν με έντονα χρώματα ευφάνταστες και πολύπλοκες συνθέσεις με φρούτα και φυτά. Ένας Γερμανός κριτικός τέχνης και συλλέκτης, ο Βίλχελμ Ούντε, την ανακαλύπτει και είναι πρόθυμος να προωθήσει το έργο της, αλλά τους προλαβαίνει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, που αναστέλλει κάθε αισιόδοξη εξέλιξη οικονομικά και εσωτερικά. Η Σεραφίν βασανιζόμενη ήδη από νευρώσεις και στηρίζοντας τις ελπίδες της στο Θεό σε συνδυασμό με την πίστη της για την αποστολή της ως ζωγράφου εκλαμβάνει αυτή την αντικειμενική δυσκολία ως απόρριψη. Η πιθανότητα να αναδειχθεί το έργο της, άλλωστε, αποτελεί μία επιπλέον ελπίδα βελτίωσης της άχαρης και δύσκολης ζωής της. Ο Ούντε την υποστηρίζει όσο μπορεί οικονομικά, ενώ ξανασυναντιούνται και μετά τον πόλεμο, αλλά, παρ’ όλη τη διάθεσή του να τη βοηθήσει, εκείνη οδηγείται τελικά στην τρέλα.


Βιβλία
Τον προηγούμενο μήνα εστιάσαμε κυρίως στην εικονογράφηση του παιδικού παραμυθιού και βιβλίου. Αυτό το μήνα θα αναφερθούμε στα κόμικς. Θα κάνουμε μία μικρή παρένθεση, όμως, συμπληρώνοντας ότι η εικονογράφηση παιδικού βιβλίου τα τελευταία χρόνια επαναπροσδιορίζεται, ανανεώνεται και πειραματίζεται διαρκώς διευρύνοντας τους ορίζοντές της σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, όπως Γερμανία, Ολλανδία, Φινλανδία κτλ. Κατά καιρούς οι εκθέσεις με έργα εικονογράφων των χωρών αυτών φιλοξενούνται και στη χώρα μας. Μπορείτε να παραμένετε ενήμεροι παρακολουθώντας τα προγράμματα που αναρτά το ΕΚΕΒΙ (Εθνικό Κέντρο Βιβλίο) και η ιστοσελίδα του Δήμου Αθηναίων.

Ιστοσελίδα του ΕΚΕΒΙ:
http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=138

Ιστοσελίδα του Δήμου Αθηναίων:
http://www.cityofathens.gr/

Τέλος, να κάνουμε μία αναφορά στη Διεθνή Έκθεση που κάθε χρόνο πραγματοποιείται στην Μπολόνια της Ιταλίας προς την άνοιξη και έλκει εικονογράφους από όλο τον κόσμο

Βρείτε περισσότερες πληροφορίες σχετικά εδώ:
http://www.bolognachildrensbookfair.com/

Ένα από τα πρώτα πιο επιτυχημένα ελληνικά κόμικς έφερε τον τίτλο ο «Μικρός Ήρως» και κυκλοφόρησε για περίπου δύο δεκαετίες από 1953-1968.  Η παραγωγή κόμικς στην Ελλάδα συνεχίστηκε, βέβαια, φτάνοντας έως τις μέρες μας, με περισσότερα ή λιγότερα προβλήματα, μην ξεχνάμε πως ό,τι έχει χρώμα, αν έχει, για την τυπογραφία είναι πιο ακριβό.

Δείτε εδώ την ιστοσελίδα του συγκεκριμένου κόμικς με ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την εποχή και τον αντίκτυπό του σε μικρούς και μεγάλους:
http://www.mikros-iros.gr/index1.html

Διαβάστε επίσης ένα ενδιαφέρον κείμενο για την ιστορία των κόμικς τόσο των ελληνικών όσο και των ξένων από ένα blog που ονομάζεται Top Secret Εβδομαδιαίο ραντεβού:
http://ebvomadiaio-rantevou.pblogs.gr/2010/00/564896.html
Picture
Παραθέτουμε έναν κατάλογο ελληνικών εκδόσεων κόμικς. Ο πρώτος που έχει γραφτεί.

Επιμέλεια: Γιώργος Γεωργέλος
Εκδόσεις: Esperos Comics
Έτος: 2011


Αποτελεί κατάλογο από το 1939 έως το 2010.

Βρείτε περισσότερα εδώ:
http://www.biblionet.gr/book/170757

Από τις πιο γνωστές εκδόσεις στο χώρο των κόμικς είναι οι Εκδόσεις Οξύ, που έκλεισαν μόλις τον Οκτώβριο τα 15 χρόνια λειτουργίας τους.

Και ενώ οι αναχρονισμοί δεν είναι ιστορικά ορθοί, καθώς τα γεγονότα οφείλουμε να τα εξετάζουμε στο σωστό τους χρονο-πλαίσιο, θα αναφέρω εδώ μία ιστορία που προσωπικά με βγάζει από τα ρούχα μου. Ίσως να είναι ό,τι πρέπει μες το καλοκαίρι, αλλά ό,τι να ’ναι, και αυτό είναι το χειρότερο, για την πνευματική και καλλιτεχνική ελευθερία σε μία χώρα που θέλει να ονομάζεται λίκνο της φιλοσοφίας, της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Αφορμή αποτελούν και οι ταινίες που προηγήθηκαν στην τρελή piñata αυτού του μήνα, όπου λίγο πολύ είδαμε ζωγράφους διαφόρων εποχών να αντιμετωπίζουν ανάλογες προκλήσεις είτε από την Εκκλησία είτε από τον εκάστοτε βραδύνου και βραδύποδα συντηρητικό ακαδημαϊσμό. Ίσως κάτι να σημαίνει τελικά αυτό και στην τέχνη να υπάρχουν πάντα πρωτοπορίες που θα κατατρέχονται αναγνωριζόμενες εκ των υστέρων όχι μόνο ως υφιστάμενες αλλά και ως ανατρεπτικά σημαντικές. Μπορεί, λοιπόν, η αναφορά της ιστορίας να μην αποτελεί τελικά αναχρονισμό αλλά συμπλήρωμα σε ένα καλώς ή κακώς γραμμικό υφάδι...

Picture
Η ζωή του Ιησιού

Από όσο γνωρίζω η υπόθεση ξεκίνησε από το 2002-2003 όταν εκδόθηκε το βιβλίο με τίτλο Η ζωή του Ιησού (Das Leben des Jesus), ένα σατιρικό κόμικς του συγγραφέα Γκέρχαρντ  Χάντερερ, το οποίο λογοκρίθηκε και καταργήθηκε λίγο μετά την κυκλοφορία του από τα βιβλιοπωλεία μετά από παρέμβαση της Ιεράς Συνόδου, που το καταδίκασε ως βλάσφημο! Και εντάξει, σκέφτεται κανείς, πέρασαν σχεδόν 10 χρόνια από τότε, μπορεί κάτι να άλλαξε! Πολύ πρόσφατα όμως η σύλληψη τριών ηθοποιών αφορμή της παράστασης «Corpus Christi», που βασίζεται στο ομώνυμο έργο του Αμερικανού Τέρενς ΜακΝάλι, προκαλεί σκέψεις για το πόσο αργά ή καθόλου κινούνται τελικά οι νοοτροπίες.

Δείτε εδώ το σχετικό κείμενο του Σιδέρη Ντιούδη στο περιοδικό «Υποβρύχιο» για ό,τι διαδραματίστηκε το 2003:
http://www.ypovrixio.gr/article.php?issues_no=11&contents_id=479

Και διαβάστε εδώ το σχετικό άρθρο του Κωνσταντίνου Τζήκα στην Athens Voice για το περιστατικό της σύλληψης καθώς και περαιτέρω πληροφορίες για την υπόθεση της λογοκρισίας του βιβλίου του Γκέρχαρντ  Χάντερερ:
http://www.athensvoice.gr/article/culture/books/reviews/%CF%84%CE%B1-%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CF%8E%CE%BD-15

Και εν πάση περιπτώσει όλα αυτά τα βιβλία που κατά καιρούς έχουν κυνηγηθεί για ανάλογες αιτίες ή με ανάλογες επιφάσεις έχουν πολύ περισσότερα να προσφέρουν αν διαβαστούν από το να παραμένουν κλειδαμπαρωμένα στο ράφι της απαγόρευσης. Και αναρωτιέμαι τελικά όλοι όσοι φωνάζουν τόσο δυνατά εναντίον τους τα έχουν έστω ξεφυλλίσει ή στόχος της στεντόρειας είναι το δικό μας νευρικό σύστημα και η πρόληψη κάθε απόπειρας δικής τους γόνιμης σκέψης;

Δεν ξέρω αν ποτέ υπήρξε κάποια χρονική στιγμή η οποία να σηματοδότησε το γεγονός ότι τα κόμικς απευθύνονται και σε ενήλικες και όχι μόνο σε παιδιά. Πλέον αυτό θεωρείται δεδομένο, ίσως μάλιστα να απευθύνονται πια κυρίως στους ενήλικες. Θα ήθελα να αναφέρω ενδεικτικά ένα βιβλίο των Εκδόσεων Οξύ, που είναι χαρακτηριστική περίπτωση τέτοιας εικονογράφησης:

Picture
Ο μαύρος γάτος και άλλες ιστορίες τρόμου  

Συγγραφέας: Έντγκαρ Άλαν Πόε
Εικονογράφος: Λουίς Σκαφάτι (Luis Scafati)
Εκδόσεις: Οξύ
Έτος: 2009

Περιγραφή

Τρεις ιστορίες τρόμου, σε μία έκδοση αφορμή των 200 ετών από τη γέννηση του συγγραφέα, πολύ εσωτερικές, που διασκεδάζουν τις προσωπικές νευρώσεις και φοβίες του συγγραφέα χρησιμοποιώντας την ιστορία και το παραμύθι ως πρόφαση, για να γραφτεί πιο ανώδυνα το τρομακτικά φρικιαστικό. Με μία ασπρόμαυρη εικονογράφηση το γεμισμένο και ευέλικτο σκίτσο, πολύ ατμοσφαιρικά δοσμένο, όσο μίνιμαλ χρειάζεται, συνταιριαζόμενο εύστοχα συμπληρώνει τις ιστορίες. Οι αφηγήσεις μοιάζουν με αστικούς μύθους φέροντας ένα λανθάνοντα ιστορικό πυρήνα αλήθειας. Είναι σκληρές ιστορίες, αλλά ο συγγραφέας, μη διστάζοντας να εξομολογηθεί τους προσωπικούς του δαίμονες και εφιάλτες, τις μεταμορφώνει παράδοξα σε ένα είδος κάθαρσης

Picture
Εχθροί εξ αίματος

Συγγραφέας: Αρκάς
Εκδόσεις: Γράμματα
Έτος: 2007

Περιγραφή

Ενδιαφέρον το 1ο θεατρικό έργο του Αρκά. Αποτελεί κοινωνική και πολιτική αλληγορία αφορμή ενός αυτοκινητιστικού ατυχήματος με όλες τις συνέπειες που υπόκειται ο ανθρώπινος οργανισμός από τη στιγμή που ο εγκέφαλος πέφτει σε κόμμα ενώ τα ζωτικά του όργανα αγωνιούν για την επιβίωσή τους. Στη διάρκεια του έργου ξεδιπλώνονται οι μεταξύ τους διαμάχες, οι ιεραρχήσεις και οι σχέσεις εξουσίας βάσει της μεγαλύτερης ή μικρότερης σημασίας που έχει το κάθε όργανο για τον οργανισμό μέχρι να κλίσει ο διακόπτης…

Το συγκεκριμένο έργο το είδα στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, δεν το έχω διαβάσει.

Δείτε ένα βίντεο τρέιλερ από την παράσταση στο Badminton 03-08/05/2010 με Λαέρτη Μαλκότση, Χρήστο Μαλάκη και Θύμιο Κούκιο:

Picture
Θανάσιμα αμαρτήματα

Συγγραφέας: Αρκάς
Εκδόσεις: Γράμματα
Έτος: 2008

Από τα πιο κυνικά και θανάσιμα κείμενα του Αρκά. Παραθέτω ένα διάλογο ενδεικτικά:

Διαβολάκος: «…λοιπόν, τώρα που το σκέφτομαι, οι περισσότερες αμαρτίες που τιμωρούμε στην Κόλαση έχουν να κάνουν με το σεξ».

Ψυχή: «Φυσικά!… Γιατί το σεξ είναι απόλαυση και οτιδήποτε φέρνει απόλαυση είναι αμαρτία σύμφωνα με τη θρησκεία».

Άγγελος: «Δεν είναι έτσι, βέβαια…».

Ψυχή: «Πώς δεν είναι έτσι;… Η θρησκεία διδάσκει νηστεία, εγκράτεια, αγαμία και απαξίωση κάθε υλικής χαράς και ευχαρίστησης!».

Άγγελος: «Και λοιπόν;… Υπάρχουν κι άλλα πράγματα στη ζωή εκτός από το να ζεις»[1].
_______
[1] Αρκάς, Η ζωή μετά, Θανάσιμα Αμαρτήματα, Εκδόσεις Γράμματα, Αθήνα, 2008, σελ. 20.

Picture
Γερνάει καλύτερα όποιος γερνάει τελευταίος 

Συγγραφέας: Αρκάς
Εκδόσεις: Γράμματα
Έτος: 2010

 


Προσωπικά, μου αρέσει αυτή η σειρά, γιατί μέσα από το χιούμορ του Αρκά γίνεται λίγο πιο ανεκτή η θλίψη, την οποία επιφέρουν η στειρότητα της εσωτερικής γήρανσης και η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου. Επί τη προφάσει των ηλικιωμένων χαρακτήρων, στην ουσία, εκφράζεται το πώς είναι να νιώθει κανείς απόκληρος της ζωής και της κοινωνίας λόγω ηλικίας και μη. Η τρίτη ηλικία είναι δύσκολη, αλλά σε κοινωνίες με διογκωμένα οικονομικά και επομένως κοινωνικά προβλήματα όχι ιδιαίτερα σεβαστή, καθώς έχει υπερβεί το όριο της άμεσης παραγωγικότητας. Πλέον, όμως, αναρωτιέται κανείς αν αυτή η πραγματικότητα αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αποκλειστικά της τρίτης ηλικίας.

Όποιος είναι Αρκάς μάνιακ μπορεί να τσεκάρει το επίσημο site του γνωστού κομίστα:
http://www.arkas.gr/index.php/gr/1

Το 2ο Φεστιβάλ κόμικς πραγματοποιείται από 29 Ιουνίου έως 5 Ιουλίου 2012 στο Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων.

Δείτε εδώ σχετικά:
http://www.lifo.gr/now/culture/12341

Για όποιον επιθυμεί να ασχοληθεί ή ήδη ασχολείται με τα κόμικς σε επίπεδο σχεδιαστικό υπάρχει ένα πολύ ζουμερό σχετικό φόρουμ, οργανωμένο σε θεματικές ενότητες, όπου μπορείτε να βρείτε πολλές και ωραίες ενημερώσεις:
http://www.greekcomics.gr/forums/index.php?act=idx

Για όποιον ενδιαφέρεται για σπουδές ή θερινά τμήματα σεμιναρίων παραθέτω εδώ το επίσημο site της σχολής Εφαρμοσμένων Τεχνών Ορνεράκης:
http://www.ornerakis.gr/

Στην online gallery θα βρείτε δουλειές φοιτητών της σχολής από εικονογραφήσεις, κόμικς, γελοιογραφίες κτλ.:
http://www.ornerakis.gr/gallery_full.php

Μουσική

Δείτε εδώ ένα βίντεο με συνθέσεις της ζωγράφου Σεραφίν ντε Σανλί μετά μουσικής:


Άλλο ένα βίντεο με music painting όπου ο καλλιτέχνης ζωγραφίζει ζωντανά πάνω στο ρυθμό μουσικής, η οποία παίζεται επίσης ζωντανά:


Το επόμενο βίντεο δείχνει το ηχητικό αποτέλεσμα σχεδίων μέσα από μία μελέτη με αισθητήρες για τη διάδραση των αισθήσεων της όρασης και της ακοής:


Δείτε εδώ έναν ζωγράφο μουσικής (painter of music) τον Αλεχάντρο Καρμπάιο (Alejandro Arballo) του οποίου η έμπνευση και τα θέματα αφορούν τη μουσική όντας παράλληλα και μουσικός:


Ολοκληρώνω με ένα βίντεο που περιγράφει την επίδραση της κλασικής μουσικής, ιδίως του Μπαχ, του Μπετόβεν, του Μότσαρτ και του Μπραμς, στο Γερμανοελβετό Πάουλ Κλέε (Paul Klee), ο οποίος προερχόταν από οικογένεια μουσικών. Ο ίδιος μάλιστα έπαιζε βιολί. Ήταν ένας από τους πρωτοποριακούς ζωγράφους της μεσοπολεμικής περιόδου, ανήκε στην αβάν γκαρντ του μεσοπολεμικού Βερολίνου, διδάσκοντας για ένα διάστημα και στο Μπαουχάουζ (Bauhaus), την πρωτοποριακή αρχιτεκτονική σχολή, η οποία ιδρύθηκε το 1919 και έκλεισε το 1933. Γνωστοί καλλιτέχνες της εποχής αποτελούσαν μέρος του διδακτικού της προσωπικού, όπως ο Πάουλ Κλέε, ο Βασίλη Καντίνκυ και άλλοι:
2 Comments

Η τρελή piñata | Ζωγραφική Μέρος Α'

1/6/2012

0 Comments

 

Η τρελή piñata | Ζωγραφική Μέρος Α'

Από αυτόν το μήνα η συγκεκριμένη στήλη θα φιλοξενεί μία… Κατσαρόλα! Όχι, βέβαια, για μαγειρική εδώ! Καταρχήν, τι είναι η piñata; Είναι μία κατσαρόλα ή ένα τσουκάλι από μέταλλο ή από πηλό. Πρόκειται, όμως, και για ένα παιχνίδι με ρίζες από την Κίνα και όνομα ιταλικό, που συνηθίζεται πολύ στο Μεξικό. Εκεί κλείνουν το στόμιο μίας τέτοιας πήλινης κατασκευής ή σε πιο σύγχρονη εκδοχή φτιάχνουν σε όποιο σχήμα μία από πεπιεσμένο χαρτί, αφού πρώτα τη γεμίσουν με γλυκά, καραμέλες, παιχνίδια, νομίσματα κ.ά., και την κρεμούν. Η piñata είναι γνωστή για το στόλισμά της με χρώματα και κορδέλες, αλλά κυρίως για το κουδούνισμά της λόγω του ποικίλου περιεχομένου της. Μετά δένουν τα μάτια κάποιου παίχτη, ο οποίος με ένα ραβδί προσπαθεί να τη σπάσει. Δεν είναι ιδιαίτερα εύκολο, εφόσον αιωρείται διαρκώς. Όταν, όμως, τα καταφέρνει, οι θησαυροί της διασκορπίζονται παντού για τον καθένα να τους απολαύσει. Οι δικοί μας θησαυροί, όπως μπορεί κανείς να φανταστεί, θα προέρχονται από λίγο διαφορετικά «μαγειρέματα» και δε θα αφορούν μόνο βιβλία, αλλά επίσης ταινίες και μουσική! Κάθε μήνα, λοιπόν, θα αδημονούμε να σπάσουμε την piñata, για να ξεχυθούν οι νέες προτάσεις-ταξίδια προς άλλο κάθε φορά προορισμό. Στο πλήρες ταξιδιωτικό πακέτο, και μάλιστα εν όψει καλοκαιριού, η διάθεση εξερεύνησης και ανακάλυψης θα είναι εξαρχής διεγερμένη. Εδώ θα βρείτε προτάσεις εκφρασμένες με γνώμονα την προσωπική εμπειρία. Καλή ανάγνωση, ταινιο-παρακολούθηση και ακρόαση, λοιπόν!

Σκέφτηκα να κάνουμε μία αρχή όλο χρώματα. Οπότε το θέμα θα είναι η ζωγραφική και θα χωριστεί σε δύο μέρη για τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο! Οι επιλεγμένες ταινίες, τα βιβλία και η μουσική θα αφορούν τη ζωή γνωστών ζωγράφων, τη δουλειά τους και την εικαστική αισθητική γενικότερα.


Ταινίες                             Βιβλία                             Μουσική

Moulin Rouge (1952)
(Μουλέν Ρουζ)
Picture
Σκηνοθέτης: Τζον Χιούστον
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Χοσέ Φερέ, Κολέτ Μαρσάντ, Ζαζά Γκαμπόρ κ.ά.

Περιγραφή
Πριν το «Moulin Rouge» με τη Νικόλ Κίντμαν (2001) γυρίστηκε μία άλλη ταινία επικεντρωμένη στη ζωή του γνωστού πρωτοπόρου ζωγράφου αφισών Τουλούζ Λοτρέκ. Ο τελευταίος απεικόνισε επιπλέον τη νυχτερινή ζωή των καμπαρέ του Παρισιού την εποχή της belle epoque (τέλη 19ου με αρχές Α’ Παγκοσμίου Πολέμου). Μία ανατομική δυσμορφία που προκάλεσε ένα ατύχημα το οποίο υπέστη σε συνδυασμό με την πρώτου βαθμού συγγένεια των γονιών του διέκοψαν την ανάπτυξη του σώματός του από τη μέση και κάτω. Συνέπεια η κοινωνική απομόνωση σε ένα μεγάλο βαθμό, που βρήκε διέξοδο στη ζωγραφική και στο ποτό. Στην ταινία περιγράφεται μεταξύ άλλων και η ερωτική του σχέση με μία γυναίκα τη Μαρί την οποία συναντά τυχαία στο δρόμο.


Θεόφιλος (1987)
Picture
Σκηνοθέτης: Λάκης Παπαστάθης
Ηθοποιοί: Σταλλάκης Δημήτρης Καταλειφός, Ειρήνη Χατζηκωνσταντή, Θόδωρος Έξαρχος, Υβόν Μαλτέζου,  Σταμάτης Φασουλής, Δημήτρης Καμπερίδης, κ.ά.

Περιγραφή
Η επόμενη ταινία αφορά τη ζωή του ζωγράφου Θεόφιλου, ο οποίος ήταν αυτοδίδαχτος και τον χαρακτήριζε η ναΐφ τεχνική (τεχνική αθωότητας). Παρότι στην εποχή του χλευάστηκε, κυρίως ίσως για τις ιδιορρυθμίες του, σήμερα έχει πλέον αποκατασταθεί η φήμη του και εκτιμάται το έργο του τόσο για την ποιότητα των χρωμάτων του, που απαθανατίζουν το φυσικό φως έξω από τον περιορισμένο και ελεγχόμενο χώρο ενός ατελιέ, όσο και για την ειλικρίνεια και αμεσότητα με την οποία απέδιδε τα θέματα του.


My Left Foot: The Story of Christy Brown (1989)
(Το Αριστερό μου Πόδι)
Picture
Σκηνοθέτης: Τζιμ Σέρινταν
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Ντάνιελ Ντέι Λούις, Μπρέντα Φρίκερ, Ρέι Μακ Άναλι, κ.ά.

Περιγραφή
Η ταινία «Το Αριστερό μου πόδι» αποτυπώνει τη ζωή του Ιρλανδού ζωγράφου και συγγραφέα Κρίστι Μπράουν. Γεννήθηκε με εγκεφαλική παράλυση και εξασκώντας το αριστερό του πόδι, το μόνο σημείο του σώματός του που μπορούσε να ελέγξει πλήρως, εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους Ιρλανδούς ζωγράφους και συγγραφείς της εποχής του. Σήμερα πλέον θεωρείται ότι η ταινία απέκρυψε κάποιες πτυχές ιδίως των οικείων προσώπων του, συγκεκριμένα της συζύγου του. Ανέδειξε αναμφισβήτητα, ωστόσο, το μέγεθος της ψυχικής δύναμης αυτού του ανθρώπου, ο οποίος με την πίστη και την υποστήριξη της μητέρας του όχι μόνο επιβίωσε, αλλά διέπρεψε ως καλλιτέχνης και κατάφερε να αποκτήσει μία ικανοποιητική κοινωνική και προσωπική ζωή.

Ο Ντάνιελ Ντέι Λούις κέρδισε το Όσκαρ Α’ αντρικού ρόλου το 1990 για την ερμηνεία του στην ταινία. Επίσης Όσκαρ Β’ Γυναικείου ρόλου κέρδισε και η Μπρέντα Φρίκερ για το ρόλο της μητέρας.



Jackson Pollock (2000)
(Πόλοκ ‒ Ο Ασυμβίβαστος)
Picture
Σκηνοθέτης: Εντ Χάρις
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Εντ Χάρις, Τζένιφερ Κόνελι, Τζον Χαρντ, Βαλ Κίλμερ, Ρόμπερτ Νοτ, κ.ά.

Περιγραφή
Σε άλλο κλίμα μπαίνουμε με το Jackson Pollock, ο οποίος έζησε σε μία εποχή πειραματισμού στην Αμερική, μία εποχή που στοιχειώθηκε από τις πολλαπλές μεταβάσεις των δύο παγκοσμίων πολέμων, την οικονομική κρίση του μεσοπολέμου και μία πρώτη φάση κρίσης αξιών πολύ πριν τον πόλεμο του Βιετνάμ και αναπόφευκτα αποτυπώθηκε στην τέχνη. Ο Πόλοκ ήταν πρωτοπόρος καλλιτέχνης της εποχής του και διακρίθηκε στη τεχνική ντρίπινγκ (σταξίματος). Η «ψυχεδέλεια» των αφηρημένων εικόνων του με τους συνδυασμούς χρωμάτων και σχημάτων στον καμβά προοιωνίζουν ταξίδια που 15-20 χρόνια αργότερα τα παιδιά των λουλουδιών θα καταλάβαιναν πολύ καλύτερα από τους σύγχρονούς του.


Frida Kahlo (2002)
(Φρίντα)
Picture
Σκηνοθέτης: Τζούλι Τέιμουρ
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Σάλμα Χάγιεκ, Άλφρεντ Μολίνα, Αντόνιο Μπαντέρας, Τζέφρεϊ Ρας  κ.ά.

Περιγραφή
Η ταινία Φρίντα είναι η εξιστόρηση της ζωής της Μεξικανής ζωγράφου Φρίντα Κάλο. Είναι μία ταινία όλο χρώμα, σαν να πρόκειται για παράθεση των έργων της, που αφορά τη ζωή της και τους παράλληλους βίους με το σύζυγό της και επίσης καλλιτέχνη Ντιέγκο Ριβιέρα. Καλύπτει, όμως, ένα ευρύτερο φάσμα της ζωή της Κάλο από την παράνομη και αμφιλεγόμενη σχέση της με τον Λέον Τρότσκι έως τους προκλητικούς τότε ερωτικούς δεσμούς με άλλες γυναίκες. Στην ταινία θα συναντήσουμε και άλλα γνωστά ονόματα της εποχής, καθώς τα ιστορικά γεγονότα, καίτοι σε δεύτερο πλάνο, είναι αρκετά ευκρινή. Το 1925 ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα καθήλωσε τη Φρίντα Κάλο στο κρεβάτι. Η αποκατάσταση της υγείας της αποδείχθηκε δύσκολη, αλλά η επιμονή της την έβγαλε με πολλή προσπάθεια και πόνο νικήτρια, με τίμημα τη μοναξιά, αλλά θεμελίωσε και τη σχέση της με την καλλιτεχνική δημιουργία, όπου διοχέτευε τα συναισθήματά της σε όλη τη διάρκεια της ζωής της. Ίσως η ζωγραφική να υπήρξε ο πιο πιστός της σύντροφος τελικά...


Girl with a pearl earring (2003)
(Το Κορίτσι με το Μαργαριταρένιο Σκουλαρίκι)
Picture
Σκηνοθέτης: Πίτερ Γουέμπερ
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Κόλιν Φερθ, Σκάρλετ Γιόχανσον, Τομ Γουίλκινσον κ.ά.

Περιγραφή
Το ζωγραφικό στιλ των Ολλανδών ζωγράφων σηματοδοτεί μία περίοδο θρησκευτικής πάλης και αντίστασης έναντι της εξουσίας του Βατικανού με την περίοδο της Μεταρρύθμισης. Ήδη από το 16ο αιώνα απέφευγαν την απεικόνιση του θείου και την ενασχόληση με θρησκευτικά θέματα. Προσανατολίστηκαν, λοιπόν, οι ζωγράφοι σε άλλα θέματα πιο κοσμικά, όπως στη νεκρή φύση, τα τοπία, τις σκηνές καθημερινότητας και τις προσωπογραφίες. Έτσι θερμαίνεται και η καρδιά του ζωγράφου του 17ου αιώνα Γιοχάνες Βερμέερ από τη μικρή υπηρέτρια που «εισβάλει» στη σκέψη και στο έργο του. Η ταινία «Girl with a pearl earring» σκιαγραφεί το κλίμα της εποχής και τους περιορισμούς αφορμή αυτής της φανταστικής συνάντησης.


Modigliani (2004)
(Μοντιλιάνι ‒ Ο Καταραμένος Ζωγράφος)
Picture
Σκηνοθέτης: Μικ Ντέιβις
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Άντι Γκαρσία, Έλσα Ζιλμπερστάιν, κ.ά.

Περιγραφή
Η ταινία διαδραματίζεται στο Παρίσι αμέσως μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Βλέπουμε το εν βρασμώ μεσοπολεμικό κλίμα μέσα από τους καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής. Επίκεντρο ο Ιταλός ζωγράφος Μοντιλιάνι με το πάθος του για το ποτό, τις γυναίκες και τη γυναίκα της ζωής του. Και άλλοι γνωστοί άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων, όπως ο Πικάσο, η Φρίντα Κάλο, ο Ουτρίγιο και ο Κοκτό, ενώνουν τα πάθη και τις ιδιορρυθμίες τους στα καρέ της ταινίας, που όσο χρωματιστή και διασκεδαστική φαίνεται αρχικά η έννοια του δράματος διαρκώς λανθάνει και κλιμακώνεται πίσω από την ελαφρότητα, τις εντάσεις, τους ανταγωνισμούς, τις ψευδαισθήσεις και τα σπασμένα όνειρα. Ο Μοντιλιάνι ανταγωνιζόταν έναν άλλο μεγάλο ζωγράφο της εποχής, τον Πικάσο, και πολύ αργά διαπιστώνεται η ματαιότητα αυτού του ανταγωνισμού, εφόσον το χαοτικό υπαρξιακό αδιέξοδο φαινόταν εξαρχής στα πρόσωπα με άδειο βλέμμα του Μοντιλιάνι. Έψαχνε την αλήθεια κυνηγώντας χίμαιρες. Το δράμα κορυφώνεται στο τέλος με τραγικές συνέπειες…


Miss Potter (2006)
Picture
Σκηνοθέτης: Κρις Νούναν
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Ρενέ Ζελβέγκερ, Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, Έμιλι Γουότσον, κ.ά.

Περιγραφή
Η ιστορία της συγγραφέως και εικονογράφου Βεατρίκης Πότερ (Beatrix Potter) σε μία εποχή όπου οι γυναίκες της μεσαίας τάξης ήταν αποδεχτό και πρέπον να κάνουν συμβατικές επιλογές μην ορίζοντας τον εαυτό τους. Η Βεατρίκη Πότερ ακολούθησε τη δική της πορεία μέσα από πληγές, ανατροπές και δυσκολίες, χαράσσοντας τον προσωπικό της δρόμο και δημιουργώντας φανταστικούς χαρακτήρες με ζώα που μιλούν και παραμένουν ζωντανοί έως σήμερα.


Perfume: The Story of a Murderer (2006)
(Το Άρωμα: Η Ιστορία ενός Δολοφόνου)
Picture
Σκηνοθέτης: Τομ Τίκβερ
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Μπεν Γουίσο, Ντάστιν Χόφμαν, κ.ά.

Περιγραφή
Η ταινία είναι βασισμένη στο επίσης πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του Πάτρικ Ζίσκιντ. Περιγράφει την ιστορία ενός ανθρώπου ο οποίος δε διαθέτει φυσικό ανθρώπινο άρωμα και, μεγαλώνοντας ουσιαστικά μόνος του, αναπτύσσει την αίσθηση της όσφρησης για λόγους επιβίωσης από τη στιγμή της γέννησής του. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του προσπαθεί να αποκτήσει μία ταυτότητα, ώστε να μην περνά πλέον απαρατήρητος. Είναι μία ιστορία βασισμένη στις αισθήσεις, αλλά, ξεκινώντας από το υλιστικό μέρος της ύπαρξης, αναζητά τελικά την αγάπη για την καταπολέμηση της υπαρξιακής μοναξιάς, αναγκαστικά μέσα από τη βία, εφόσον έχει καταργηθεί η έννοια της επικοινωνίας. Ίσως η ταινία να θίγει εμμέσως και την τάση του ανθρώπου να απορρίπτει από ανασφάλεια ό,τι δεν καταλαβαίνει. Οπότε κάτι που ξεκινά με αγνή πρόθεση ανύποπτα στην πορεία διατρέφεται. Το τέλος είναι συγκλονιστικό, καθώς νοηματοδοτείται ποιητικά ο αφανισμός με τη μετουσίωση μέσα από το όλον.
Η ταινία έχει θέση, κατά την άποψή μου, στη θεματολογία του μήνα, γιατί εικαστικά η φωτογραφία της με το παιχνίδι του φωτός, της σκιάς και της προβολής των όγκων μέσα από αυτά παραπέμπουν σε πίνακες του Michelangelo Merisi da Caravaggio (1571-1610). Ο συγκεκριμένος ζωγράφος καταργώντας το μανιερισμό του ακαδημαϊσμού της εποχής του τρόμαξε τους συγχρόνους του με την ωμή αλήθεια και την ανεπιτήδευτη ομορφιά των έργων του. Ήταν επίσης γνωστός για την περιπετειώδη ζωή του και για τους πιθανολογούμενους φόνους που διέπραξε λόγω του οξύθυμου χαρακτήρα του.
Picture
«Ο Δαβίδ με το κεφάλι του Γολιάθ» (1609-1610).

Τα βιβλία με τις εικονογραφήσεις εδώ θα αποτελέσουν την αφορμή για να ανακαλύψετε τη δουλειά εικονογράφων. Ενδεικτικά, λοιπόν, τα αναφέρω, κυρίως θέλοντας να παραπέμψω στα site των καλλιτεχνών.



Το Χρονικό της Τέχνης
Picture
Συγγραφέας: Ernst Hans Combrich
Εκδόσεις: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
Έτος: 1998

Περιγραφή
Για όποιον ενδιαφέρεται για τις εικαστικές τέχνες και θέλει ένα εγχειρίδιο που να συμπεριλαμβάνει περιγραφές έργων καλλιτεχνών, εύστοχες αναλύσεις και ιστορικό πλαίσιο εποχής από την αρχαιότητα έως τον 20ό αιώνα, αυτό είναι το κατάλληλο βιβλίο θεωρίας. Είναι περιεκτικό, καθόλου κουραστικό και όσο χρειάζεται περιγραφικό, για να πάρει κανείς μία κατατοπιστική πρώτη ιδέα.


Peter Rabbit’s Little Treasury
Picture
Συγγραφέας: Βεατρίκη Πότερ (Beatrix Potter)
Εικονογράφος: Βεατρίκη Πότερ
Εκδόσεις: Φρέντερικ Γουόρν
Έτος: 2000

Περιγραφή
Το βιβλίο είναι μία συλλεκτική έκδοση με τέσσερις γνωστές εικονογραφημένες ιστορίες της Βεατρίκη Πότερ και με μία ενδιαφέρουσα εισαγωγή που δίνει το ιστορικό πλαίσιο δημιουργίας του κάθε παραμυθιού.
Βρείτε περισσότερες εικόνες για τα παραμύθια και πληροφορίες για τη Βεατρίκη Πότερ στο site της αφορμή των 100 ετών από την πρώτη έκδοση του πρώτου της βιβλίου The tale of Peter Rabbit: http://www.peterrabbit.com/


Ο ερωτευμένος
Picture
Συγγραφέας: Ρεμπέκα Ντοτρεμέρ
Εικονογράφος: Ρεμπέκα Ντοτρεμέρ
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Έτος: 2008

Περιγραφή
Μία πολύ τρυφερή ιστορία με το μικρό Ερνέστο, που είναι ερωτευμένος με τη Σαλώμη. Με χιούμορ και ερωτήματα πολύ λογικά στους κανόνες της παιδικής φαντασίας αναλύεται από διάφορες οπτικές η έννοια του έρωτα μέσα από το βλέμμα της αθωότητας.
Βρείτε περισσότερες εικόνες στο site της εικονογράφου:
http://www.rebeccadautremer.com/


Η Ταρώ και ο Ζαχαροζυμωμένος
Picture
Συγγραφέας: Αθηνά Μπίνιου
Εικονογράφος: Έφη Λαδά
Εκδόσεις: Πατάκη
Έτος: 2006

Περιγραφή
Η Έφη Λαδά είναι εικονογράφος παιδικών βιβλίων και παραμυθιών γνωστών συγγραφέων ή παραμυθιών βασισμένων σε ιστορίες τους, όπως του Γεώργιου Βιζυηνού, του Ανδρέα Καρκαβίστα, του Εμμανουήλ Ροΐδη κ.ά.
Βρείτε περισσότερες εικόνες στο site της εικονογράφου: http://effielada.com/

Τύμπανο, τρομπέτα και κόκκινα κουφέτα
Picture
Συγγραφέας: Γιάννης Ξανθούλης
Εικονογράφος: Γιάννης Ξανθούλης
Εκδόσεις: Καστανιώτη
Έτος: 1994

Περιγραφή
Το Τύμπανο και η τρομπέτα της ορχήστρας με βοήθεια κόκκινα κουφέτα που φτιάχνουν τη διάθεση ψάχνουν να βρουν στίχο στίχο το τραγούδι της χαράς, που θα επαναφέρει το χαμόγελο και το σκίρτημα της καρδιάς στους ανθρώπους σε μία εποχή βιομηχανοποίησης, μπόλικου καυσαερίου και άφθονου τσιμέντου. Είναι ένα παιδικό θεατρικό έργο με αισθητική και εικαστικά τα οποία θα ευχαριστήσουν τους νοσταλγούς της δεκαετίας του ’80. Είχα δει το έργο ως παιδί και χάρηκα πολύ όταν το ανακάλυψα και στο βιβλιοπωλείο! Ο συγγραφέας, βέβαια, έχει γράψει και εικονογραφήσει και άλλα παιδικά θεατρικά. Αναφέρω ενδεικτικά το συγκεκριμένο για λόγους προσωπικής προτίμησης.

Moulin Rouge (2001)
Soundtrack
Picture

Περιγραφή
To άλμπουμ, που το χαρακτηρίζουν οι ρομαντικοί ρυθμοί, διαθέτει επίσης δυναμισμό και ποικιλία με ήχους ταγνκό (El  Tango de Roxanne) και ποπ ροκ. Συμμετέχουν διάφορα μεγάλα ονόματα, όπως ο Ντέιβιντ Μπαόυι και η Κριστίνα Ανγκιλέρα, αλλά την έκπληξη κάνουν οι πρωταγωνιστές Νικόλ Κίντμαν και Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, που ερμηνεύουν πολύ αξιοπρεπώς αρκετά τραγούδια του δίσκου.



Frida (2002)
Soundtrack
Picture

Περιγραφή
Το άλμπουμ με ήχο λάτιν υπήρξε ένα από τα πιο επιτυχημένα ταινιών, ενώ τα τραγούδια του πλέον ακούγονται και ανεξαρτήτως της ταινίας. Τα πρωτότυπα κομμάτια του δίσκου τα συνέθεσε ο Έλιοτ Γκόλντενθαλ (Elliot Goldenthal), αλλά υπάρχουν και παραδοσιακοί ρυθμοί και τραγούδια ιδωμένα υπό νέο πρίσμα, όπως το «La Bruja» (Η μάγισσα), που αφορά το φόβο του θανάτου, τη διασκέδαση και εξιλέωσή του.   
Το άλμπουμ κέρδισε Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα το 2003.



Jonas Gerard  

Είναι ένας σύγχρονος ζωγράφος, γεννημένος στο Μαρόκο το 1941, που ζωγραφίζει ακούγοντας μουσική και οι πίνακές του, στην ουσία, διαμορφώνονται βάσει των ρυθμών της μουσικής που ακούει και των χορευτικών κινήσεών του μπροστά από τον καμβά.
Picture
Δείτε τον ιστότοπό του:
http://www.jonasgerard.com/

Δείτε στα επόμενα βίντεο έναν ταλαντούχο καλλιτέχνη, o οποίος ζωγραφίζει εικόνες, γράφει στίχους και σημειώνει τις νότες πάνω στο πεντάγραμμο καθώς ακούει μουσική. Δεν αποκλείεται στο μέλλον ο όρος Music Painting να καθιερωθεί ευρύτερα ως ζωγραφικό στιλ:
http://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=MAY1UoQYMHk#!
και
http://www.youtube.com/watch?v=IlkP9lVqF6E&feature=related

0 Comments
    Picture
    γράφει και προτείνει
    η Ιουλία Λυμπεροπούλου
     

    RSS Feed

Powered by Create your own unique website with customizable templates.