<![CDATA[CityMag - Η τρελή piñata 2014]]>Wed, 25 Nov 2015 09:53:09 -0800Weebly<![CDATA[Η τρελή piñata | Δεκέμβριος-Ιανουάριος '14/'15 | 11]]>Sun, 07 Dec 2014 16:07:48 GMThttp://city-mag.weebly.com/eta-taurhoepsilonlambda942-pintildeata-2014/-pinata-1415-11

Η τρελή piñata | Δεκέμβριος-Ιανουάριος '14/'15 | 11
Όλον το χρόνο γιορτή με ταινίες, βιβλία, μουσική!


Picture
Ο συμβολισμός της Γέννησης σε συνδυασμό με την αρχή του νέου χρόνου πυροδοτούν τη σκέψη και τη δράση για νέα ελπιδοφόρα ξεκινήματα, με ανοιχτό μυαλό και καρδιά για όσα μέλλεται να ’ρθουν. Στο χέρι μας είναι, άλλωστε, να στεκόμαστε έτσι απέναντι στις εμπειρίες και στα γεγονότα της ζωής, ώστε και το βίωμα και η ερμηνεία τους να αξιοποιούνται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Θετική σκέψη, λοιπόν, για να δρέπουμε καρπούς από τις προσπάθειες και να σκεφτόμαστε λύσεις όταν τυχαίνουν κακές σοδειές, προκειμένου να υπάρξουν καρποί στο μέλλον. Γιατί γυρνάει ο τροχός και σκοπός είναι να είμαστε σε ετοιμότητα − να το αντιληφθούμε εγκαίρως. Τη θετικότητα, βέβαια, ευνοεί το γιορτινό κλίμα, το οποίο αποτελεί κυρίως μία κατάσταση μυαλού, που μπορεί, αν το επιθυμούμε, να διαρκέσει όλον το χρόνο. Σε κάθε μας βήμα, η κάθε στιγμή, κρύβει στο κουκούλι της τα μυστήρια του κόσμου, και περιμένει υπομονετικά, για να τα αποκαλύψει στα μάτια όσων διατίθενται να αφεθούν στην ομορφιά τους...
      Στο 11ο τεύχος Δεκεμβρίου-Ιανουαρίου 2014-2015, σύμφωνα με αυτά, η «Τρελή piñata» συγκέντρωσε υλικό με κεντρικό άξονα τη γιορτινή ατμόσφαιρα. Οι ταινίες που «μυρίζουν» Χριστούγεννα είναι πραγματικά αρκετές. Γι’ αυτό εδώ έγινε μία επιλογή ιστοριών, χριστουγεννιάτικων ή μη, μέσα από μία γκάμα παλαιότερων και νεότερων ταινιών της προτίμησης της «Τρελής piñata», για μικρά και μεγάλα παιδιά, που αρπάζουν κάθε ευκαιρία για νοερές περιηγήσεις. Στα βιβλία, επισης, οι αφηγήσεις εκπέμπουν «θερμότητα» με περίσσια φαντασία και με παραμυθένια, ποιητικά και ταξιδιάρικα στο χρόνο, στο χώρο και σε σουρεαλιστικούς κόσμους συστατικά, που φτιάχνουν όμορφα και ευρηματικά τη διάθεση, φέρνοντάς μας σε επαφή πιο αποτελεσματικά και ουσιαστικά με μία εσωτερική πραγματικότητα. Πώς να μη γίνει έτσι η ψύχρα ζέστα μετά, παρέα με έναν τόσο καλό φίλο όσο μπορεί να γίνει ένα βιβλίο! Η θέαση και η ανάγνωση, όπως κάθε φορά, γίνονται συνοδεία ανάλογης μουσικής... Άλλωστε γι’ αυτό η «Piñata» μας είναι τρελή, γιατί τα συνδυάζει όλα, διασφαλίζοντας για όλον το χρόνο μια γιορτή με ταινίες, βιβλία και μουσική!
     Η «Τρελή piñata» ευελπιστεί να συνοδέψουν, επομένως, οι προτάσεις ταινιών, βιβλίων και μουσικής χουχουλιάρικα τις χειμωνιάτικες μέρες σχόλης και τις βραδιές σας λειτουργώντας ως ευχάριστο διάλειμμα, με διάρκεια στο χρόνο και στη μνήμη. Ελάτε να τη σπάσουμε, λοιπόν, για να ανακαλύψουμε τα δώρα της! Και, βέβαια, μην ξεχνάτε να ονειρεύεστε και να απολαμβάνετε τη στιγμή, γιατί η ζωή σάς περιμένει με υπομονή να την κατακτάτε κάθε μέρα από την αρχή... Πάντα με μία δόση χρωματιστής τρέλας, για να ξεγελάμε τον καιρό στα δύσκολα...



Ταινίες

Picture
Holiday Inn (1942)

Σκηνοθέτης: Μαρκ Σεντρίτζ ή Σέντρικ (Mark Sandrich)
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Φρεντ Αστέρ, Μπινγκ Κρόσμπι, Μάρτζορι Ρέινολντς, Βιρτζίνια Ντέιλ κ.ά.

Περιγραφή

Ο Τζιμ Χάρντι (Μπινγκ Κρόσμπι) είναι συνθέτης και τραγουδιστής και ο Τεντ Χανόβερ (Φρεντ Αστέρ) χορευτής, και αρχικά συνεργάζονται επί σκηνής – παρεμπιπτόντως, εδώ συναντιούνται οι δύο καλλιτέχνες για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη. Ο Τζιμ, όμως, επιθυμεί μία πιο ήρεμη ζωή, γιατί, όπως λέει, δε θυμάται από πότε έχει να κάνει Αργία, εργαζόμενος τόσα χρόνια στο χώρο του θεάματος. Αντίθετα, ο Τεντ κυνηγάει πιο μεγάλους στόχους, και έτσι οι δρόμοι τους χωρίζουν. Ο Τζιμ, λοιπόν, μετά το σόου της Παραμονής των Χριστουγέννων δηλώνει ότι θα αποσυρθεί σε μία φάρμα, θεωρώντας πως εκεί θα έχει λιγότερη δουλειά. Η πραγματικότητα, όμως, τον διαψεύδει, καθώς η δουλειά της φάρμας είναι πολλή σκληρή για το μη συνηθισμένο στην αγροτική ζωή μουσικό. Ένα χρόνο αργότερα αποφασίζει να μετατρέψει τη φάρμα του σε ένα χώρο χαλάρωσης, ο οποίος θα είναι ανοιχτός για το κοινό μόνο στις γιορτές και τις Αργίες, προσφέροντας θέαμα, σπιτικό φαγητό κ.λπ. Τον ονομάζει «Holiday Inn». Η διαφορετική στροφή στις διαδρομές των δύο φίλων και πρώην πλέον συναδέλφων προκαλεί στη συνέχεια μία σειρά κωμικών καταστάσεων, καθώς μοιράζονται ανάμεσα στα όνειρα, τις φιλοδοξίες τους και τον έρωτα, μέσα από πολλά μουσικοχορευτικά νούμερα.
     Η ανάγκη για αναπτέρωση του ηθικού την πολεμική ιδίως περίοδο ήταν πολύ έντονη, κάτι εμφανές εδώ, καθώς το έργο κυκλοφόρησε στη διάρκεια του Β’ Πολέμου, ενώ αργότερα στην ταινία «White Christmas» (1954), η οποία ξεκινάει με το Β’ Πόλεμο και συνεχίζει στο μετά του πολέμου, έχει καταλαγιάσει αυτή η ορμή, και το μόλις δέκα ετών, τότε, απόσταγμα μεταπολεμικής εμπειρίας προκύπτει διαφορετικά, πιο εμφανώς, εφόσον έχει ήδη μεσολαβήσει ο πόλεμος στην Κορέα. Εδώ οι αναφορές είναι έμμεσες, χωρίς πρόθεση να υπενθυμίσουν μία ήδη υπαρκτή κατάσταση. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί μία σκηνή, στην οποία ο Τζιμ επισκέπτεται τον Τεντ στο καμαρίνι του και του προσφέρει γλυκό του κουταλιού ροδάκινο, φτιαγμένο από τον ίδιο στη φάρμα, κλεισμένο σε αεροστεγή βάζα. Κάτι όμως πήγε στραβά και αυτά άρχισαν να σκάνε, γεμίζοντας το χώρο. Εκεί ακούγεται η ατάκα «Down Patrol» όταν επακολουθεί ο «βομβαρδισμός» τους από τα κολλημένα φρούτα στο ταβάνι. Και ένα χορευτικό του Φρεντ Αστέρ με δυναμιτάκια, τα οποία του δίνουν το ρυθμό, αφήνει την εντύπωση αντιμετώπισης του πολέμου με μία νότα αισιοδοξίας, για την αναπτέρωση του ηθικού με τρόπο ανάλαφρο. Πιο άμεση αναφορά, ωστόσο, γίνεται όταν αφορμή της Ημέρας της Ανεξαρτησίας, που γιορτάζεται στο «Holiday Inn», παρουσιάζονται εικόνες, «Επίκαιρα» εποχής, από εργοστάσια, πολεμικά πλοία κ.λπ., στέλνοντας ένα μήνυμα ελπίδας, με τον Μπινγκ Κρόσμπι να τραγουδάει το «Im Singing a Song of Freedom», που τελειώνει με τη φράση: «That all God’s people shall be free».
     Η ταινία συγκεντρώνοντας τελικά όλα αυτά τα στοιχεία είναι μία γιορτινή ιστορία για πολλές περιπτώσεις, καθώς πέραν των Χριστουγέννων αναφέρεται σε διάφορες Αργίες, για τους Αμερικάνους τουλάχιστον, στην Ημέρα των Ευχαριστιών, στην Ημέρα της Ανεξαρτησίας κ.λπ., με τραγούδια όπως το «White Christmas», «Easter Parade» κ.ά.

Διάλογο που κρατάω:

«Είσαι ένας βολικός τύπος».
«Όχι ιδιαίτερα, έχω απλώς τις δικές μου ιδέες για τη ζωή».
«Ο πατέρας μου ήταν σαν εσένα. Ένας απλός οικογενειάρχης, χωρίς μεγάλες φιλοδοξίες. Αλλά όσο ζούσε είχαμε πάντα φαγητό και ρούχα».
«Ήσουν ευτυχισμένη;».
«Πολύ».
«Τότε ο πατέρας σου ήταν ένας επιτυχημένος άνθρωπος».

Σκηνή που κρατάω:

Το «μεθυσμένο» χορό του Φρεντ Αστέρ.

Το 1943 η ταινία κέρδισε βραβείο Όσκαρ στην κατηγορία Καλύτερου Τραγουδιού για το τραγούδι «White Christmas», και δύο επιπλέον υποψηφιότητες για Καλύτερη Μουσική Επένδυση και Καλύτερη Ιστορία (story).




Picture
It’s A Wonderful Life (1946)
(Μια υπέροχη ζωή)

Σκηνοθέτης: Φρανκ Κάπρα
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Τζέιμς Στιούαρτ, Ντόνα Ριντ, Λάινονελ Μπάριμορ κ.ά.

Περιγραφή


Άλλη μία κλασική ταινία που, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να την παρακολουθήσει κάποιος με ενδιαφέρον σε κάθε εποχή, ενώ εμπνέει τη θέρμη της χριστουγεννιάτικης ατμόσφαιρας, όπως την αισθανόμαστε και αφού οι γιορτές έχουν περάσει, γιατί θα θέλαμε να την παρατείνουμε. Ένας Άγγελος −ωρολογοποιός εν ζωή− κατεβαίνει στο Bedford Falls, για να βοηθήσει τον Τζορτζ Μπέιλι, έναν άνθρωπο αποκαρδιωμένο από την πραγματικότητα και τις εξελίξεις της ζωής του. Ο Άγγελος θα κερδίσει φτερά, τα οποία θα του προσφέρουν επιπλέον ιδιότητες, για να μπορεί να τα βλέπει όλα μόνος του χωρίς καθοδήγηση «εκ των άνω», και ο ήρωας θα κερδίσει πίσω τη ζωή του. Δεν απέκτησε ακόμα τα φτερά του, γιατί έχει μυαλό κουνελιού, αλλά καρδιά παιδιού. Γι’ αυτό και θεωρείται κατάλληλος να αναλάβει την υπόθεση. Ο λόγος εκκίνησης αυτής της επιχείρησης διάσωσης είναι οι πολλές ευχές όσων αγαπούν τον ήρωα, που καταφέρνουν να περάσουν τη γήινη σφαίρα και να φτάσουν στον αποδέκτη τους.
     Αλλά αυτή είναι μόνο η αρχή... Στη συνέχεια, προκειμένου ο Άγγελος να καταλάβει ποιον κατεβαίνει να βοηθήσει, πληροφορείται σχετικά με τη ζωή του, μαζί με τους θεατές, καθώς η ιστορία ξεκινάει από τα παιδικά χρόνια του Τζορτζ Μπέιλι, με γεγονότα που σηματοδότησαν την πορεία του, περνώντας γρήγορα στο πιο πρόσφατο παρελθόν του και στο παρόν του. Η αρχή θυμίζει κάτι από τα τρία πνεύματα του Σκρουτζ στα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα του Κάρολου Ντίκενς, τα οποία του υπενθυμίζουν τη ζωή του και πτυχές του εαυτού του, αλλά περασμένη με τρόπο διαφορετικό, μέσα από μία κυριολεκτικά κινηματογραφική απόδοση, καθώς ο Άγγελος παρακολουθεί μία ταινία για τη ζωή κάποιου άλλου, με παύσεις και γρήγορα περάσματα από τη μία περίοδο στην άλλη.

Τα υλικά της ταινίας είναι ισορροπημένα, με φανταστικά, κωμικά και δραματικά στοιχεία στην αφήγηση, που έτσι δεν κουράζουν, αλλά μάλλον αναζωογονούν, βάζοντας την ίδια στιγμή σε σκέψεις. Αναφέρεται, ανάμεσα σε άλλα, στη διαφορά που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος στη ζωή των άλλων και στο πόσο διαφορετικός θα ήταν τελικά ο κόσμος χωρίς αυτόν. Αν σκεφτούμε ότι μόλις είχε τελειώσει ο Β’ Πόλεμος, όπου οι άνθρωποι γίνονταν αριθμοί στα πεδία των μαχών, σε συνδυασμό με την εκμηχάνιση, την υπερκατανάλωση, την ισοπέδωση των μικρών επιχειρήσεων, την εμπορευματοποίηση και τα μονοπώλια του κεφαλαίου, στο πρόσωπο του κύριου Πότερ αλλά και στην εφιαλτική αντιστροφή της πραγματικότητάς του Τζορτζ σε ένα μικρό μέρος της ταινίας, αντιλαμβανόμαστε τις επιδράσεις της μεταβατικής τομής αμέσως μετά το τέλος του Β’ Πολέμου, που αναδεικνύει πολλές κοινωνικές και οικονομικές σκοτεινές πτυχές.
       Άλλη μία σκοτεινή πλευρά των γιορτών προσδιορίζεται στην αυτοχειρία, όταν κάποιοι για λόγους υπαρξιακούς, συγκυριών κ.λπ. απελπίζονται. Το θέμα αποτελεί συχνό μοτίβο και στις ιστορίες του Τζορτζ Σιμενόν, που παρουσιάζεται παρακάτω στην ενότητα των βιβλίων. Γίνεται σχεδόν καθημερινότητα τις ημέρες των γιορτών για τους αστυνομικούς ήρωές του, στο Παρίσι τουλάχιστον, τη σκηνή των συγκεκριμένων διηγημάτων του, οι οποίοι, αν περνάει από το χέρι τους, προσπαθούν να αποτρέψουν μία τέτοια εξέλιξη. Παρ’ όλο που το βιβλίο αφορά τις αρχές της επόμενης μεταπολεμικής πλέον δεκαετίας (1951), ενώ αυτή η ταινία κυκλοφόρησε το 1946, βλέπουμε ότι το ζήτημα απασχολεί σε διάφορες εποχές, και σε κρίσεις ακόμα πιο έντονα. Τονίζοντας, λοιπόν, αυτά τα σημεία η ταινία, όταν όλοι ήθελαν να ξεχάσουν τα δεινά του πολέμου, δεν βρήκε αρχικά μεγάλη ανταπόκριση από το κοινό. Η μη ανάδειξη επιπλέον ενός λαμπερού και χαρούμενου ζην και ευ ζην, η προβολή της ανέχειας και του κεφαλαιούχου Πότερ στο ρόλο του κακού θορύβησαν συν τοις άλλοις, την εποχή εκείνη, τη μυστική υπηρεσία πληροφοριών του κράτους (FBI)[1], αναχαιτίζοντας ίσως την πορεία της ταινίας, η οποία βρήκε αναγνώριση από τη δεκαετία του ’70 κυρίως και μετά[2].
     Στιγμές θετικότητας βλέπουμε, ανάμεσα σε άλλα, στο πόσο τα όνειρα που θυσιάζονται ή αποπροσανατολίζονται από την προσπάθεια υλοποίησής τους, λόγω συνθηκών ζωής ή επιλογών, ώστε να βοηθηθούν κατά προτεραιότητα άλλοι άνθρωποι, μπορεί να αποδειχτεί στο χρόνο ότι έγιναν πραγματικότητα, αφομοιωμένα με μία εσωτερικότητα, ακόμα κι αν δεν το έχουμε αντιληφθεί. Βλέπουμε στην ταινία ένα μείγμα εξιδανικεύσεων αλλά και πληροφοριών για την εποχή, που καταλήγουν, ωστόσο, σε ένα θερμό και αισιόδοξο αποτέλεσμα. Το κεντρικό θέμα είναι αναμφισβήτητα δύσκολο, αλλά ο τρόπος διαχείρισής του, που το δοκιμάζει ποικιλότροπα στο πιο μεγάλο μέρος της ταινίας, κάνει το τέλος να μοιάζει με ένα είδος εξιλέωσης. Και ολοκληρώνω με δυο λόγια για τις ερμηνείες. Ο Τζέιμς Στιούαρτ είναι απόλαυση, όλα πάνω του μοιάζουν να ισορροπούν, ακόμα και στις στιγμές της συναισθηματικής κλιμάκωσης, στις οποίες εκδηλώνεται ουσιαστικά, ενώ με την πολύ γλυκιά στον αποδοσμένο με απαλότητα ρόλο της συμπρωταγωνίστριά του Ντόνα Ριντ δένουν ένα ιδιαίτερο και καλοψημένο γλυκό.

Σκηνές που κρατάω:

Η πρώτη είναι μία από τις πιο συναισθηματικού τύπου ερωτικές σκηνές, εκείνη όπου στο τηλέφωνο οι δύο πρωταγωνιστές ακούνε μαζί το συνομιλητή τους, έχοντας πλησιάσει ο ένας τον άλλον, ενώ σχεδόν δεν αγγίζονται, και μόνο τι τους λέει δεν προσέχουν. Η δεύτερη αποτελεί μία από τις πιο ιδιόρρυθμες προτάσεις γάμου. Σε αυτή, ο Τζορτζ Μπέιλι ταρακουνάει τη Μέρι φωνάζοντάς της ότι δε θέλει να παντρευτεί, αλλά να κάνει ό,τι εκείνος θέλει στη ζωή του.

Ατάκα που κρατάω:

«Κάθε φορά που ακούς ένα καμπανάκι, ένας άγγελος αποκτάει φτερά».

Η ταινία βασίστηκε στο διήγημα του Φίλιπ Βαν Ντόρεν Στερν, με τίτλο «The Greatest Gift».

Το 1947 κέρδισε υποψηφιότητα για Όσκαρ σε πέντε κατηγορίες: Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Α’ Ανδρικού Ρόλου, Ήχου και Μοντάζ.

__________
[1] Will Chen, «FBI Considered “It’s A Wonderful Life” Communist Propaganda», WiseBread, 24/12/2006:
http://www.wisebread.com/fbi-considered-its-a-wonderful-life-communist-propaganda#memo1
και http://aphelis.net/wonderful-life-communist-propaganda-fbi-files/
[2] M. Keith Booker, The Post-Utopian Imagination: American Culture in the Long 1950s, Greenwood Press, USA, 2002, σσ. 146.




Picture
Miracle on 34th Street (1947)
(Το θαύμα της 34ης οδού)

Σκηνοθέτης: Τζορτζ Σίτον
Γλώσσα: Αγγλικά, ολλανδικά
Ηθοποιοί: Έντμουντ Γκουέν, Μορίν Ο’ Χάρα, Τζον Πέιν, Νάταλι Γουντ κ.ά.

Περιγραφή


Η Σούζαν είναι ένα μικρό κορίτσι που μεγάλωσε χωρίς πατέρα, καθώς οι γονείς της χώρισαν όταν ήταν πολύ μικρή και η μητέρα της Ντόρις τη μεγαλώνει με αγάπη μεν, αλλά με μία τόσο ρεαλιστική αντίληψη για τα πράγματα, που δεν πιστεύει ούτε στον Άγιο Βασίλη ούτε γνωρίζει άλλου είδους ιστορίες. Μάλλον της ψαλίδισε τη φαντασία, ίσως και το όνειρο, από φόβο να μην απογοητευτεί στη ζωή της όσο η ίδια. Αφορμή της εργασίας της, όμως, στην οποία οργανώνει ανάμεσα σε άλλα και τη χριστουγεννιάτικη παρέλαση, γνωρίζει τυχαία και προσλαμβάνει για την τελευταία τον Κρις Κρινγκλ, που υποστηρίζει πως είναι ο πραγματικός Άγιος Βασίλης. Και εκεί αρχίζουν τα μπερδέματα, γιατί είναι αποφασισμένος να διασώσει ό,τι έχει απομείνει από το πνεύμα των Χριστουγέννων, ίσως και αντιστρέφοντας την αρνητικότητα των ανθρώπων. Μέχρι που κάποια στιγμή καταλήγει στο εδώλιο του κατηγορουμένου, έχοντας απέναντί του αμφισβητίες αλλά και συμμάχους στο πλευρό του.
       Στην ταινία βλέπουμε την οπτική του Άγιου Βασίλη, όταν προσλαμβάνεται στο πολυκατάστημα Macys, σε αντίθεση ή σε συνδυασμό με την οπτική του ξωτικού στο βιβλίο του David Sedaris Ημερολόγια από τη χώρα των Χριστουγέννων (βλ. Βιβλία), που εργάζεται στο ίδιο πολυκατάστημα τις ημέρες των γιορτών αρκετές δεκαετίες αργότερα. Ίσως στο βιβλίο να υπάρχουν η εξέλιξη και η συνέχεια στο παρόν αυτής της παράδοσης. Εδώ, όταν επισημαίνουν στον Άγιο Βασίλη ότι πρέπει να προτείνει στα παιδιά τα παιχνίδια που θέλει να προωθήσει το κατάστημα, εκείνος εξεγείρεται για την προσπάθεια εμπορευματοποίησης των Χριστουγέννων. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, συμβαίνει ο Άγιος Βασίλης να είναι πραγματικός και γι’ αυτό αισθάνεται επιπλέον πως διακυβεύεται το πνεύμα των Χριστουγέννων: η αγάπη, η χαρά, η καλοσύνη. Και η παρουσία της κλειστής και τετράγωνης Ντόρις στο βασικό προσωπικό του πολυκαταστήματος είναι και συμβολικά χαρακτηριστική. Η πώληση παιχνιδιών αποτελεί, βάσει αυτής της αντίληψης, μία δουλειά και τίποτα παραπάνω, και μάλιστα με σκληρούς ανταγωνιστές στο χώρο. Σε σημείο που το θετικό πνεύμα και η διαφορετικότητα του Κρις Κρινγκλ προσφέρουν στην επιχείρηση το κίνητρο για την εξασφάλιση ακόμα μεγαλύτερων κερδών στο μέλλον.
    Η ταινία έχει διάφορους συμβολισμούς, μέσα από όσα ζητήματα θίγει, όπως είναι η διαφορετικότητα, που εύκολα καταδικάζεται όταν ξεφεύγει από το αναμενόμενο και προκαθορισμένο, ο παράδοξα επίσης ανάποδος τρόπος με τον οποίο συχνά λειτουργούν τα πράγματα σε μία κοινωνία, με την άρνηση τελικά της πραγματικότητας μέσα από κατασκευές που αποδεικνύονται πιο επικίνδυνες από την όποια φαντασία. Το πόσο, ακόμα, οι ψευδαισθήσεις μπορεί να γιγαντώνονται όταν η ανασφάλεια, ο φόβος και οι πληγές ευνουχίζουν τη θετικότητα, την ελπίδα και την πίστη σε κάτι, σε οτιδήποτε. Ο Έντμουντ Γκουέν είναι απολαυστικός στο ρόλο του, συμπυκνώνει ένα κράμα αθωότητας και συναισθηματικής εξυπνάδας, που αντέχει στο χρόνο και γίνεται νοερή αξία στο γιορτινό κλίμα, ακόμα και σε έναν κόσμο που μπορεί να τα μεταφράζει όλα μέσα από στυγνούς κανόνες οικονομίας και πολιτικής. Έτσι, αποτελώντας την καρδιά της αφήγησης, τη μεταμορφώνει σε παραμύθι για μικρούς και μεγάλους, για όσα θα ήταν καλό να υποστηρίζουν με σθένος και όχι να ξεχνούν, σε πείσμα κάθε αρνητικής πρόβλεψης...

Σκηνή που κρατάω:

Την τσιχλόφουσκα που αποπειράθηκε να κάνει ο Άγιος Βασίλης και κόλλησε στο μούσι του.

Ατάκες που κρατάω:

«Σημασία έχει να μείνουν ευχαριστημένα τα παιδιά. Αν το παιχνίδι πωλείται στο Macys ή σε κάποιο άλλο κατάστημα, δεν έχει καμία σημασία» λέει σε μία μητέρα ο Άγιος Βασίλης, σαμποτάροντας το πολυκατάστημα, χωρίς να είναι αυτή η αρχική του πρόθεση. Παραπέμπει τους γονείς, επομένως, όπου γνωρίζει ότι θα βρουν το καλύτερα κατασκευασμένο παιχνίδι που επιθυμεί το παιδί τους. 

«Ημερομηνία γέννησης του Άγιου Βασίλη: Είμαι τόσο μεγάλος όσο η γλώσσα μου και λίγο πιο μεγάλος από τα δόντια μου».

Η ταινία κέρδισε το 1948 τρία βραβεία Όσκαρ στις κατηγορίες Β’ Καλύτερου Ανδρικού Ρόλου, Καλύτερης Πρωτότυπης Ιστορίας και Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου και μία επιπλέον υποψηφιότητα στην κατηγορία Καλύτερης Ταινίας.




Picture
White Christmas (1954)
(Λευκά Χριστούγεννα)

Σκηνοθέτης: Μάικλ Κερτίζ
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Μπινγκ Κρόσμπι, Ντάνι Κέι, Βέρα Έλεν, Ροζμαρί Κλούνεϊ κ.ά.

Περιγραφή


Η ταινία ξεκινάει Παραμονή Χριστουγέννων του 1944, με μία παράσταση σε αυτοσχέδια σκηνή για την ψυχαγωγία των στρατιωτών, στημένη σε μία βομβαρδισμένη περιοχή της Ευρώπης, στη διάρκεια του Β’ Πολέμου. Από μακριά ακούγονται βομβαρδισμοί, ενώ ο Μπινγκ Κρόσμπι τραγουδάει και πάλι το «White Christmas» με θλιμμένη μελαγχολία, λίγο πριν βομβαρδιστεί και το συγκεκριμένο σημείο, φέρνοντας τους δύο πρωταγωνιστές κοντά. Ο Μπομπ Γουάλας (Μπινγκ Κρόσμπι) είναι συνθέτης και τραγουδιστής και ο Φιλ Ντέιβις (Ντάνι Κέι) στιχουργός και τραγουδιστής, γνωρίζονται στον Πόλεμο και στη συνέχεια συνεργάζονται δίνοντας με επιτυχία παραστάσεις. Κάποια στιγμή, την παρέα τους συμπληρώνουν δύο αδελφές, που είναι επίσης τραγουδιστικό ντουέτο, η Τζούντι Χέινς (Βέρα Έλεν) και η Μπέτι Χέινς (Ροζμαρί Κλούνεϊ – θεία του Τζορτζ Κλούνεϊ). Και καταλήγουν στο Βερμόντ, την Ημέρα των Ευχαριστιών, στο «Pine Tree Vermont», το σκηνικό της φάρμας από την ταινία «Holiday Inn», προσαρμοσμένο ανάλογα. Εκεί το ντουέτο των κοριτσιών πρόκειται να εργαστεί, όταν ο Μπομπ και ο Ντάνι ανακαλύπτουν πως ιδιοκτήτης είναι ένας πρώην ανώτερός τους αξιωματικός από το πεδίο της μάχης, ο οποίος αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, και έτσι αποφασίζουν να τον βοηθήσουν.

Η εργασιομανία και η απουσία χρόνου γίνονται και εδώ αντικείμενο συζήτησης, όπως στο «Holiday Inn». Η λαχτάρα του Φιλ Ντέιβις είναι να έχει 45’ λεπτά της ημέρας μόνο στη διάθεσή του.

Ο Φιλ Ντέιβις, όταν θέλει να πείσει για κάτι τον Μπομπ, του θυμίζει τους δεσμούς που ανέπτυξαν στη διάρκεια του πολέμου ως απαράβατο κώδικα αφοσίωσης.

Έχει ενδιαφέρον ένα χορευτικό με τον Ντάνι Κέι και τη Βέρα Έλεν στο οποίο παρωδούνται οι στιλιζαρισμένες και πιο «μοντέρνου» τύπου χορογραφίες και το γεγονός ότι πιο πολλοί χορογραφούσαν αντί να χορεύουν.

Σκηνές που κρατάω:

Το χορευτικό του Ντάνι Κέι και της Βέρα Έλεν στην αρχή της γνωριμίας τους.
https://www.youtube.com/watch?v=ax66QU8pvtA

Το χορευτικό του Μπινγκ Κρόσμπι και του Ντάνι Κέι ως αδελφές Χέινς, που δεν υπήρχε αρχικά στο σενάριο. Η ιδέα προέκυψε αυθόρμητα όσο οι δύο πρωταγωνιστές το τραγουδούσαν αστειευόμενοι και αυτή ήταν η καλύτερη λήψη της σκηνής, γιατί σε όλες γελούσαν.
https://www.youtube.com/watch?v=GE589gkOYz0

Στην ταινία βλέπουμε, επίσης, τον Τζορτζ Τσακίρις, που το 1962 κέρδισε το Όσκαρ Β’ Αντρικού Ρόλου με την ταινία «West Side Story», σε ένα χορευτικό που πλαισιώνει το τραγούδι της Ροζμαρί Κλούνεϊ «Love You Didn’t Do Right By Me». https://www.youtube.com/watch?v=SpKRQWXYw5Q

Ατάκες που κρατάω:

«Είσαι ευτυχισμένος για τους λάθος λόγους [...] Χρειάζεσαι μία γυναίκα».

«Δεν μπορείς να τα αφήνεις όλα στη μοίρα. Όπως η ειλικρίνεια έτσι και η μοίρα χρειάζεται μία μικρή ώθηση».

Η ταινία κέρδισε μία υποψηφιότητα για Όσκαρ το 1955 στην κατηγορία Καλύτερου Τραγουδιού για το τραγούδι του Έρβιν Μπερλίν «Count Your Blessings Instead of Sheep».




Picture
Scrooge (1970)

Σκηνοθέτης: Ρόναλντ Νιμ
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Άλμπερτ Φίνεϊ, Άλεκ Γκίνες, Έντιθ Έβανς κ.ά.

Περιγραφή


Αυτή είναι η αγαπημένη μου εκδοχή ταινίας βασισμένης στο βιβλίο του Κάρολου Ντίκενς Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα (1843). Έχει και πολύ ωραία μουσική. Την έχω συνδυάσει με την εικόνα του στολισμένου δέντρου και με τη γεύση, τη μυρωδιά και την αίσθηση λιωμένου τυριού, ψημένου μπέικον και δροσερής ντομάτας, γιατί τρώγοντας ένα τοστ με αυτά τα υλικά την παρακολούθησα για πρώτη φορά σε μικρή ηλικία. Η ιστορία αναφέρεται στον Εμπενίζερ Σκρουτζ, με τον Άλμπερτ Φίνεϊ να υποδύεται απαράμιλλα τον άπληστο, μίζερο και στενόκαρδο δανειστή, ο οποίος απεχθάνεται τα Χριστούγεννα και το πνεύμα τους, γιατί τα θεωρεί ψέμα και ανοησία. Η επαναλαμβανόμενη φράση του «Bah! Humbug!» επιβεβαιώνει ακριβώς αυτή την αμφισβήτηση και τον εμπαιγμό. Έτσι, ο πεθαμένος συνάδελφός του Τζέικομπ Μάρλεϊ εμφανίζεται μία νύχτα ως φάντασμα, με σφυρηλατημένες από τις αμαρτίες του αλυσίδες, για να του ανακοινώσει πως, αν δεν αλλάξει σκεπτικό, θα καταλήξει σαν αυτόν.
      «Γενναιόδωρο πνεύμα εσύ;» του λέει αργότερα το δεύτερο πνεύμα. «Δεν ξέρεις καν το νόημα της φράσης!»
       Γι’ αυτόν το λόγο θα τον επισκεφτούν τρία πνεύματα, ένα στη μία η ώρα, για να τον μεταφέρει στο δικό του παρελθόν, ένα στις δύο, για να του δείξει τι συμβαίνει στο παρόν, και ένα στις τρεις, που θα του δώσει μία ιδέα για το μέλλον. Στην ταινία θα βρείτε μικρές διαφοροποιήσεις από το κλασικό βιβλίο, που δεν αλλάζουν, ωστόσο, τον πυρήνα αυτής της συμβολικής ιστορίας, με την οποία έχουν μεγαλώσει πολλές γενιές παιδιών, αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος της γνωστικής μας παρακαταθήκης ως χριστουγεννιάτικη αφήγηση, ενώ την ίδια στιγμή το νόημά της αφορά όλον το χρόνο και όχι μόνο τη γιορτινή περίοδο.

Σκηνή που κρατάω:

Η μεταμόρφωση του ρόπτρου της πόρτας στο σπίτι του Εμπενίζερ Σκρουτζ σε πρόσωπο, εκείνο του πεθαμένου συνεργάτη του Τζέικομπ Μάρλεϊ.

Το γλυκό μεθύσι του Σκρουτζ με το γάλα της ανθρώπινης καλοσύνης.

Το ντελίριο αγοράς παιχνιδιών και αγαθών μαζί με το σβήσιμο των χρεών, όταν ανοιχτόκαρδα πια θέλει να μοιραστεί τη χαρά του, γιατί είναι ζωντανός!

Ατάκα που κρατάω:

«Θυμήσου, Σκρουτζ! Η ζωή είναι μικρή και ξαφνικά δεν είσαι πια εκεί...»

Η ταινία κέρδισε το 1971 τέσσερις υποψηφιότητες για Όσκαρ στις κατηγορίες Καλύτερης Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης, Καλύτερων Κοστουμιών, Καλύτερου Τραγουδιού (βλ. αντίστοιχο άλμπουμ στην ενότητα της Μουσικής) και Καλύτερης Μουσικής Επένδυσης.




Picture
Natale in Casa Cupiello (1977)

Σκηνοθέτης: Εντουάρντο ντε Φιλίπο
Γλώσσα: Ιταλικά (ναπολετάνικη διάλεκτος)
Ηθοποιοί: Εντουάρντο ντε Φιλίπο, Λούκα ντε Φιλίπο, Πουπέλα Μάτζο κ.ά.

Περιγραφή


Αυτή είναι η δική μου αγαπημένη χριστουγεννιάτικη ταινία. Στην ουσία, πρόκειται για ένα θεατρικό έργο σε τρεις πράξεις του Εντουάρντο ντε Φιλίπο. Γράφτηκε στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’30 και παίχτηκε πολλές φορές στο θέατρο, μέχρι που γυρίστηκε σε τηλεοπτική εκδοχή και το 1977. Είναι μία κωμωδία παρεξηγήσεων, με το χαρακτηριστικά συγκινησιακό και δραματικό στοιχείο του δημιουργού της να τη διατρέχει. Πρόκειται για κάποια επεισόδια από τη ζωή της οικογένειας Κουπιέλο στη Νάπολη, τα οποία εκτυλίσσονται την προπαραμονή, την Παραμονή και την ημέρα των Χριστουγέννων. Ο Λούκα Κουπιέλο εργάζεται σε ένα τυπογραφείο ως «άνθρωπος εμπιστοσύνης», «κληρονομώντας» τη θέση από τον πατέρα του. Ο ίδιος θεωρεί ότι όλα στη ζωή του εξελίσσονται ομαλά και συγκεντρώνεται αμέριμνος στην ιεροτελεστία, μόνο για τον ίδιο, της προετοιμασίας της Φάτνης. Βασικός άξονας πάνω στον οποίο όλες οι παρεξηγήσεις αποκτούν νόημα κωμικοτραγικό στην αφήγηση είναι η άγνοιά του για όσα συμβαίνουν στην οικογένειά του. Όσο προετοιμάζεται, λοιπόν, για να παρατεθεί το γεύμα της Παραμονής των Χριστουγέννων, παραδοσιακά με το θηλυκό χέλι (capitone), το γαϊτανάκι της πλοκής περιπλέκουν, ανάμεσα σε άλλους, η πρακτική, πιο προσγειωμένη και μπουχτισμένη από τις συνθήκες ζωής και τον ίδιο το Λούκα σύζυγός του, η κοχλάζουσα συναισθηματικά κόρη του, με τον σύζυγο και τον εραστή της, ο άεργος, ανώριμος, κακομαθημένος γιος του (τον υποδύεται ο πραγματικός γιος του ντε Φιλίπο, ο Λούκα) και ο ιδιόρρυθμος αδελφός του. Όσες αποκαλύψεις έρχονται μία μία στην επιφάνεια οδηγούν στη σταδιακή κατάρρευση του μικρόκοσμου του Λούκα, ο οποίος διαρκώς αποτυγχάνει να συντονιστεί με την πραγματικότητα.
        Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές, με τον Εντουάρντο ντε Φιλίπο και την Πουπέλα Μάτζο στο ρόλο του Λούκα και της Κοντσέτα αντίστοιχα να κεντούν αριστοτεχνικά τους χαρακτήρες. Η φτώχεια, που επινοεί και κατατρώει, με το κρύο να παγώνει τα άκρα, τα μάλλινα που δεν είναι μάλλινα κ.λπ., γίνεται μόνη της ένας ήρωας, υποκινώντας τις καταστάσεις. Το έργο μοιάζει με μεγεθυντικό καθρέφτη ενός θραύσματος μίας ολόκληρης εποχής, το οποίο, με την τέχνη του Ντε Φιλίπο και των συντελεστών του, με το κείμενο, τον ιδιαίτερο λόγο, που επιμένει, εκρήγνυται ή κάνει παύσεις, όπου χρειάζεται, τα κοστούμια, τα σκηνικά και τις αναπόσπαστες μικρές και σημαντικές λεπτομέρειες, τοποθετεί το θεατή πολύ ζωντανά στο σκηνικό του.

* Η Φάτνη (Presepe) είναι ένα κατά βάση ιταλικό χριστουγεννιάτικο έθιμο, που όμως συναντάται και σε άλλες περιοχές του Δυτικού κόσμου. Στη Νάπολη τουλάχιστον, κατασκευαζόταν συνήθως και κατασκευάζεται ακόμα σαν μακέτα χωριού, σε μικρή ή μεγάλη κλίμακα, με αντικείμενα κινητά, πήλινα ή μη, αγορασμένα ή χειροποίητα, που εμπλουτίζονται ετήσια, καταλήγοντας σε διάφορες κάθε φορά συνθέσεις. Ενίοτε στήνονται και Φάτνες «ζωντανές», με έμψυχο επομένως υλικό. Το έθιμο πιθανολογείται ότι ξεκίνησε στην Ιταλία με εμπνευστή τον Άγιο Φρανσίσκο της Ασίζης, το 13ο αιώνα μ.Χ., ίσως με επίδρασή του από τη Γαλλία.

Σκηνές που κρατάω:

Τον πρωινό καβγά του Λούκα και της Κοντσέτα, όταν προσπαθεί να της εξηγήσει ότι δεν ξέρει να φτιάχνει καφέ, λέγοντάς της: «Μα γιατί ρίχνεις το φταίξιμο στον καφέ, που σε αυτό το φλιτζάνι δεν υπήρξε ποτέ!». Και την καλοπιάνει ότι είναι γυναίκα του σπιτιού, καλή μητέρα, κάνει τα πράγματα όπως πρέπει, την πάστα με φασόλια, για παράδειγμα, ενώ είναι μία μικρή πριγκίπισσα της ομελέτας με κρεμμύδια! Αλλά καφέ δεν ξέρει να φτιάχνει, τελεία και παύλα. Γιατί ως επικεφαλής της οικιακής οικονομίας τον τσιγκουνεύεται, τον ανακατεύει με άλλα υλικά και δεν αγοράζει φρεσκοκομμένο, με συνέπεια να αδικείται η πλούσια γεύση του. Αποτελεί και ένα μοτίβο του Ντε Φιλίπο σε έργα του η προετοιμασία του καφέ στη ναπολετάνικη καφετιέρα ως τελετουργικό του άντρα του σπιτιού, αλέθοντας μάλιστα ενίοτε τους κόκκους ο ίδιος σε μύλο.

Τους τρεις Μάγους να τραγουδούν τα Κάλαντα στην Κοντσέτα την Παραμονή, σε ένα άδειο τραπέζι, με το τραγικό στοιχείο να υποβόσκει λίγο πριν το ξέσπασμα της καταιγίδας.

Όποιος καταλαβαίνει τη ναπολετάνικη διάλεκτο, έχει την περιέργεια να την ακούσει ή θέλει να δει την ταινία θα τη βρει ολόκληρη εδώ > http://www.cineblog01.tv/natale-in-casa-cupiello-1977/




Picture
Bugs Bunny’s Looney Christmas Tales (1979)
(Bugs Bunny: Τρελά χριστουγεννιάτικα παραμύθια)

Σκηνοθέτης: Φριζ Φριλένγκ, Τσακ Τζόουνς
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: (φωνή) Μελ Μπλανκ, Τζουν Φορέι

Περιγραφή


Τα «Τρελά χριστουγεννιάτικα παραμύθια» συμπεριλαμβάνουν τρεις μικρές ιστορίες. Η πρώτη είναι τα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα του Κάρολου Ντίκενς, σε εκδοχή Bugs Bunny και Looney Tunes, στη δεύτερη το κογιότ όπως πάντα κυνηγάει άκαρπα το γεύμα του, και στην τρίτη ο διαβολάκος της Τασμανίας γίνεται για ένα βράδυ άθελά του Άγιος Βασίλης, καταβροχθίζοντας αρειμάνια ό,τι βρει μπροστά του. Καρτούν με άρωμα παλιότερων εποχών, τα οποία διατηρούν όμως την ικανότητα να ψυχαγωγούν ακόμα μικρούς και μεγάλους.
Η ταινία.
http://www.dailymotion.com/video/xmtes1_looney-tunes-looney-christmas-tales_shortfilms



Picture
The Snowman (1982)

Σκηνοθέτης: Ντάιαν Τζάκσον,
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: (τραγούδι) Πίτερ Ότι (Peter Auty)

Περιγραφή


Αυτή είναι μία μικρού μήκους ταινία κινουμένων σχεδίων, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο με εικόνες του Ρέιμοντ Μπριγκς, το οποίο εκδόθηκε το 1978. Το 1982 γυρίστηκε η πρώτη εκδοχή του σε ταινία, ενώ ένα χρόνο αργότερα προστέθηκε μία διαφορετική εισαγωγή με τον Ντέιβιντ Μπάουι. Το 2002 ακολούθησε και άλλη εκδοχή της, στην οποία ο συγγραφέας έδωσε τη φωνή του στον Άγιο Βασίλη. Μου είχε προτείνει την ταινία ένας φίλος μουσικός, τόσο για τη μουσική όσο και για το ονειρικό ταξίδι της αφήγησής της. Και ήρθε η στιγμή για την «Τρελή piñata» να μοιραστεί την εμπειρία με τους αναγνώστες της.
          Όλη η ταινία είναι επενδυμένη με την ορχηστρική μουσική του Χάουαρντ Μπλέικ, ενώ στην πρώτη εκδοχή της ακούγεται μία φορά εκφορά λόγου, με το τραγούδι «Walking in the Air», σε μουσική και στίχους του ίδιου, που «στοιχειώνει» μαγευτικά τον ακροατή. Το ερμήνευσε ένα παιδί από τη χορωδία του Καθεδρικού ναού του Αγίου Παύλου, ο Πίτερ Ότι. Η ιστορία αφορά ένα αγόρι που ξυπνάει στο σπίτι του μία χριστουγεννιάτικη ημέρα με πολύ χιόνι και αποφασίζει να φτιάξει ένα χιονάνθρωπο. Τα μεσάνυχτα, όμως, αυτός ο χιονάνθρωπος ζωντανεύει και ξεκινούν μαζί μία διερευνητική περιήγηση εντός και εκτός σπιτιού, μέχρι που πετούν στον ουρανό φτάνοντας έως τη χώρα των χιονανθρώπων και του Άγιου Βασίλη. Τη συνέχεια θα τη δείτε επί της οθόνης, για να μη χαλάσει η μαγεία! Χαλαρώστε, λοιπόν, και απολαύστε το ταξίδι...

Η ταινία προτάθηκε το 1983 για βραβείο Όσκαρ, στην κατηγορία Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων Μικρού Μήκους.

Εδώ μπορείτε να παρακολουθήσετε την πρώτη εκδοχή της ταινίας.
https://www.youtube.com/watch?v=ZE9KpobX9J8




Picture
A Muppet Family Christmas (1987)

Σκηνοθέτης: Πίτερ Χάρις, Έρικ Τιλ
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: (φωνή) Φρανκ Οζ, Ρίτσαρντ Χαντ κ.ά.

Περιγραφή

Σε αυτή την ταινία, βασισμένη σε κείμενα του Τζέρι Τζουλ, βλέπουμε όλους τους χαρακτήρες του Muppet Show, με Sesame Street και Fraggle Rock, σε μία οικογενειακή συγκέντρωση. Ο αρκούδος Φόζι αποφασίζει να επισκεφτεί με την παρέα του τη μητέρα του για τα Χριστούγεννα, η οποία αναγκάζεται να ακυρώσει τις διακοπές της. Σταδιακά στο σπίτι συγκεντρώνονται όλο και πιο πολλοί ήρωες του γνωστού σόου, σε σημείο που δυσκολεύονται να βολευτούν στο σπίτι, ενώ μία χιονοθύελλα μαίνεται, δημιουργώντας ανησυχίες για τη Μις Πίγκι, η οποία δεν έχει καταφθάσει ακόμα εξαιτίας μίας φωτογράφησης. Πολλά κωμικά επεισόδια λαμβάνουν χώρα, καθώς ο καθένας εκδηλώνει τις ιδιορρυθμίες και τις προτιμήσεις του, αλλά στο τέλος όλοι οι καλοί χωρούν και παρ’ όλες τις αντιθέσεις επικρατεί μία συγκινητική ατμόσφαιρα χαράς και ομόνοιας.

Σκηνή που κρατάω:

Την παραίτηση του Σουηδού μάγειρα από την ιδέα τού να μαγειρέψει την τεράστια γαλοπούλα, όταν του χαρίζει ένα δώρο, για να ξεγελάσει τη μοναξιά του μακριά από την οικογένειά του, εφόσον με καλή διάθεση και καλή παρέα τα Χριστούγεννα μπορούν να γίνουν πολύ ξεχωριστά, όπου κι αν βρίσκεται κάποιος...



Picture
Edward Scissorhands (1990)
(Ο Ψαλιδοχέρης)

Σκηνοθέτης: Τιμ Μπάρτον
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Τζόνι Ντεπ, Γουαϊνόνα Ράιντερ, Νταϊάν Γουίστ κ.ά.

Περιγραφή

Ο «Ψαλιδοχέρης» είναι μία ιστορία με ατμόσφαιρα παραμυθένια, που γίνεται με το δικό της τρόπο γιορτινή για κάθε εποχή του χρόνου, πυροδοτώντας τη φαντασία μικρών και μεγάλων! Γι’ αυτόν το λόγο συμπεριλαμβάνεται και πάλι σε αυτό το τεύχος, που αποσκοπεί στο να προσφέρει τα κατάλληλα ερεθίσματα, ώστε η γιορτινή διάθεση να διαρκέσει όσο εμείς επιθυμούμε. Πρόκειται άλλωστε για μία αφήγηση στην οποία το παραμύθι αναμειγνύεται με σκοτεινά σημεία, όπως γίνεται σε κάθε πραγματικότητα αλλά και στη φαντασία του σκηνοθέτη της. Η ιστορία της, μάλιστα, βασίστηκε σε μία ιδέα του ίδιου του Τιμ Μπάρτον, όπως προέκυψε μέσα στη μοναχικότητα που βίωνε ως παιδί. Ο κεντρικός ήρωας αποτελεί το δημιούργημα ενός εφευρέτη, ο οποίος πέθανε πριν προλάβει να του προσθέσει χέρια. Έτσι, αντί για χέρια διαθέτει ψαλίδια. Αυτά προκάλεσαν και τις ουλές στο χαρακτηριστικό πρόσωπο του Έντουαρντ. Κάποια μέρα, λοιπόν, τον ανακαλύπτει μία καλόκαρδη πωλήτρια καλλυντικών στη σοφίτα του πύργου, όπου παραμένει κλεισμένος, και αποφασίζει να τον πάρει μαζί της. Ακολουθεί η περίοδος προσαρμογής του στο νέο περίγυρο, σε μία μάλλον ιδιόρρυθμα άχρωμη, «τακτοποιημένη» προαστιακή γειτονιά, αντιδιαστελλόμενη με τη γραφική ιδιαιτερότητα του Ψαλιδοχέρη. Εκείνος φέρνει χρώμα, νέες ιδέες, και ερωτεύεται την κόρη της αισθητικού, μέχρι που τα εμπόδια και οι ανατροπές κορυφώνουν το δράμα και τη δράση. Πρόκειται για ένα παραμύθι όχι τόσο σκοτεινό όσο τα επόμενα του Μπάρτον. Οπωσδήποτε, όμως, διαθέτει τα αγαπημένα του γκόθικ στοιχεία και τη γκροτέσκ θεατρικότητα, που εδώ εν μέρει στριμώχνεται σε μία κανονικότητα η οποία αναστατώνεται. Ο ρομαντισμός, η παραμυθένια ατμόσφαιρα και η συγκινησιακή φόρτιση με τα έντονα πάθη και τη χαριτωμένα πολύπλοκη ιδιοσυγκρασία του κεντρικού ήρωα συνθέτουν μία ιστορία για όλες τις εποχές. Υπάρχουν σχήματα, όπως το καλό, το κακό, οι ξεχωριστοί και πιο «προσγειωμένοι» χαρακτήρες. Από αυτούς άλλοι είναι επιρρεπείς στην αρνητικότητα και άλλοι, πιο ευαίσθητοι, βοηθούν τη σύνδεση του κόσμου του Έντουαρντ με των υπολοίπων. Ο θεατής τάσσεται με το μέρος του ήρωα στις όμορφες και στις δύσκολες στιγμές του, συμπονώντας μία διαφορετικότητα που εφευρίσκει τρόπους επικοινωνίας και μεταφοράς στους άλλους εύθραυστων ενίοτε μηνυμάτων, στην αντίληψη ιδίως όσων, ηθελημένα ή αθέλητα, η αθωότητα επισκιάστηκε.

Η ταινία ήταν το 1991 υποψήφια για Όσκαρ στην κατηγορία Καλύτερου Μακιγιάζ.

Η ταινία και η μουσική της παρουσιάστηκαν και στο 2ο τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2013 της «Τρελής piñata», με θέμα τα «Παραμύθια για μικρούς και για μεγάλους» (Μέρος Α’).



Picture
Beauty and the Beast (1991)
(Η Πεντάμορφη και το Τέρας)

Σκηνοθέτης: Γκέρι Τρουεσντέιλ, Κερκ Γουάιζ
Γλώσσα: Αγγλικά, γαλλικά
Ηθοποιοί: (φωνή) Πέιτζ Ο Χάρα, Ρόμπι Μπένσον, Ρίτσαρντ Γουάιτ κ.ά.

Περιγραφή

Αυτή είναι μία παραμυθένια ιστορία για τη δύναμη της αγάπης που κρύβει μέσα της το σπόρο της μεταμόρφωσης, και ένας σπόρος μόνος του μπορεί να αποδειχτεί τεράστια δύναμη αν αξιοποιηθεί σωστά (βλ. Βιβλία, Έρμαν Έσσε, Οι μεταμορφώσεις του Πίκτορ, Καστανιώτης, Αθήνα, 1996). Η Μπελ, μία βιβλιοφάγος, που μένει σε ένα επαρχιακό μέρος της Γαλλίας, κρύβει αυτήν τη δυνατότητα μέσα στη φαντασία και τα όνειρά της, επιθυμώντας κάτι καλύτερο και διαφορετικό για τον εαυτό της. Έτσι αποφεύγει το κόρτε του Γκαστόν, ενός ωραιοπαθή και μάλλον αλαζόνα νεαρού, που τη βλέπει ως όμορφο λάφυρο. Και η επιθυμία της πραγματοποιείται, λίγο διαφορετικά βέβαια, αλλά συνήθως έτσι δε συμβαίνει; Από μία λοξοδρόμηση του πατέρα της με το κάρο του, που βρέθηκε στο κάστρο του Τέρατος, η Μπελ το συναντάει, γιατί αναγκάζει τον πατέρα της να του υποσχεθεί πως θα τη στείλει εκεί, ώστε να του επιτρέψει να φύγει. Το Τέρας ήταν ένας πρίγκιπας που κάποτε είχε τα πάντα εκτός από αγάπη στην καρδιά. Όταν εξαιτίας του κενού του πρόσβαλε μία μάγισσα, μεταμορφωμένη σε γριά, απορρίπτοντας το δώρο της, ένα πανέμορφο τριαντάφυλλο, εκείνη τον παραμόρφωσε σε Τέρας και μάγεψε όλο το κάστρο του. Στο εξής, θα ζούσε έτσι, χάνοντας τα πάντα, μέχρι να μάθει να αγαπάει. Αν κάποια ανταποκρινόταν στην αγάπη του, τα μάγια θα λύνονταν. Όλα, όμως, έπρεπε να γίνουν πριν πέσει και το τελευταίο πέταλο του τριαντάφυλλου.
          Οι χαρακτήρες είναι απολαυστικοί, κύριοι και οι δευτερεύοντες, από το Τέρας μέχρι τα πιατικά και τα κηροπήγια. Η πάλη καλού και κακού είναι διαρκώς εμφανής ως κινητήριος δύναμη της ιστορίας, με το ρομαντισμό, τη δράση και το κωμικό στοιχείο σε λειτουργική ανάμειξη. Πρόκειται για μια ιστορία διαχρονικά γιορτινή στον πυρήνα της, καθώς η αγάπη και οι νέες αρχές είναι ένα από τα βασικά μηνύματα των Χριστουγέννων. Και αποτελεί επίσης μία από τις πολύ καλές στιγμές των στούντιο Ντίσνεϊ.

Σκηνές που κρατάω:

Το Τέρας όταν προσπαθεί να μάθει τρόπους και να ελέγχει το έντονο ταμπεραμέντο του.

Ατάκα που κρατάω:

«Μη σε ξεγελά η εμφάνιση, γιατί η ομορφιά βρίσκεται μέσα μας».

Η ταινία βασίστηκε στην πιο γνωστή εκδοχή του ομότιτλου κλασικού παραμυθιού, που έγραψε η Γαλλίδα Ζαν-Μαρί Λεπράνς ντε Μπομόν (Jeanne-Marie Leprince de Beaumont) και εκδόθηκε το 1756. Η πρώτη του όμως εκδοχή γράφτηκε από τη Μαντάμ ντε Βιλνέβ (Madame de Villeneuve), η οποία είχε εκδοθεί κάποια χρόνια νωρίτερα, το 1740. Η ιστορία ανέβηκε κι άλλες φορές στη μεγάλη οθόνη, με άξιο αναφοράς το έργο «La Belle et la Bête», σε σενάριο και σκηνοθεσία του Ζαν Κοκτώ, που παρουσιάστηκε στο 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών, το 1946. Το σενάριο της ταινίας κινουμένων σχεδίων έγραψε η Λίντα Γούλβερτον.

Η ταινία κέρδισε το 1992 δύο βραβεία Όσκαρ στις κατηγορίες Καλύτερης Μουσικής Επένδυσης και Καλύτερου Τραγουδιού, για το τραγούδι «Beauty and the Beast», σε μουσική Άλαν Μένκαν και σε στίχους Χάουαρντ Άσμεν. Κέρδισε, επίσης, τέσσερις ακόμα υποψηφιότητες στις κατηγορίες Καλύτερης Ταινίας (Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία κινουμένων σχεδίων που προτάθηκε για Όσκαρ σε αυτή την κατηγορία), Καλύτερου Ήχου και Τραγουδιού, για τα τραγούδια «Belle» και «Be our Guest», σε μουσική Άλαν Μένκαν και στίχους Χάουαρντ Άσμεν.

Ο Χάουαρντ Άσμεν πέθανε προσβεβλημένος από τον ιό του Έιτζ σε ηλικία 40 ετών πριν την απονομή των Όσκαρ. Η ταινία είναι αφιερωμένη σε εκείνον, που έδωσε «σε μια γοργόνα φωνή και σ’ ένα τέρας ψυχή»[1].

__________
[1] http://howardashman.com/about-bio.html



Picture
The Nutcracker
The untold story (2009)
(Ο Καρυοθραύστης)

Σκηνοθέτης: Αντρέι Κοντσαλόφσκι
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Ελ Φάνινγκ, Νέιθαν Λέιν, Τζον Τορτούρο κ.ά.

Περιγραφή


Αυτή η ταινία είναι μία ενδιαφέρουσα, πειραγμένη εκδοχή της γνωστής ιστορίας «Ο Καρυοθραύστης και ο Βασιλιάς των Ποντικιών» του Ε.Τ.Α Χόφμαν (βλ. Μουσική). Η υπόθεση μεταφέρεται στη Βιέννη της δεκαετίας του ’20, με κεντρικά πρόσωπα την εννιάχρονη Μαίρη (Ελ Φάνινγκ, η αδελφή της Ντακόντα Φάνινγκ), τον κακομαθημένο μικρό αδελφό της, τον ιδιόρρυθμο θείο τους, το Βασιλιά των ποντικών και βέβαια τον ίδιο τον Καρυοθραύστη. Την Παραμονή των Χριστουγέννων, ο αγαπημένος θείος Άλμπερτ χαρίζει στη Μαίρη μία κούκλα στρατιώτη-καρυοθραύστη, ο οποίος το βράδυ ζωντανεύει και μεταφέρει τη Μαίρη σε ένα φανταστικό κόσμο, στο σαλόνι της, με ένα τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο και παιχνίδια σε ανθρώπινο μέγεθος. Ο Καρυοθραύστης, όμως, είναι ένας μαγεμένος πρίγκιπας με αντίπαλο δέος τον κόσμο των ποντικών και το βασιλιά τους, που είναι εκσυγχρονισμένα και εξοπλισμένα με όπλα, εργαλεία και μηχανές. Οπτικά, αισθητικά και λειτουργικά η αντίθεση καλού και καλού προβάλλεται με τη μεταπήδηση από τον έναν κόσμο στον άλλον. Από την καθηλωτικά παραμυθένια ατμόσφαιρα σε μία πραγματικότητα ζοφερή και σκοτεινή, στην οποία τα παιχνίδια συγκεντρώνονται σε σωρούς και καίγονται, τα παιδιά είναι θλιμμένα και οι στρατιώτες-ποντίκια με το όπλο ανά χείρας πυροβολούν προς κάθε κατεύθυνση. Είναι σαφής η αναφορά στο Ολοκαύτωμα καθώς και η χρήση της τεχνολογίας και της επιστήμης για αρνητικούς σκοπούς, που ως απόλυτο σκοτάδι σαρώνουν κάθε διαφορετική φωνή. Είναι ίσως και τολμηρή μία τέτοια διασκευή της ιστορίας, η οποία εκτυλίσσεται τη «χαρούμενη» περίοδο των Χριστουγέννων, αλλά αυτό την κάνει ενδιαφέρουσα. Το φως, το σκοτάδι και το μυστήριο, κυρίαρχα στοιχεία άλλωστε της κλασικής ιστορίας, εδώ διογκώνονται και υπερχειλίζουν την αφήγηση, σε μία αγωνιώδη πλοκή, από ένα σημείο και μετά, στα μέτρα πάντα του συγκεκριμένου παραμυθιού, με συμβολισμούς, μαγικά αντικείμενα και πλάσματα να κατακλύζουν την οθόνη, εξωθώντας το μυαλό σε ένα διαφορετικό αλλού.



Picture
Frozen (2013)
(Ψυχρά κι Ανάποδα)

Σκηνοθέτης: Κρις Μπακ, Τζένιφερ Λι
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: (φωνή) Κρίστεν Μπελ, Ιντίνα Μενζέλ, Τζόναθαν Γκροφ κ.ά.

Περιγραφή


Η ιστορία είναι εμπνευσμένη από τη «Βασίλισσα του Χιονιού» του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Η Έλσα και η Άννα είναι δύο πριγκίπισσες με ιδιαιτερότητες, σε ένα βορεινό βασίλειο, το Άρεντελ. Η Άννα χαρακτηρίζεται από υπέρμετρη θετικότητα και αισιοδοξία και η Έλσα έχει την ιδιότητα να φτιάχνει παγωμένους κόσμους με τρόπο μαγικό. Όταν κάποια στιγμή τραυματίζει άθελά της την αδελφή της πάνω στο παιχνίδι, την απομονώνουν σε ένα δωμάτιο, γιατί το «πρόβλημά» της στο χρόνο επιδεινώνεται χωρίς να μπορεί να το ελέγξει. Στο μεταξύ, σβήνονται ανωτέρα βία οι αναμνήσεις της Άννας για όσα συνέβησαν, ακόμα και για τις ικανότητες της αδελφής της, με συνέπεια μεγαλώνοντας να αναρωτιέται γιατί απομακρύνθηκαν. Ένα τραγικό γεγονός φέρνει την ανατροπή, και οι δύο αδελφές καλούνται να αντιμετωπίσουν τον κόσμο, όταν η Έλσα σε μία συναισθηματική έξαρση παγώνει το καλοκαίρι. Στη συνέχεια, φεύγει, ώστε να μην βλάψει κανέναν άλλο. Και τότε η Άννα ξεκινάει ένα ταξίδι αναζήτησης της αδελφής της αλλά και της λύσης του προβλήματος, περνώντας από πολλές δοκιμασίες, με τη βοήθεια καλοπροαίρετων ηρώων, καθώς άλλοι στο ρόλο του κακού τής εμποδίζουν το δρόμο.
          Οι βοηθοί είναι γουστόζικοι, όπως ο τάρανδος Σβεν και ο ευαίσθητος χιονάνθρωπος Όλαφ, ενώ ο Κριστόφ, ένας παγοπώλης, εμφανίζεται ως το αντίπαλο δέος όσων διαθέτουν την εκλεπτυσμένη στόφα του πρίγκιπα, προσόν που δε διασφαλίζει πάντα αγαθές προθέσεις, διεκδικώντας και εκείνος το χώρο του στην καρδιά της πριγκίπισσας Άννας. Στις σχέσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες αναπτύσσονται ενδιαφέρουσες δυναμικές και αντιθέσεις αλλά και η ισχύς της φιλίας, της αδελφικής αγάπης και της αγάπης γενικότερα. Επίσης, οι αρνητικές συνέπειες της απομόνωσης από τον εγκλωβισμό κάποιου στον πόνο του, όταν διακόπτει την επικοινωνία με τους γύρω του. Η φαντασία των δημιουργών της ταινίας διαμορφώνει πολλές καλές στιγμές, κλιμακώνοντας την περιπέτεια και τη συναισθηματική εμπλοκή του θεατή, που απολαμβάνει το ταξίδι. Είναι μία πολύ θερμή παρ’ όλη τη δροσιά της ταινία, με γιορτινή ατμόσφαιρα για κάθε εποχή, που κάνει κάθε καρδιά να λιώσει...

Ατάκες που κρατάω:

«Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι για τους οποίους αξίζει να λιώσεις».
«Αγάπη είναι να βάζεις τις ανάγκες του άλλου πάνω από τις δικές σου».
«Μία πράξη αληθινής αγάπης θα λιώσει μια παγωμένη καρδιά».

Η ταινία κέρδισε δύο βραβεία Όσκαρ το 2014 στην κατηγορία Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων και Καλύτερου Τραγουδιού, για το τραγούδι «Let it Go» των Κρίστεν Άντερσον-Λοπέζ και Ρόμπερτ Λοπέζ.



Picture
Winter’s tale (2014)
(Μια χειμωνιάτικη ιστορία)

Σκηνοθέτης: Ακίβα Γκόλντσμαν
Γλώσσα: Αγγλικά
Ηθοποιοί: Κόλιν Φάρελ, Ράσελ Κρόου, Τζένιφερ Κόνελι κ.ά.

Περιγραφή


Ο Πίτερ, ο κεντρικός ήρωας, μεγάλωσε με Δαίμονες, από τη στιγμή που τον περιμάζεψε ο δαίμονας Πέρλι, όταν οι γονείς του τον άφησαν σε ένα πλοιάριο-μινιατούρα ονόματι «City of Justice», το οποίο βρήκαν στο καράβι, με την ελπίδα να φτάσει στην ακτή, καθώς τους απαγορεύτηκε η είσοδος στις ΗΠΑ, το 1895. Η αφήγηση χρονικά ξεκινάει τότε και συνεχίζεται το 1916 και το 2011. Ο Πίτερ, όταν μεγαλώνει, αλλάζει στρατόπεδα από το κακό στο καλό, επιθυμώντας να κλέψει μία ζωή, εκείνη της αγαπημένης του, για να τη σώσει από το θάνατο. Κάποιες φορές, όμως, στα μυστήρια των θαυμάτων γίνονται αναπάντεχες εκπλήξεις και ανατροπές.
       Είναι μία παραμυθένια αλληγορική ιστορία για το φως και το σκοτάδι, με Άγγελους και Δαίμονες, με μία δυνατή αγάπη στη μέση όλων αυτών και με ένα πεπρωμένο, που αποκαλύπτεται λίγο πριν το θάνατο.

Αξιοσημείωτα:

«Όλοι συνδεόμαστε μεταξύ μας, κάθε μωρό που γεννιέται φέρει μέσα του ένα θαύμα, ένα σκοπό μοναδικό. Και κάθε θαύμα είναι ταγμένο σε έναν άνθρωπο και μόνο. Είμαστε ταξιδευτές στην ακτή του πεπρωμένου, σε αναζήτηση εκείνου για τον οποίο προορίζεται. Αλλά το νου σας! Όσο ψάχνουμε για το φως, το σκοτάδι συγκεντρώνεται, και η αιώνια πάλη μεταξύ καλού και κακού δε γίνεται με μεγάλους στρατούς, αλλά κάθε φορά με μία ζωή χωριστά».

«Όταν η αληθινή αγάπη χάνεται, η ζωή αιμορραγώντας αδειάζει από κάθε νόημα, μένουμε κενοί, αλλά το πεπρωμένο εν δυνάμει παραμένει: Ο προορισμός μας μπορεί ακόμα να αποκαλυφθεί, και μια στο τόσο μπορεί η περιπλάνηση για το φανέρωμα του πεπρωμένου να νικήσει ακόμα και τον ίδιο το χρόνο».

«Καμία ζωή δεν είναι πιο σημαντική από μία άλλη και τίποτα δε γίνεται άσκοπα. Τίποτα. Κι αν είμαστε όλοι μέρος ενός μεγαλύτερου σχεδίου, το οποίο μπορεί κάποια μέρα να κατανοήσουμε; Και μία μέρα, όταν θα έχουμε τελειώσει με όσα μόνο εμείς είμαστε σε θέση να κάνουμε, θα αναληφθούμε και θα επανενωθούμε με όσους πιο πολύ αγαπήσαμε σε έναν αιώνιο εναγκαλισμό. Κι αν γινόμαστε αστέρια;»

«Όσο πιο πολύ αρρωσταίνω, τόσο πιο ξεκάθαρα βλέπω ότι όλα συνδέονται με το φως».

«Γι’ αυτό αγαπάμε; Για να σώζουμε;»

«Είναι δυνατόν να αγαπάς κάποιον τόσο απόλυτα, που στο τέλος να μην μπορεί να πεθάνει;»

Η ταινία βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μαρκ Χέλπριν.



Βιβλία

Picture
Μικρομέγας (1752)

Συγγραφέας: Βολταίρος
Εκδόσεις: Νεφέλη
Έτος: 1988

Περιγραφή

Το βιβλίο γράφτηκε το 1750 και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1752. Στις σελίδες του ο συγγραφέας, αντιπρόσωπος και στοχαστής του Διαφωτισμού, περνάει με χιούμορ, που ενίοτε γίνεται καυστικό, με πνεύμα ανοιχτό και οξύ τις πραγματικές και διανοητικές του περιπέτειες και περιηγήσεις. Αφορμή του Μικρομέγα, του κεντρικού ήρωα, τις περιπλανήσεις του οποίου αφηγείται ένας γήινος ιστορικός, αναφέρεται εμμέσως στη δίωξή του από την Αυλή λόγω των σατιρικών του στίχων, εξαιτίας των οποίων για κάποιο διάστημα φυλακίστηκε. Αργότερα, έκανε πολλά ταξίδια, έζησε για χρόνια και εκτός Γαλλίας, μέχρι που λίγο πριν το θάνατό του, το 1778, επέστρεψε όντας πλέον αναγνωρισμένος. Στο στόχαστρό του, λοιπόν, βρίσκονται και διάφορα πρόσωπα, θεσμοί κ.λπ., τα οποία σατιρίζει ή για τα οποία εκφράζει συμπάθεια. Διαφαίνονται, επίσης, οι επιδράσεις και οι αξίες του Διαφωτισμού – ισότητα, σεβασμός στη Φύση, ανεκτικότητα κ.ά, η εμπιστοσύνη του συγγραφέα στην επιστήμη και τις κατακτήσεις της, χωρίς όμως μία στεγανή πρόσληψή τους, και η ανάγκη για καλλιέργεια του ανθρώπινου πνεύματος, που πρέπει να τίθεται σε λειτουργία.
       Ο Μικρομέγας είναι ένας γιγάντιος κάτοικος του πλανήτη Σείριου και φιλόσοφος, ο οποίος, αφού κάνει μία συμπαντική περιήγηση μαζί με έναν νάνο, για τα μέτρα του, κάτοικο του πλανήτη Κρόνου, καταλήγει στη Γη. Στην αρχή, νομίζουν ότι δεν κατοικείται, καθώς οι μικροσκοπικοί κάτοικοι της μυρμηγκοφωλιάς της είναι αόρατοι στο γυμνό μάτι. Στη συνέχεια, όμως, αντιλαμβάνονται την ύπαρξή τους και ανταλλάσσουν πληροφορίες γύρω από την επιστήμη και τις υπαρξιακές τους ανησυχίες. Το βιβλίο θυμίζει προσωπικό ημερολόγιο, χωρίς να είναι, σκέψεων, γνώσεων, εμπειριών, βιωμάτων κ.λπ., που γράφτηκαν κωδικοποιημένα για το ξένο μάτι. Στις σελίδες του περνούν προσωπικότητες της εποχής, φιλοσοφικές σκέψεις, ιστορικά γεγονότα, συλλογισμοί πάνω στη φυσική και τα μαθηματικά κ.λπ., που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν και ως επανάληψη για ένα παιδί και για έναν ενήλικα των όσων αποκόμισαν από κάποια σχολικά μαθήματα, πυροδοτώντας επιπλέον την περιέργεια για περεταίρω διερεύνηση, αλλά φιλτραρισμένα με τρόπο φανταστικό και ευχάριστο μέσα από μία σουρεαλιστική ιστορία. Είναι μαγικό το να μπορεί κάποιος να γελά και να ψυχαγωγείται με ένα βιβλίο γραμμένο πριν κάποιους αιώνες, το οποίο, όμως, διατηρεί τη φρεσκάδα του, σαν να γράφτηκε χτες. Εξαιρετικά αναζωογονητικό το ανάγνωσμα αυτό, που γίνεται ταξιδάκι για μικρούς και μεγάλους!

Ματιές από το βιβλίο:

 «“Η φύση είναι σαν τη φύση. Γιατί προσπαθείτε να τη συγκρίνετε με κάτι άλλο;”
         »“Για να σας ευχαριστήσω” απάντησε ο γραμματέας.
         »“Δεν θέλω να με ευχαριστήσετε” απάντησε ο ταξιδιώτης. “Θέλω να με διδάξετε” [...]
         »“Η φαντασία μας ξεπερνάει τις ανάγκες μας· [...] Και παρά την περιέργειά μας και τον αρκετά μεγάλο αριθμό των αισθημάτων που προκύπτουν απ’ τις εβδομήντα δύο αισθήσεις μας, έχουμε άφθονο χρόνο να πλήττουμε” [...]
     »“Έχω ταξιδέψει αρκετά· έχω δει θνητούς πολύ κατώτερούς μας· έχω όμως δει και πολύ ανώτερους· δεν έχω ωστόσο δει πουθενά θνητούς που να μην έχουν περισσότερες επιθυμίες από όσες είναι οι ανάγκες τους και περισσότερες ανάγκες από όσες είναι οι ικανοποιήσεις που δοκιμάζουν” [...]»[1].

«Α! έλεγε, συνέλαβα τη φύση επί το έργον. Τα φαινόμενα όμως τον απατούσαν: πράγμα που συμβαίνει πολύ συχνά, είτε χρησιμοποιεί κανείς μικροσκόπιο είτε όχι»[2].

«Νομίζετε ότι είναι πιο δύσκολο να γεννήσει κανείς μια σκέψη απ’ το να γεννήσει ένα παιδί; Για μένα και το ένα και το άλλο κρύβουν ένα εξίσου μεγάλο μυστήριο»[3].

«Στην Αυλή της χώρας μου ίσως να μην καταδέχονταν να σας κοιτάξουν· εγώ όμως δεν περιφρονώ κανέναν και σας προσφέρω την προστασία μου»[4].

Η μετάφραση είναι της Αλέκας Μουρίκη. Η ταιριαστή και αποδοσμένη με τρυφερότητα εικονογράφηση είναι του Φιλίπ Ντιμάς.

__________
[1] Βολταίρος, Μικρομέγας, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 1988, σσ. 21-22.
[2] Βολταίρος, Μικρομέγας, ό.π., σσ. 50.
[3] Βολταίρος, Μικρομέγας, ό.π., σσ. 53.
[4] Βολταίρος, Μικρομέγας, ό.π., σσ. 56.




Picture
Το φάντασμα των Κάντερβιλ (1887)

Συγγραφέας: Όσκαρ Γουάιλντ
Εκδόσεις: γράμματα
Έτος: 1982

Περιγραφή

Κάποιοι συγγραφείς είναι τόσο σαρωτικά δημιουργικοί και διανοητικά ανήσυχοι, που σε «υποχρεώνουν» να τους αγαπήσεις. Για μένα, ένας από αυτούς είναι και ο Όσκαρ Γουάιλντ. Το βιβλιαράκι αυτό συμπεριλαμβάνει τέσσερα διηγήματά του. Τα δύο πρώτα είναι πιο μεγάλα, ενώ τα δύο τελευταία –«Ο Εκατομμυριούχος Υπόδειγμα, Μια Έκφραση Θαυμασμού» και «Σφίγγα Δίχως Μυστικό, Ένα Σκίτσο»− μικρούλια μοιάζουν με σύντομα επεισόδια παρατήρησης του κόσμου. Στο πρώτο, «Το Φάντασμα των Κάντερβιλ, Ένα Υλο-Ιδεαλιστικό Ρομάντζο», βλέπουμε πώς μία οικογένεια αγόρασε έναν πύργο, «κληρονομώντας» μαζί και το φάντασμά του και πώς η αγάπη ξεπερνάει και το θάνατο. Η αφήγηση είναι καταιγιστική, οι συλλογισμοί που απορρέουν αιρετικοί, η λεπτή ειρωνεία ενίοτε ξεκαρδιστική, οι χαρακτήρες ξεκολλούν από το χαρτί και ο χώρος γίνεται σκηνή θεάτρου με τον αναγνώστη θεατή. Στο δεύτερο διήγημα, «Το έγκλημα του Λόρδου Άρθουρ Σάβιλ, Μία Μελέτη του Καθήκοντος», οι ρυθμοί πέφτουν, η ένταση αμβλύνεται, αλλά γίνεται πιο εσωτερική, το χιούμορ είναι φλεγματικό. Εδώ ο συγγραφέας διασκεδάζει ευφυώς την ανθρώπινη ανοησία, η οποία με τις καλύτερες προθέσεις μπορεί να διαπράξει εγκλήματα, ενώ την ίδια στιγμή η Ελευθερία είναι μία εφεύρεση της Γαλλικής Επανάστασης, η οποία κάθεται πάνω σε ωρολογιακή βόμβα − παιχνίδι.

Ματιές από το βιβλίο:

«Τίποτα δε μοιάζει τόσο με αθωότητα όσο μια αδιακρισία»[1].

«Τίποτα το ενδιαφέρον δεν είναι ποτέ σωστό»[2].

«Η άνεση είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να μας δώσει ο πολιτισμός μας»[3].

«Η σωστή βάση για το γάμο είναι η αμοιβαία παρεξήγηση»[4].

«Ένιωθε να τον πνίγει η αίσθηση της στειρότητας των προθέσεων»[5].

«Η καρδιά του καλλιτέχνη είναι το κεφάλι του, κι εξάλλου δουλειά μας είναι να παρουσιάζουμε τον κόσμο όπως τον βλέπουμε κι όχι να τον μεταρρυθμίζουμε όπως τον ξέρουμε»[6].

Τη μετάφραση έκανε η Ρένα Χατχούτ.

__________
[1] Όσκαρ Γουάιλντ, Το φάντασμα των Κάντερβιλ, γράμματα, Αθήνα, 1982, σσ. 68.
[2] Όσκαρ Γουάιλντ, Το φάντασμα των Κάντερβιλ, ό.π., σσ. 71.
[3] Όσκαρ Γουάιλντ, Το φάντασμα των Κάντερβιλ, ό.π., σσ. 73.
[4] Όσκαρ Γουάιλντ, Το φάντασμα των Κάντερβιλ, ό.π., σσ. 76.
[5] Όσκαρ Γουάιλντ, Το φάντασμα των Κάντερβιλ, ό.π., σσ. 117.
[6] Όσκαρ Γουάιλντ, Το φάντασμα των Κάντερβιλ, ό.π., σσ. 130.




Picture
Τα Χριστούγεννα του Μαιγκρέ (1951)

Συγγραφέας: Georges Simenon
Εκδόσεις: Άγρα
Έτος: 2013

Περιγραφή

Το βιβλίο συμπεριλαμβάνει τρία διηγήματα, με ιστορίες εξελισσόμενες την Παραμονή και την ημέρα των Χριστουγέννων. Στο πρώτο, με τίτλο «Τα Χριστούγεννα του Μαιγκρέ», ο γνωστός επιθεωρητής, συχνά κεντρικός ήρωας στα βιβλία του συγγραφέα, καλείται να λύσει μία μυστήρια υπόθεση που προκύπτει την ημέρα των Χριστουγέννων. Τα μόνα στοιχεία στη διάθεσή του είναι ένα επτάχρονο κορίτσι ακινητοποιημένο στο κρεβάτι με το πόδι στο γύψο, ένας Άγιος Βασίλης που εμφανίστηκε ξαφνικά στο δωμάτιό του και του χάρισε μία ωραία κούκλα, και μερικά ξηλωμένα σανίδια στο πάτωμα. Στην αφήγηση διακρίνονται οι μικρές λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά και λειτουργούν ως μεγεθυντικός φακός άλλων ηθών, συνηθειών και εποχής, τα οποία αποτυπώνονται γλαφυρά από το συγγραφέα. Η πλοκή είναι πλεγμένη εξαιρετικά, ενώ ο τρόπος ανάπτυξης των χαρακτήρων αφήνει να διαφανεί μία οξυδερκής ματιά ως προς στην κοινωνική παρατήρηση, όπως ταιριάζει και στον κεντρικό ήρωα.
       Στο δεύτερο διήγημα, με τίτλο «Εφτά μικροί σταυροί σ’ ένα σημειωματάριο», παρακολουθούμε μία αγωνιώδη νύχτα και την επόμενη περιπετειώδη ημέρα, Παραμονή και ανήμερα των Χριστουγέννων, σε ένα τμήμα Άμεσης Δράσης, με τηλεφωνικό κέντρο και με ένα μεγάλο χάρτη του Παρισιού, όπου ανάβουν λαμπάκια, σηματοδοτώντας τα διάφορα περιστατικά στην πόλη. Πρέπει να λυθεί μία υπόθεση δολοφονιών, με μόνα στοιχεία ένα παιδικό καρό ματωμένο μαντήλι, έναν άνεργο πατέρα, ο οποίος έκρυψε από το δεκάχρονο γιο του το γεγονός της απόλυσής του, και μία δολοφονημένη γριά τοκογλύφο, που τυγχάνει και πεθερά του. Το τρίτο διήγημα, με τίτλο «Το μικρό εστιατόριο της οδού Τερν», είναι ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι για ενήλικες, όπως διευκρινίζεται, και αφορά χαρακτήρες του περιθωρίου, τη μοναξιά και έναν ιδιόρρυθμο, αυτόκλητο Άγιο Βασίλη.
       Και στα τρία διηγήματα ένα από τα στοιχεία που καθίσταται σαφές είναι το πώς ένα έγκλημα μπορεί από μακρινή υπόθεση να γίνει κάτι οικείο, είτε γιατί μπορεί ξαφνικά να συσχετίζεται με γνωστά ή οικογενειακά πρόσωπα είτε γιατί συμβαίνει στη γειτονιά, στην πολυκατοικία μας κ.λπ. Δημιουργείται έτσι μία αλυσίδα καταστάσεων που προβάλλει την αλληλεπίδραση των μελών μίας κοινωνίας. Το γεγονός επίσης ότι δίπλα στη γενικευμένη χαρά των ημερών ξετυλίγονται μικρά ανώνυμα δράματα. Οι αστυνομικές ιστορίες του συγγραφέα θυμίζουν την ατμόσφαιρα των ταινιών νουάρ και, διαβάζοντάς τες, η μεγάλη οθόνη ανάβει μαγικά μπροστά μας. Τα βιβλία του Σιμενόν ανήκουν σε εκείνες τις σειρές από τις οποίες δεν μπορείς να διαβάσεις μόνο ένα. Όπως συμβαίνει με τον Ηρακλή Πουαρό στα βιβλία της Αγκάθα Κρίστι και με το Σέρλοκ Χολμς του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, οι χαρακτήρες και οι ιστορίες τους απορροφούν τον αναγνώστη· εξάπτουν την περιέργεια διερεύνησης πιο πολλών πτυχών των ηρώων, προκειμένου να εισέλθουμε στον κόσμο των περιπετειών τους.

Τη μετάφραση έκανε η Αργυρώ Μακάρωφ.



Picture
Οι μεταμορφώσεις του Πίκτορ (1954)

Συγγραφέας: Έρμαν Έσσε
Εκδόσεις: Καστανιώτης
Έτος: 1996

Περιγραφή

Το βιβλιαράκι αυτό είναι μία μικρή αποκάλυψη, και από άποψη περιεχομένου και αισθητικής. Συμπεριλαμβάνει ένα ερωτικό παραμύθι, γραμμένο το 1922 για τη δεύτερη σύζυγο του συγγραφέα Ρουθ Βένγκερ, το οποίο εμπλούτισε με δική του ευφάνταστη εικονογράφηση ο Έρμαν Έσσε. Υπάρχουν, ακόμα, μία επιλογή ποιημάτων και στο τέλος το ενδιαφέρον «Επίμετρο» του Φόλκερ Μίχελς (Φρανκφούρτη, Απρίλιος 1975), του επιμελητή της έκδοσης της αλληλογραφίας και των ανέκδοτων έργων του συγγραφέα. Εκεί πληροφορούμαστε πως το παραμύθι του Πίκτορ εικονογραφούνταν σε συλλεκτικά, διαφορετικά μεταξύ τους, μοναδικά τετράδια, τα οποία ο Έσσε πουλούσε ή χάριζε σε φίλους. Απέφευγε να το εκδώσει, γιατί θα έχανε την ιδιότητα του μεταβλητού, ένα βασικό στοιχείο και χαρακτηριστικό του κεντρικού του ήρωα. Πρώτη φορά εκδόθηκε το 1925 σε 650 αντίτυπα από το Σύλλογο Φίλων του Βιβλίου στο Κέμνιτς. Έχει ενδιαφέρον ότι οι δεξιές σελίδες παρέμειναν κενές, προκειμένου να τις εικονογραφήσει ο συγγραφέας. Μάλιστα ο ίδιος ισχυριζόταν πως «το παραμύθι προήλθε εξολοκλήρου από εικόνες, οι οποίες, κατά συνέπεια, ανήκουν ολοκληρωτικά σ’ αυτό, κι ότι γι’ αυτόν τον ίδιο δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στη ζωγραφική και στην ποίησή του, επειδή ούτε στη μία ούτε στη άλλη ακολουθεί τη νατουραλιστική, αλλά μονάχα την ποιητική αλήθεια»[1].
       Το χρωματιστό, ερωτικό αυτό παραμύθι – τραγούδι γράφτηκε λίγο μετά την ολοκλήρωση του Σιντάρτα και είναι προορισμένο «να διαβάζεται δυνατά, γιατί έτσι έχει σχεδιαστεί»[2]. Αναδεικνύει τη χαρά και τη σημασία και τη δύναμη της μεταμόρφωσης στη διαρκή κίνηση της ζωικής ενέργειας, την οποία διασφαλίζει. Επίσης την πολλαπλότητα μέσα από την ενότητα, τη διπολικότητα −διαρκές μοτίβο του Έσσε−, που καταλήγει στην ολότητα από την οποία προκύπτει, και προβάλλει ακόμα την αξία των σωστών επιλογών την κατάλληλη στιγμή, οι οποίες οδηγούν στο μονοπάτι της ολοκλήρωσης, μέσα από την αγάπη, την εξέλιξη και την αλλαγή. Τα ποιήματα που το ακολουθούν αποτελούν πολλές μικρές μεταμορφώσεις, συγκεντρωμένες στην ίδια ενότητα.

Μία ιδέα:

«Έσχατη Δοκιμασία

Και πάλι από την άπλα της ζωής
στην άκρη η μοίρα βίαια με σέρνει:
σκοτάδια, δυστυχία, φτώχεια φέρνει –
σαν να με δοκιμάζει εξαρχής.

Λοιπόν; Γελάστηκα πως είχα φτάσει
στων γηρατειών την ήρεμη σοφία;
Αληθινό ήταν δώρο, που ’χω χάσει,
ή άφεση για κάθε αμαρτία;

Στα χέρια μου ίσως κράτησα παλιά
την ευτυχία: λίγο λίγο λιώνει
σαν χιόνι τώρα, μακριά κυλά –
χάνονται οι μέρες κι η χαρά θαμπώνει.

Γυρνώ και όσα έζησα κοιτώ –
ερείπια μοιάζουν, θρύψαλα και σκόνη
θα τέλειωνα κι εγώ μ’ ό,τι τελειώνει,
μα έμαθα ένα πείσμα να κρατώ.

Στα βάθη της ψυχής μου με στηρίζει
αυτό το πείσμα – αντίπαλος να στρέφω
της μοίρας μου, κι ό,τι με βασανίζει
στην κόλαση σαν δώρο να επιστρέφω.

Παράξενη, στ’ αλήθεια, επιμονή!
Σαν τα παιδιά κι οι ποιητές πιστεύουν
πως κι αν σταθούν στο χείλος κι αγναντεύουν
την κόλαση, ένα αστέρι θα φανεί»[3].

Τη μετάφραση του βιβλίου έκανε η Κυριακή Συντέλη και των ποιημάτων ο Γιώργος Κοροπούλης.

__________
[1] Έρμαν Έσσε, Οι μεταμορφώσεις του Πίκτορ, Εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα, 1996, σσ. 105.
[2] Έρμαν Έσσε, Οι μεταμορφώσεις του Πίκτορ, ό.π., σσ. 77.
[3] Έρμαν Έσσε, Οι μεταμορφώσεις του Πίκτορ, ό.π., σσ. 69-70.




Picture
Χριστουγεννιάτικα διηγήματα Ελλήνων Συγγραφέων (1989)

Συγγραφέας: Συλλογικό
Εκδόσεις: Gutenberg
Έτος: 1989

Περιγραφή

Αυτό είναι το πρώτο βιβλίο μίας εορταστικής ανθολογίας διηγημάτων. Στη σειρά μπορεί να βρει κανείς και άλλες συλλογές διηγημάτων για την Πρωτοχρονιά, τα Φώτα, το Πάσχα κ.λπ. Εδώ, συμπεριλαμβάνονται ιστορίες των Αντρέα Καρκαβίτσα, Αντώνη Τραυλαντώνη, Πηνελόπης Δέλτα, Στέφανου Δάφνη και Φώτου Πολίτη. Έχουν ενδιαφέρον τέτοιες ανθολογίες, γιατί σε λίγες σελίδες διασφαλίζεται η ποικιλία της γραφής διαφορετικών λογοτεχνών, με το ιδιαίτερο ύφος, το γλωσσικό ιδίωμα και τις προτιμήσεις του καθενός ως προς τη θεματολογία. Στο τέλος του βιβλίου βρίσκει ο αναγνώστης σύντομα βιογραφικά σημειώματα και επιπλέον στοιχεία για τα διηγήματα.
       Το πρώτο και εισαγωγικό στη σειρά διήγημα του Αντρέα Καρκαβίτσα, με τίτλο «Θείον Όραμα» (Λόγια της Πλώρης, 1899), είναι τοποθετημένο στο γνωστό πλαίσιο του συγγραφέα με το πλήρωμα, τους ναύτες και τους θερμαστές, που μαζεμένοι γύρω από μία θερμάστρα και «τριγυρισμένοι από το άγριο μούγκρισμα της Μαύρης Θάλασσας» ακούνε την αφήγηση του Κώστα Αξιώτη για τη γέννηση του Ιησού. Το δεύτερο, με τίτλο «Τα Χριστούγεννα του Αμερικάνου» (Κέρκυρα 1901, Η Κρουσταλλένια κι Άλλα Διηγήματα, τ. Β’, 1922), είναι του Αντώνη Τραυλαντώνη. Σε αυτό πραγματεύεται με ευαισθησία και οξυδέρκεια θέματα, όπως η ξενιτιά, η γονεϊκή εξουσία, η φτώχεια, οι νοοτροπίες και οι δυσκολίες που προκύπτουν, στη μικρή κοινωνία των Παξών. Στο τρίτο, με τίτλο «Μεσολογγίτικα Χριστούγεννα» (Παραμύθια και Άλλα, 1915), η Πηνελόπη Δέλτα μάς μεταφέρει πίσω στο χρόνο και στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822, σε συνθήκες διαβίωσης δυσχερείς και σε διαπλεκόμενα συμφέροντα και καταστάσεις που όριζαν τη ζωή των ανθρώπων. Το τέταρτο διήγημα, με τίτλο «Ο Ξένος των Χριστουγέννων», είναι του Στέφανου Δάφνη. Δημιουργεί σε αυτό μία οικεία και ζεστή γιορτινή ατμόσφαιρα, με επίκεντρο μία οικογένεια που απρόσμενα φιλοξενεί έναν άντρα, ο οποίος αρχικά μοιάζει με άστεγο ή με ζητιάνο. Και στο τελευταίο, με τίτλο «Τα Χριστούγεννα του Ατζιμπαντώνη» (εφ. «Πολιτεία», 1921), ο Φώτος Πολίτης φτιάχνει με χιούμορ ένα νοερό θεατρικό σκηνικό στην Πόλη την εποχή των αυτοκρατόρων, όπου ένας παπουτσής με πείσμα στριμώχνει τα πόδια του σε στενά παπούτσια.



Picture
Η ιστορία ενός γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει (1996)

Συγγραφέας: Luis Sepúlveda
Εκδόσεις: opera
Έτος: 2013

Περιγραφή

Αυτό είναι ένα παραμυθένιο βιβλίο για όλες τις ηλικίες και για όποιον επιθυμεί να ξαναθυμηθεί το παιδί που κρύβει μέσα του. Η ιστορία χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο Α’ Μέρος ο αναγνώστης παρακολουθεί το πώς το αυγό ενός γλάρου κατέληξε στην προστασία του μαύρου, πελώριου και χοντρού γάτου Ζορμπά. Στο Β’ Μέρος βλέπουμε όλη την εσωτερική και πραγματική διαδρομή που αυτός διανύει, προκειμένου να τηρήσει τρεις υποσχέσεις, με τη βοήθεια των φίλων του, καθώς «το νιαούρισμα που δίνει ένας γάτος του λιμανιού δεσμεύει όλους τους γάτους του λιμανιού»[1]. Το ύφος του συγγραφέα είναι άμεσο, παραστατικό, με πολύ χιούμορ, το περιεχόμενο είναι πλήρες εικόνων και νοημάτων και τη δομή διακρίνουν πολλά θεατρικά στοιχεία. Διαβάζοντάς το κανείς περνάει όμορφα, σαν να παρακολουθεί έργο επί σκηνής, ενώ ο σουρεαλιστικός κόσμος του Sepúlveda καταφέρνει να καταλύσει με τη φαντασία του κάθε αντίσταση λογικής, στοχεύοντας σε μία άνευ όρων παράδοση στο παράδοξο. Έπειτα, από το πιο αλλόκοτο ζευγάρι μπορεί να προκύψουν θαυμάσια πράγματα. Και μη γελιέστε! Οι γάτοι και όλα τα πλάσματα του ζωικού βασιλείου, πέραν ημών, μιλούν και μας καταλαβαίνουν, ίσως καλύτερα από όσο καταλαβαινόμαστε μεταξύ μας, ακόμα κι αν εμείς δεν το ξέρουμε...

Ματιές από το βιβλίο:

«Με τα φτερά τους ακίνητα, κολλημένα στο σώμα τους, οι γλάροι αποτελούσαν εύκολη λεία για τα μεγάλα ψάρια, ή πέθαιναν αργά, από ασφυξία, καθώς το πετρέλαιο έφραζε όλους τους τους πόρους. [...]
          »Πολλές φορές, από ψηλά, είδε πώς κάτι μεγάλα πετρελαιοφόρα επωφελούνταν τις μέρες που ’χε στεριανή ομίχλη για να βγουν στη θάλασσα και να πλύνουν τις δεξαμενές τους. Σκόρπιζαν στη θάλασσα χιλιάδες λίτρα από μια ουσία παχύρρευστη και μολυσματική, που επέπλεε στο κύμα»[2].

«Μα το μελάνι της σουπιάς! Φριχτά πράγματα συμβαίνουν στη θάλασσα. Καμιά φορά, αναρωτιέμαι μήπως κάποιοι άνθρωποι έχουν τρελαθεί κι έχουν βαλθεί να μετατρέψουν τον ωκεανό σ’ έναν απέραντοι σκουπιδότοπο. Μόλις κάναμε καθάρισμα στην εκβολή του Έλβα, και δεν μπορείτε να φανταστείτε τι είδαν τα μάτια μας. Μα το καύκαλο της χελώνας! Η φαγάνα έβγαλε πάνω μπουκάλια εντομοκτόνων, λάστιχα αυτοκινήτων και χιλιάδες απ’ αυτά τα καταραμένα πλαστικά μπουκάλια που οι άνθρωποι παρατάνε στις παραλίες»[3].

«Οι γάτες ήξεραν για τη θλιβερή τύχη των δελφινιών που έδειξαν στους ανθρώπους τη νοημοσύνη τους, κι εκείνοι τα καταδίκασαν να κάνουν τούμπες σε δελφινάρια. Κι ήξεραν όλες τις ταπεινώσεις στις οποίες οι άνθρωποι υποβάλλουν οποιοδήποτε ζώο αποδεικνύεται έξυπνο και επιδεκτικό: τα λιοντάρια, τα μεγάλα αιλουροειδή που υποχρεώνονται να ζουν πίσω απ’ τα σίδερα ή στα τσίρκα, για να βάζει ένας κρετίνος το κεφάλι του μέσα στο στόμα τους· τους παπαγάλους, που τους κλείνουν σε κλουβιά και τους βάζουν να επαναλαμβάνουν ανοησίες»[4].

Η μετάφραση είναι του Αχιλλέα Κυριακίδη και το εξώφυλλο και η εικονογράφηση φιλοτεχνημένα από την Claudia Bielinksy.

Και, επειδή τελικά διάφοροι γάτοι έγιναν κεντρικοί ήρωες βιβλίων, θα βρείτε πιο πολλούς στο 3ο τεύχος Μαρτίου-Απριλίου 2013 της «Τρελής piñata», με θέμα τα «Παραμύθια για μικρούς και για μεγάλους!» (Β’ Μέρος), όπου παρουσιάζονται τα βιβλία του Ευγένιου Τριβιζά Η τελευταία μαύρη γάτα (2001) και του Πέτρου Τατσόπουλου Ο Σίσυφος στο μπαλκόνι (2009):

__________
[1] Luis Sepúlveda, Η ιστορία ενός γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει, Εκδόσεις opera, Αθήνα, 2013, σσ. 63.
[2] Luis Sepúlveda, Η ιστορία ενός γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει, ό.π., σσ. 28.
[3] Luis Sepúlveda, Η ιστορία ενός γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει, ό.π., σσ. 102.
[4] Luis Sepúlveda, Η ιστορία ενός γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει, ό.π., σσ. 125-126.




Picture
Η κότα που ονειρευόταν να πετάξει (2000)

Συγγραφέας: Sun-Mi Hwang
Εκδόσεις: Διόπτρα
Έτος: 2014

Περιγραφή

Αυτό το παραμυθένιο βιβλίο παίρνει μικρούς και μεγάλους από το χέρι, ξετυλίγοντας αβίαστα τους συλλογισμούς της συγγραφέα μέσα από μία φανταστική ιστορία, που δημιουργεί ένα αίσθημα οικειότητας. Ίσως γιατί, όταν είμαστε μικροί, μαθαίνουμε τα είδη των ζώων, τις φωνές τους κ.λπ. Μοιάζει με ένα «μάθημα» παρατήρησης του κόσμου ή με δημιουργική παράδοση των πορισμάτων της. Σε αυτά, λοιπόν, μία κότα, κλεισμένη στο κοτέτσι και προορισμένη να γεννάει αυγά, ονειρεύεται μία διαφορετική ζωή στην αυλή. Όταν αποτυγχάνει να εκπληρώσει το σκοπό της, γίνεται ανεπιθύμητη και ανακαλύπτει, αφού γλιτώνει από του Χάρου τα δόντια, στο λάκκο του θανάτου, ότι ούτε οι προδιαγεγραμμένοι κανόνες τής αρέσουν ούτε η ζωή έξω από το κοτέτσι είναι όπως την είχε φανταστεί. Στη μετάβασή της, ωστόσο, από τη μία κατάσταση στην άλλη, κερδίζει ένα φίλο, τον παρατρεχάμενο πρασινοκεφαλόπαπια, έναν ανεπιθύμητο και παρείσακτο ξένο στον αχυρώνα, μία αγριόπαπια που ξέμεινε εκεί, γιατί δεν μπορεί να πετάξει. Αυτός της προσφέρει εξαρχής όσο μπορεί τη βοήθειά του. Ο επόμενος στόχος της κότας Μπουμπουκίτσας, στη συνέχεια, και εφόσον μαθαίνει να επιβιώνει μακριά από την προστασία της αυλής, είναι να πραγματοποιήσει το όνειρό της, εκείνο το οποίο θα δώσει το νόημα που η ίδια επιθυμεί στη ζωή της και όχι εκείνο που της ορίζουν άλλοι. Θέλει να κλωσήσει ένα αυγό και όχι μόνο να το γεννήσει προς κατανάλωση.
         Η συγκινητική και πολύ χαριτωμένη αυτή ιστορία κρύβει στα φτερά της και υποστηρίζει με κάθε τρόπο πολλές αξιόλογες ιδέες και πραγματικότητες, όπως την ανοχή του διαφορετικού, τη δύναμη της θέλησης, το ευπροσάρμοστο της ανάγκης για επιβίωση, το θάρρος υπεράσπισης της γνώμης και των προσωπικών επιλογών, την εσωτερική εξέλιξη μέσα από την υπέρβαση των προκλήσεων και των δυσχερειών, την ισχύ της αγάπης και το σεβασμό της προσωπικότητας του άλλου, τη σημασία και τη δυσκολία τού ανήκειν χωρίς να προδίδει κάποιος τον εαυτό του, και άλλα πολλά...

Ματιές από το βιβλίο:

«Δείχνουμε διαφορετικοί, γι’ αυτό και δεν μπορούμε να καταλάβουμε ακριβώς τι κρύβει ο καθένας βαθιά μέσα στην καρδιά του, όμως αγαπάμε ο ένας τον άλλον με τον δικό μας τρόπο»[1].

«Μολονότι μια πολύτιμη ζωή είχε χαθεί, έσβησε σαν κερί μέσα σε μια στιγμή, ο κόσμος εξακολουθούσε να είναι γαλήνιος και ατάραχος»[2].

«Καμιά φορά ένα “αντίο” και ένα “χαίρε” τυχαίνει να συμβούν την ίδια στιγμή»[3].

«Είναι δύσκολο να περνάς τη ζωή σου χωρίς να ανήκεις κάπου, να μην είσαι ούτε ακριβώς άγριος ούτε ακριβώς εξημερωμένος»[4].

Τη μετάφραση έκανε η Αναστασία Καλλιοντζή

__________
[1] Συγγραφέας: Sun-Mi Hwang, Η κότα που ονειρευόταν να πετάξει, Εκδόσεις Διόπτρα, Αθήνα, 2014, σσ. 69.
[2] Συγγραφέας: Sun-Mi Hwang, Η κότα που ονειρευόταν να πετάξει, ό.π., σσ. 71-72.
[3] Συγγραφέας: Sun-Mi Hwang, Η κότα που ονειρευόταν να πετάξει, ό.π., σσ. 73.
[4] Συγγραφέας: Sun-Mi Hwang, Η κότα που ονειρευόταν να πετάξει, ό.π., σσ. 93.




Picture
Η Ιστορία του Κόσμου σε 6 Ποτήρια (2005)

Συγγραφέας: Tom Standage
Εκδόσεις: Κέδρος
Έτος: 2006

Περιγραφή

Σε αυτό το βιβλίο βρίσκει ο αναγνώστης μία ευμεγέθη, αλλά εκλαϊκευμένη και επομένως ευανάγνωστη, μελέτη ιστορικών περιόδων και γεγονότων, παρουσιασμένων μέσα από την ιστορία γνωστών ροφημάτων και ποτών, βάσει της βαρύτητας που έχουν στην καθημερινότητα, στις συνήθειες, στην οικονομία κάθε εποχής κ.λπ., ενώ ο συγγραφέας παραλληλίζει συχνά το πώς αυτά μεταβολίζονται στο σήμερα. Και, εφόσον, όπως αναφέρει στην «Εισαγωγή», «Η δίψα είναι φονικότερη από την πείνα [...] Σήμερα τα ποτά εξακολουθούν να διαμορφώνουν την ανθρώπινη ιστορία»[1], διαφωτίζει υπό αυτό το πρίσμα πτυχές της ανθρώπινης σκέψης και δραστηριότητας, προσφέροντας ένα διαφορετικό κίνητρο, για να εμπλουτίσει κάποιος τις ιστορικές του γνώσεις. Έτσι, βρίσκουμε την «Μπίρα στη Μεσοποταμία και στην Αίγυπτο», το «Κρασί στην Ελλάδα και στη Ρώμη», τα «Οινοπνευματώδη την Εποχή της Αποικιοκρατίας», τον «Καφέ στον Αιώνα των Φώτων», το «Τσάι και τη Βρετανική Αυτοκρατορία» και την «Κόκα Κόλα και την Άνοδο της Αμερικής». Στο τέλος, ακολουθούν ο «Επίλογος», το «Παράρτημα» με αναφορά στα ποτά της Αρχαιότητας, οι «Σημειώσεις», οι «Πηγές» και το πολύ χρήσιμο «Ευρετήριο».

Ματιές από το βιβλίο:

Από το υποκεφάλαιο «Η φιλοσοφία της αμπέλου», στο κεφάλαιο «Οι χαρές του οίνου», στη θεματική ενότητα «Το Κρασί στην Ελλάδα και στη Ρώμη»:

«Το συμπόσιο ήταν η αντανάκλαση της ανθρώπινης φύσης με όλες τις καλές και τις κακές πτυχές της. Αλλά, αν ακολουθηθούν οι σωστοί κανόνες, κατέληγε ο Πλάτωνας, το καλό θα υπερείχε του κακού. Πράγματι, όταν ίδρυσε την Ακαδημία του λίγο έξω από την Αθήνα, όπου δίδαξε για σαράντα χρόνια και έγραψε τα περισσότερα έργα του, το συμπόσιο αποτέλεσε τη βάση της διδακτικής μεθόδου του. Μετά τις διαλέξεις και τις συζητήσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας, εκείνος και οι μαθητές του τρωγόπιναν μαζί, όπως αναφέρει ένας χρονικογράφος, για να “απολαύσουν ο ένας τη συντροφιά του άλλου και, κυρίως, για να αναζωογονηθούν με λόγια συζήτηση”. Κρασί υπήρχε, κατά τις εντολές του Πλάτωνα, σε μικρές ποσότητες, ώστε να διασφαλιστεί ότι η κύρια μορφή αναζωογόνησης θα ήταν πνευματική· ένας σύγχρονός του παρατηρεί ότι όσοι δειπνούσαν με τον Πλάτωνα αισθάνονταν μεγάλη ευεξία την επόμενη μέρα. Δεν υπήρχαν μουσικοί ή χορευτές, γιατί ο Πλάτωνας πίστευε ότι οι μορφωμένοι άντρες θα πρέπει να είναι σε θέση να ψυχαγωγούνται “μιλώντας και ακούγοντας ο ένας τον άλλον με τη σειρά”. Σήμερα η ίδια δομή επιβιώνει με τη μορφή ακαδημαϊκών σεμιναρίων ή συμποσίων· οι συμμετέχοντες μιλούν ο καθένας με τη σειρά και ακολουθεί συζήτηση ή αντίλογος μέσα σε συγκεκριμένο πλαίσιο»[2].

Από το υποκεφάλαιο «Το πρώτο παγκόσμιο ποτό», στο κεφάλαιο «Όρτσα τα πανιά», στη θεματική ενότητα «Τα Οινοπνευματώδη την Εποχή της Αποικιοκρατίας»:

«Το Σεπτέμβριο του 1647, ατενίζοντας την πλώρη του Αχιλλέα, ο Άγγλος Ρίτσαρντ Λάιγκον αντίκρισε για πρώτη φορά το νησί της Καραϊβικής Μπαρμπάντος. “Όσο πλησιάζουμε το χαρούμενο αυτό νησί, τόσο πιο όμορφο φαντάζει στα μάτια μας” , γράφει στο ημερολόγιό του. Αλλά, όταν ο Λάιγκον και οι συνταξιδιώτες του αποβιβάστηκαν, ανακάλυψαν ένα περιβάλλον λιγότερο ειδυλλιακό· το Μπαρμπάντος μαστιζόταν από την πανούκλα. Αυτό παρακώλυσε τα σχέδιά τους, και ο Λάιγκον, αντί για λίγες μέρες που σκόπευε, παρέμεινε στο νησί τρία χρόνια. Σ’ αυτό το διάστημα συνέταξε λεπτομερή κατάλογο της πλούσιας χλωρίδας και πανίδας του νησιού, των εθίμων των κατοίκων του και των φυτειών ζαχαροκάλαμου.
       »Οι πρώτοι Άγγλοι έποικοι που έφτασαν στο Μπαρμπάντος το 1627 το βρήκαν ακατοίκητο. Προσπάθησαν να καλλιεργήσουν καπνό, που είχε γίνει δημοφιλής στη χώρα τους και πηγή πλούτου για τους παραγωγούς της Βιρτζίνια, αλλά δυστυχώς ο καπνός του Μπαρμπάντος ήταν, γράφει ο Λάιγκον, “ο χειρότερος του κόσμου”. Έτσι οι έποικοι έφεραν μαζί τους ζαχαροκάλαμο, μηχανήματα και τεχνογνωσία από τη Βραζιλία. Στα τρία χρόνια που έμεινε εκεί ο Λάιγκον η ζάχαρη είχε γίνει το κυριότερο προϊόν του νησιού. Η παραγωγή στηριζόταν κυρίως στην εργασία των σκλάβων. Ο Λάιγκον ήρθε αντιμέτωπος με το θεολογικό εξορθολογισμό της δουλείας, όταν, έχοντας εξηγήσει σε έναν μαύρο σκλάβο τη λειτουργία της πυξίδας, εκείνος του ζήτησε να βαπτιστεί χριστιανός, “γιατί πίστευε ότι εισερχόμενος στο χριστιανισμό θα γινόταν κάτοχος όλης αυτής της γνώσης που λαχταρούσε”. Ο Λάιγκον μετέφερε τον αίτημά του στον επιστάτη, για να λάβει την απάντηση ότι ήταν αδύνατο, γιατί “σύμφωνα με τον αγγλικό νόμο, οι σκλάβοι δεν μπορούν να γίνουν χριστιανοί”· όποιος σκλάβος ασπαζόταν το χριστιανισμό θα έπρεπε να απελευθερωθεί, πράγμα αδιανόητο, αφού αυτό θα παρακώλυε την επικερδή παραγωγή ζάχαρης. Μέσα σε μια δεκαετία το Μπαρμπάντος είχε γίνει κυρίαρχος στον τομέα του και οι “βαρόνοι της ζάχαρής” του συγκαταλέγονταν ανάμεσα στους πλουσιότερους ανθρώπους του Νέου Κόσμου.
        »Οι καλλιεργητές του Μπαρμπάντος όμως δεν πήραν μόνο ζαχαροκάλαμο και μηχανήματα από τη Βραζιλία· έμαθαν και έναν τρόπο ώστε να αξιοποιούν (με ζύμωση και κατόπιν με απόσταξη) τα παραπροϊόντα της διαδικασίας, για να παρασκευάσουν ένα δυνατό αλκοολούχο ποτό. Οι Πορτογάλοι το ονόμαζαν κονιάκ ζαχαροκάλαμου και το έφτιαχναν είτε από το χυμό του ζαχαροκάλαμου είτε από τον αφρό που ανέβαινε στην επιφάνεια όταν αυτός έβραζε. Οι παραγωγοί του Μπαρμπάντος όμως προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα: άρχισαν να χρησιμοποιούν τη μελάσα, ένα ειδάλλως άχρηστο κατάλοιπο της επεξεργασίας του ζαχαροκάλαμου. Έτσι κατόρθωσαν να φτιάξουν πολύ πιο φθηνό κονιάκ χωρίς να ζημιώσουν καθόλου την παραγωγή· μονά ζυγά, ήταν όλα δικά τους»[3].

Από το υποκεφάλαιο «Η κοινωνία της πληροφόρησης», στο κεφάλαιο «Το διαδικτυακό καφενείο», στη θεματική ενότητα «Ο Καφές στον Αιώνα των Φώτων»:

«Όταν ένας Ευρωπαίος επιχειρηματίας του δέκατου έβδομου αιώνα ήθελε να μάθει τα τελευταία επιχειρηματικά νέα, να πληροφορηθεί τις τιμές των προϊόντων, να ακούσει τα τελευταία πολιτικά κουτσομπολιά, να μάθει τη γνώμη του κοινού για ένα βιβλίο ή να ενημερωθεί για τις πιο πρόσφατες επιστημονικές ανακαλύψεις, το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να επισκεφτεί ένα καφενείο. Εκεί μπορούσε, με το αντίτιμο ενός φλιτζανιού (ή “πιάτου”) καφέ, να διαβάσει τις εφημερίδες, να συζητήσει με άλλους πελάτες, να κλείσει μία εμπορική συμφωνία ή να συμμετάσχει σε λογοτεχνικές και πολιτικές συζητήσεις. Τα ευρωπαϊκά καφενεία λειτουργούσαν ως κέντρα ανταλλαγής πληροφοριών για επιστήμονες, επιχειρηματίες, συγγραφείς και καλλιτέχνες. Ακριβώς σαν τις σύγχρονες ιστοσελίδες, έσφυζαν από κίνηση, ήταν συχνά αναξιόπιστες πηγές πληροφόρησης και συνήθως ειδικεύονταν σε έναν τομέα. Ήταν τα σημεία διανομής δεκάδων εφημερίδων, προκηρύξεων, επιφυλλίδων και διαφημιστικών φυλλαδίων. [...] Τα έντυπα αυτά, εκτός των άλλων, μετέφεραν το πνεύμα των καφενείων στην επαρχία και στις μικρές πόλεις. [...]
        »Ανάλογα με τα ενδιαφέροντα της πελατείας τους, πολλά καφενεία είχαν αναρτήσει πίνακες με τις τιμές των προϊόντων, των μετοχών ή με τα δρομολόγια των εμπορικών πλοίων· άλλα είχαν συνδρομές σε ξένες εφημερίδες, ώστε να μαθαίνουν οι πελάτες τους τις ειδήσεις του εξωτερικού. Κάποια καφενεία συνδέονταν με επαγγελματικούς κλάδους· έτσι, αν κάποιος ηθοποιός, μουσικός ή ναύτης έψαχνε για δουλειά, δεν είχε παρά να επισκεφτεί το αντίστοιχο καφενείο. Εκείνα που μοιράζονταν την ίδια πελατεία ή ειδικεύονταν στον ίδιο τομέα βρίσκονταν συχνά στην ίδια γειτονιά»[4].

Από το υποκεφάλαιο «Το παράδοξο πάθος των Βρετανών για το τσάι», στο κεφάλαιο «Αυτοκρατορίες του τσαγιού», στη θεματική ενότητα «Το Τσάι και η Βρετανική Αυτοκρατορία»:

«Το 1717 ο Τόμας Τουάινινγκ, ιδιοκτήτης ενός λονδρέζικου καφενείου, άνοιξε ένα δεύτερο μαγαζί που ειδικευόταν στην πώληση τσαγιού, το οποίο απευθυνόταν ιδιαίτερα στο γυναικείο πληθυσμό. Μέχρι τότε οι γυναίκες δεν είχαν τη δυνατότητα να πιουν τσάι στα ανδροκρατούμενα καφενεία, ούτε ήταν πρόθυμες να εμπιστευτούν μεγάλα ποσά στους υπηρέτες τους ώστε να αγοράσουν τα ακριβά φύλλα μαζί με άλλα οικιακά είδη (λόγω της υψηλής τιμής του το τσάι κατείχε ξεχωριστή θέση στα νοικοκυριά· φυλασσόταν σε ειδικό κουτάκι με κλειδαριά και μόνο η κυρία του σπιτιού κρατούσε το κλειδί). [...]
        »Η γευσιγνωσία και η κατ’ οίκον τελετουργική κατανάλωση του τσαγιού σε αβρό και ευγενές περιβάλλον χαρακτήριζαν το βαθμό εκλέπτυνσης του ατόμου. Το απογευματινό τσάι έγινε ένα πολυσύνθετο κοινωνικό τελετουργικό, ανάλογο του κινέζικου και ιαπωνικού. Το τσάι σερβιρόταν σε πορσελάνινα φλιτζάνια, που εισάγονταν από την Κίνα σε εξευτελιστικές τιμές. Τα εγχειρίδια καλών τρόπων πρόσφεραν συμβουλές για τη σωστή επεξεργασία του τσαγιού, το σερβίρισμα των καλεσμένων ανάλογα με την κοινωνική τους θέση, τα κεράσματα που θα προσφέρονταν, μέχρι και τον τρόπο με τον οποίο όφειλαν οι καλεσμένοι να ευχαριστήσουν τον οικοδεσπότη. Το τσάι είχε γίνει κάτι παραπάνω από ένα ποτό: είχε μετεξελιχθεί σε αυτόνομο απογευματινό γεύμα»[5].

Από το υποκεφάλαιο «Ο Αιώνας της Αμερικής», στο κεφάλαιο «Η παγκοσμιοποίηση στο μπουκάλι», στη θεματική ενότητα «Η Κόκα Κόλα και η Άνοδος της Αμερικής»:

«Η επέμβαση της Αμερικής στον Α’ Πόλεμο, που βοήθησε να γείρει η πλάστιγγα εις βάρος της Γερμανίας και της Αυστρίας, ήταν εξαίρεση του κανόνα και θεωρήθηκε σφάλμα από πολλούς Αμερικάνους. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 οι απομονωτιστές ζητούσαν μη ανάμιξη της χώρας τους σε οποιαδήποτε μελλοντική ευρωπαϊκή σύρραξη. Αλλά η ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ το Δεκέμβριο του 1941 υποχρέωσε τις Ηνωμένες Πολιτείες να μπουν στον πόλεμο, βάζοντας τέλος στον απομονωτισμό τους. Η Αμερική έστειλε τις ένοπλες δυνάμεις της –περισσότερους από δεκαέξι εκατομμύρια στρατιώτες− στο εξωτερικό, και η κόκα κόλα τούς ακολούθησε κατά πόδας.
        »Καθώς η χώρα κινητοποιούνταν, ο πρόεδρος της Coca-Cola Company Ρόμπερτ Γούντραφτ ανακοίνωσε ότι “κάθε ένστολος θα μπορεί να αγοράζει κόκα κόλα προς πέντε σεντ το μπουκάλι, όπου κι αν βρίσκεται, ό,τι κι αν κοστίσει στην εταιρία”. Το ποτό ήταν ήδη δημοφιλές ανάμεσα στους στρατιώτες, στους οποίους χορηγούνταν στα διαλείμματα των ασκήσεων, καθώς ήταν δροσιστικό και μη αλκοολούχο. Η διακήρυξη της εταιρίας ότι θα εξακολουθούσε να τους το παρέχει ήταν, φυσικά, μια πρώτης τάξεως διαφήμιση, γιατί συνέδεε την κόκα κόλα με τον πατριωτισμό και τη στήριξη των ένοπλων δυνάμεων. Αλλά χαροποίησε και τους στρατιώτες που βρίσκονταν σε απομακρυσμένες στρατιωτικές βάσεις: η κόκα κόλα τούς θύμιζε την πατρίδα και τους αναπτέρωνε το ηθικό»[6].

Τη μετάφραση του βιβλίου έκανε η Ρούλα Κοκκολιού.

__________
[1] Tom Standage, Η Ιστορία του Κόσμου σε 6 Ποτήρια, Κέδρος, Αθήνα, 2006, σσ. 11.
[2] Tom Standage, Η Ιστορία του Κόσμου σε 6 Ποτήρια, ό.π., σσ. 75.
[3] Tom Standage, Η Ιστορία του Κόσμου σε 6 Ποτήρια, ό.π., σσ. 113-114.
[4] Tom Standage, Η Ιστορία του Κόσμου σε 6 Ποτήρια, ό.π., σσ. 156-157.
[5] Tom Standage, Η Ιστορία του Κόσμου σε 6 Ποτήρια, ό.π., σσ. 197.
[6] Tom Standage, Η Ιστορία του Κόσμου σε 6 Ποτήρια, ό.π., σσ. 254.




Picture
Ο βράχος στο σύννεφο (2006)

Συγγραφέας: Μαρία Στεφανοπούλου
Εκδόσεις: Βιβλιοπωλείο της Εστίας
Έτος: 2006

Περιγραφή

Το βιβλίο συμπεριλαμβάνει αφηγηματικά διηγήματα, που στο τέλος συνθέτουν ένα ιδιόρρυθμο μυθιστόρημα μέσα από δύο τετραλογίες και μία τριλογία. Οι ιστορίες εκτυλίσσονται ανάμεσα στο Παρίσι και στην Αθήνα στην τομή του 21ου αιώνα, πάνω στη χρονική μετάβαση που αφήνει ερωτηματικά για τις κατακτήσεις του παρελθόντα χρόνου και δημιουργεί αγωνίες στο θολό τοπίο των όσων είναι νά ’ρθουν. Έτσι, βρίσκουμε τον Ισμαήλ, το βιβλιοπώλη – νοσταλγό, που αγαπάει παράφορα την ελευθερία του, τον Ιβάν, τον Πολωνό επιστάτη σχολείου και στοχαστικό αφηγητή ιστοριών, που ψάχνει τόπο ν’ απλώσει τις ρίζες του, τη Μαρί και τη Ζανώ, ένα περίεργο δίδυμο, που μετά τη δοκιμασία της συνεργασίας ωριμάζει η σχέση τους, σαν μητέρας κόρης, τη ρομαντική ηλικιωμένη κυρία των Μουσών, που σε μία άλλη εποχή γνώρισε τον έρωτα στο φόβο μην τον χάσει, και την Κλεψύδρα, τη φοιτήτρια στην Καλών Τεχνών, η οποία εργάζεται σε μία «μαγική» τσαγερία, με απαλά χρώματα, λιγωτικές μυρωδιές, γλυκές λιχουδιές, αρωματικό τσάι, ζεστή σοκολάτα και ατμόσφαιρα που γαληνεύει. Ίσως στο πρόσωπο της Κλεψύδρας, γιατί είναι ο νεότερος ηλικιακά χαρακτήρας, να συμπυκνώνεται, μπορεί και να καταλήγει, το απόσταγμα ελπίδας και την ίδια στιγμή η ανησυχία που ταλανίζει όλους τους ήρωες, τον καθένα από διαφορετική οπτική γωνία, για τον αυτοπροσδιορισμό και την εύρεση μίας επαφής – σύνδεσης με το παρόν.
       Οι περιγραφές της συγγραφέα είναι εξαιρετικές, με μεταφορικές εικόνες και συμβολισμούς πλεγμένους ανάμεσά τους αριστοτεχνικά. Η ανάγνωση είναι απολαυστική. Η συγγραφέας φροντίζει τη λεπτομέρεια και επανέρχεται σε αυτή όσο της χρειάζεται και της πρέπει, για να αποκτήσει νόημα το σκηνικό που συνθέτει, μέσα από μία τρυφερή επιπλέον προσέγγιση των χαρακτήρων. Μου αρέσουν η εμμονή στο μικρό, στο συγκεκριμένο, σε ό,τι συνήθως μας διαφεύγει. Δείχνει να μην ξεχνάει ποτέ το στόχο της, απλώς περιδιαβαίνοντας στις σελίδες αφηρημένα. Οικείες εικόνες έτσι αποκτούν άλλη διάσταση, με την ξεχωριστή της ματιά και το λυρικό της ενδοβλέμμα, αποκαλύπτοντας μικρά διαμαντάκια σε κάθε φράση του κειμένου. Αν υπάρχει τέτοιος όρος, θα έλεγα ότι αποτελεί φιλοσοφική λυρική λογοτεχνία με συμπύκνωση στοχασμών, σε πολύ δουλεμένο ύφος, που όμως ρέει αβίαστα, και το όνειρο βρίσκει τον τρόπο του να τρυπώσει στον ιστό των φράσεων, καταλήγοντας σε εικόνες. Αυτό το όνειρο, που θα πρέπει να είναι «πραγματικό», αν και σε σφαίρα φαντασίας, και όχι άλλη μία κατασκευή, γίνεται διακριτικά και ποιητικά μία αγωνιώδης αναζήτηση της χαμένης ελπίδας, αναζήτηση επίσης για όσα αφήνουν ο χρόνος που ξοδεύεται ή περνάει, οι περασμένες εποχές, η αναπόφευκτη σήψη, μέσα σε ένα κυνήγι ταυτότητας, για τη σύνδεση του παρόντος με το παρελθόν, με νοητό ορίζοντα την προοπτική, υπαρκτή ή ανύπαρκτη, για το μέλλον. Είναι από τα βιβλία − ποιήματα στα οποία επενδύεται πολύ αξιόλογα ο χρόνος ανάγνωσης σε κάθε του σελίδα, δεν τα διαβάζεις και μετά σχεδόν τα ξεχνάς, αλλά κατά καιρούς τα ξαναπιάνεις, γιατί πάντα θα έχουν κάτι να σου πουν...

Ματιές από το βιβλίο:

«Στο όνειρο υπάρχουν δρώμενα. Αυτά κανείς δεν μπορεί να τα καταργήσει. Ακόμα κι όταν ο χρόνος σταματά. [...] Μόνο μια απόλυτη προοπτική ζωής είναι ικανή να συμπυκνώσει το χρόνο του παρόντος ώστε να αναφανεί μια νέα αξία. Η φυγή σε μια δραστική απομόνωση, όπως είναι το αίσθημα της εξορίας, λόγου χάρη, και όχι η συναισθηματική αδράνεια της νοσταλγίας. Η παρατήρηση, και όχι απαραίτητα η παρέμβαση. Για την ώρα τουλάχιστον. [...]
       »Το βιωμένο είναι η ασφαλέστερη περιοχή της ύπαρξης, που όμως δεν εξασφαλίζει ποτέ τη βεβαιότητα του αύριο. Υπάρχει ωστόσο κάτι που με γοητεύει στον καινούριο κόσμο. Η πτώση του. Αυτή είναι και η ουσία της αλλαγής του»[1].

«Όταν ένα πράγμα, ένα φαινόμενο φυσικό, μια σχέση, ένας άνθρωπος πάψει να υπάρχει, τότε τελειώνει μια ιστορία στη ζωή, και αρχίζει μια άλλη ιστορία μετά τη ζωή. Πιθανόν στη σκέψη»[2].

«Πρέπει να ζητάτε. Αν δεν ζητήσετε, δεν μπορείτε να έχετε σχέσεις, να πλησιάσετε τους ανθρώπους»[3].

«Έχουμε μπει σε μια εποχή όπου καμιά απάντηση δεν θα έρχεται, κι εμείς θα πρέπει να συνεχίζουμε σαν να γνωρίζουμε ήδη»[4].

«Μόνο όποιος νιώθει το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του μπορεί να αντιληφθεί και τη σημασία του τοίχου. [...]
       »Κάποτε θα μπορέσω ν’ ακουμπήσω κι εγώ ήσυχα την πλάτη μου σ’ αυτό το κτίριο και να πω: είμαι στον τόπο μου· όπου κι αν βρίσκομαι»[5].

«Υπάρχουν γωνιές της γης, όπως εδώ στην κορυφή του λόφου και στην καρδιά ενός κήπου, όπου ο χρόνος στέκεται. Ακινητοποιείται μέσα στην ακολουθία των μεγάλων αλλαγών που τον σπρώχνουν –έτσι μας φαίνεται− πάντα προς τα εμπρός. Μοιάζει τότε σαν να περιμένει κάποιους καθυστερημένους συνοδοιπόρους για να συμπληρώσουν τον δύσκολο κύκλο της κάθε αλλαγή. Κοντά στη φύση αντιλαμβανόμαστε τη στασιμότητα και την αναμονή. Η ζωή της πόλης όμως μας παρασύρει να νομίζουμε ότι όλα διαρκώς τρέχουν, ότι ο χρόνος φεύγει αδιάκοπα μπροστά χωρίς περισυλλογή, δίχως να σταματά για να σκεφτεί τον εαυτό του που φεύγει»[6].

«Εγώ νομίζω ότι ο ουρανός υπάρχει μόνον όταν πατάμε τα πόδια μας γερά στη γη. Όταν ακουμπάς την πλάτη σ’ έναν κορμό δέντρου. [...]
       »Τούτος ο βράχος είναι η πατρίδα μου. Πράγματι είναι φίλος μου. Εγώ είμαι ρευστός, κινούμαι. Αυτός μένει σταθερός, αμετακίνητος. Ο βράχος είναι απόκοσμος και οικείος. Εγώ είμαι ο ξένος, κι έτσι μόνο γνωρίζω τον εαυτό μου και οι άλλοι γνωρίζουν εμένα»[7].

__________
[1] Μαρία Στεφανοπούλου, Ο βράχος στο σύννεφο, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα, 2006, σσ. 26-27.
[2] Μαρία Στεφανοπούλου, Ο βράχος στο σύννεφο, ό.π., σσ. 58.
[3] Μαρία Στεφανοπούλου, Ο βράχος στο σύννεφο, ό.π., σσ. 62.
[4] Μαρία Στεφανοπούλου, Ο βράχος στο σύννεφο, ό.π., σσ. 98.
[5] Μαρία Στεφανοπούλου, Ο βράχος στο σύννεφο, ό.π., σσ.125.
[6] Μαρία Στεφανοπούλου, Ο βράχος στο σύννεφο, ό.π., σσ.153.
[7] Μαρία Στεφανοπούλου, Ο βράχος στο σύννεφο, ό.π., σσ.176.



Picture
Ποιήματα (2007)

Συγγραφέας: Federico Garcia Lorca
Εκδόσεις: Κοροντζή
Έτος: 2007

Περιγραφή

Μία πολλή όμορφη ποιητική ανθολογία, συντεθειμένη από διάφορες συλλογές του Λόρκα, σε δύο γλώσσες. Στην αρχή βρίσκει ο αναγνώστης τον «Πρόλογο» του Κώστα Μηλτιάδη, με ένα ενδιαφέρον απόσπασμα από το βιβλίο του Τάσου Λιγνάδη Ο Λόρκα και οι ρίζες του και στο τέλος ένα «Χρονολόγιο» από το ίδιο βιβλίο, με σταθμούς από τη ζωή και την εργογραφία του ποιητή – θεατρικού συγγραφέα. Τα ποιήματα αντλούνται από τις ακόλουθες συλλογές: Βιβλίο ποιημάτων, Το βαθύ τραγούδι, Τραγούδια, Σουίτα των καθρεφτών, Τσιγγάνικες ρομάντζες, Ποιητής στη Νέα Υόρκη, «Θρήνος για τον Ιγνάτιο Σάντσεθ Μεχίας» (ποίημα), Ντιβάν του Ταμαρίν, Διάφορα Τραγούδια (με ένα ποίημα αφιερωμένο στα άπαντα ποιημάτων του Αντώνιο Ματσάδο, 7 Αυγούστου 1918).
       Τα ποιήματα το Λόρκα μοιάζουν άλλα με τραγούδια, άλλα με στοχασμούς, κάποτε σαν από παράσταση θεατρική βγαλμένα, που δημιουργώντας παραστατικά σύνολα λειτουργούν με άλλον τρόπο και ως περιγραφή ζωγραφικού πίνακα. Σε όλα οι στίχοι φιλοτεχνούν εικόνες, που σκαλώνουν στο νου, μεταφέροντας τον αναγνώστη σε διαστάσεις πέρα από το χρόνο και το χώρο. Η χαριτωμένη και εικονοπλαστικά συμπυκνωμένη εικονογράφηση διανθίζει τις σελίδες του βιβλίου. Μοιάζει με μικρό ονείρεμα, καθώς ένα βιβλίο ποίησης διαβάζεται ξανά και ξανά, κάθε φορά με άλλη οπτική...

Μία ιδέα:

«Να μπορούσαν τα χέρια μου

Τ’ όνομά σου προφέρω
στα σκοτάδια της νύχτας,
όταν έρχονται τ’ άστρα
για να πιουν το φεγγάρι
και τα κλώνια κοιμούνται
στις κρυφές φυλλωσιές τους.
Κι εγώ νιώθω να ’μαι άδειος
από πάθος κι από μουσική.
Σα ρολόι που τρελό τραγουδάει
παλιές άψυχες ώρες.

Τ’ όνομά σου προφέρω
στο σκοτάδι κι απόψε,
κι αντηχεί τ’ όνομά σου
πιο απόμακρο τώρα.
Πιο απόμακρο απ’ όλα τ’ αστέρια,
κι απ’ την έρμη βροχή πιο θλιμμένο.

Θα σ’ αγαπήσω σαν τότε
καμιά φορά; Ποιο κρίμα
να ’χει τάχα η καρδιά μου;
Αν η ομίχλη σκορπάει,
τάχα θα ’ρθει άλλος πόθος;
Θα ’ναι αγνός και γαλήνιος;
Να μπορούσαν τα χέρια μου
το λευκό να μαδήσουν φεγγάρι!!!»[1].

Η μετάφραση των ποιημάτων είναι των Κοσμά Πολίτη, Τάκη Βαρβιτσιώτη, Οδυσσέα Ελύτη, Νίκου Σημηριώτη, Κατερίνας Χαλκίδου, Νίκου Καζαντζάκη και Ρήγα Καππάτου.

Η εικονογράφηση είναι των Alex Morales και Χριστίνας Κοροντζή.

__________
[1] Federico Garcia Lorca, Ποιήματα, Εκδόσεις Κοροντζή, Καισαριανή, 2007, σσ. 75.



Picture
Ο εκατοντάχρονος που πήδηξε από το παράθυρο και εξαφανίστηκε (2009)

Συγγραφέας: Γιούνας Γιούνασον
Εκδόσεις: Ψυχογιός
Έτος: 2013

Περιγραφή

Ο Άλαν Κάρλσον είναι ένας Σουηδός, ειδικός στους εκρηκτικούς μηχανισμούς. Λίγο πριν τον εορτασμό των εκατοστών γενεθλίων του, στο γηροκομείο στο οποίο ζει πλέον, πηδάει από το παράθυρο και εξαφανίζεται. Μέσα στην περιπέτειά του για το επόμενο διάστημα, στο οποίο κάνει νέες γνωριμίες, εμπλέκεται σε φόνους κ.λπ., βλέπουμε την αφήγηση των εκατό χρόνων ζωής του, στη διάρκεια της οποίας ούτε λίγο ούτε πολύ ταξίδεψε σχεδόν σε όλο τον κόσμο, γνώρισε διάφορους πολιτικούς ηγέτες, όπως το Μάο, το Στάλιν κ.ά., καθώς και Προέδρους των ΗΠΑ, της Γαλλίας κ.ά., συχνά αφορμή της ιδιότητάς του. Έμαθε, επίσης, να μιλάει πολλές γλώσσες, βρέθηκε στο Λος Άλαμος και αλλού, πάντα στο επίκεντρο σημαντικών ιστορικών γεγονότων, ανακαλύπτοντας γνωστές και άγνωστες πτυχές τους. Δεν έκανε ποτέ παιδιά, γιατί κάποια στιγμή τον έκλεισαν σε τρελάδικο, μετά από μία ατυχή συγκυρία, όπου έγινε η διάγνωση πως ήταν νοητικά στερημένος και τον υπέβαλαν σε στείρωση, λόγω «ευγονικών και κοινωνικών αιτιών»[1]. Διατηρούσε, όμως, πάντα την αισιοδοξία και το φλεγματικό του χιούμορ, άντεχε τον εαυτό και τη μοναξιά του και έβγαινε με απίθανους τρόπους αλώβητος από τις καταστάσεις.
       Η αλήθεια είναι ότι για αρκετές από τις σελίδες του, από ένα σημείο και μετά, αναρωτήθηκα σε τι εξυπηρετούν. Η αφήγηση γινόταν ενίοτε πλαδαρή, χαλαρή και βαρετή, με επαναλήψεις. Δεν είναι ανάγκη να το διαβάσει κάποιος μονορούφι, ο συγγραφέας υπενθυμίζει στον αναγνώστη τι έχει προηγηθεί. Θα έλεγε κανείς είναι μεγάλο, λογικό. Ναι, αλλά γιατί τόσο μεγάλο; Κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσε να είναι πολύ πιο συμπυκνωμένο. Και σκεφτόμουν πόσο σε αυτό μπορεί να επηρέασε ή να επέδρασε η πολιτική του εμπορικού κέρδους, για τη συνταγή ίσως του ευπώλητου μπεστ σέλερ – τούβλου, που να δικαιολογεί έτσι υποτιθέμενα την τιμή του. Ουκ εν τω πολλώ... Μπήκα στον πειρασμό να το διαβάσω, γιατί μου κίνησαν το ενδιαφέρον ο τίτλος και το εξώφυλλο – βασικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματική προώθηση. Διαβάζεται, αναπόφευκτα, γρήγορα, ωστόσο, καθώς το διακρίνει η πεζή, ταχύτατη γραφή πολλών ανάλογων βιβλίων. Παρ’ όλα αυτά, έχει ενδιαφέρον η ιδέα, μέσα από την οποία βρίσκει την αφορμή ο συγγραφέας να αφηγηθεί σχεδόν εκατό χρόνια ιστορίας με το δικό του τρόπο. Υπάρχουν ευχάριστες στιγμές, που μάλλον θα φαίνονταν ακόμα πιο πολλές σε λιγότερες σελίδες, και για όποιον θέλει να διαβάσει χαλαρά μέσα από ένα μυθιστόρημα ιστορικά γεγονότα περασμένα με χιούμορ μπορεί να αποτελέσει ένα ευχάριστο ανάγνωσμα.

Μια ματιά:

«Ο Άλαν επαίνεσε τον Χέρμπερτ για την καλή δουλειά και ηθοποιία. Ο Χέρμπερτ κοκκίνισε μόλις άκουσε τους επαίνους και ταυτόχρονα προσπάθησε να το κάνει να φανεί ασήμαντο λέγοντας πως δεν ήταν δα τόσο δύσκολο να κάνεις το βλάκα όταν είσαι βλάκας. Ο Άλαν είπε ότι δεν ήξερε πόσο δύσκολο μπορεί να είναι, διότι οι βλάκες που είχε συναντήσει μέχρι τώρα στη ζωή του είχαν όλοι προσπαθήσει να το παίξουν έξυπνοι»[2].

Η μετάφραση από τα σουηδικά είναι του Γρηγόρη Ν. Κονδύλη.

__________
[1] Γιούνας Γιούνασον, Ο εκατοντάχρονος που πήδηξε από το παράθυρο και εξαφανίστηκε, Ψυχογιός, Αθήνα, 2013, σσ. 50.
[2] Γιούνας Γιούνασον, Ο εκατοντάχρονος που πήδηξε από το παράθυρο και εξαφανίστηκε, ό.π., σσ. 301-302.




Picture
Ημερολόγια από τη χώρα των Χριστουγέννων (2011)

Συγγραφέας: David Sedaris
Εκδόσεις: Μελάνι
Έτος: 2011

Περιγραφή

Αυτό το μικρό βιβλιαράκι με άρωμα Χριστουγέννων αναφέρεται στην εργασία όσων υποδύονται τα ξωτικά και τον Άγιο Βασίλη την περίοδο των γιορτών στο Macys, ένα πολυκατάστημα στη Νέα Υόρκη. Βασικός πρωταγωνιστής είναι ο συγγραφέας ως ξωτικό Τηγανίτας, που μετά γίνεται Φλύκταινας από τα όσα βλέπει και ακούει εκεί. Γίνεται μία ενδιαφέρουσα περιπέτεια κοινωνικής παρατήρησης μέσα από τον αυτοσαρκασμό και το φλεγματικό χιούμορ του συγγραφέα, όπως τον έχουμε συνηθίσει και από άλλα δικά του βιβλία: Μια σχεδόν φυσιολογική οικογένεια, Εγκώ μιλήσει καλά κάποια μέρα κ.ά.

Ματιές από το βιβλίο:

«Προσπαθώ να βλέπω τη θετική πλευρά. Έφτασα στη Νέα Υόρκη πριν από τρεις εβδομάδες με μεγάλες ελπίδες, ελπίδες που στραπατσαρίστηκαν. Στη φαντασία μου θα πήγαινα κατευθείαν από το σταθμό Πεν στα γραφεία του Μία ζωή [...] Θα καθόμασταν σε έναν βολικό καναπέ σε κάποιο λάουντζ μπαρ και οι δύο καινούριοι διάσημοι φίλοι μου θα ύψωναν τα παγωμένα ποτήρια τους προς το μέρος μου λέγοντας “Μια πρόποση για τον Ντέιβιντ Σεντάρις, τον καλύτερο σεναριογράφο που είχε ποτέ η σειρά!” [...]
       »Το σχέδιό μου ήταν να το παίξω μετριόφρων.
      »Αλλά αντί για όλα αυτά κάνω αίτηση για να δουλέψω ως ξωτικό. Ακόμα χειρότερο από το ότι κάνω αίτηση είναι η πολύ μικρή πιθανότητα να μην προσληφθώ, να μην καταφέρω να βρω δουλειά ούτε καν ως ξωτικό. Αυτό είναι το σημείο όπου καταλαβαίνεις πως είσαι αποτυχημένος»[1].

«Κατά τη διάρκεια αυτών των επισκέψεων τα παιδιά σπανίως καταφέρνουν να πουν στον Άγιο Βασίλη τι δώρο θέλουν. Είναι πολύ απασχολημένα με τις σκηνοθετικές οδηγίες των γονιών τους. [...]
      »Έχω δει γονείς που καθίζουν το παιδί τους στην αγκαλιά του Άγιου Βασίλη και περνάνε αμέσως στην επιχείρηση καλλωπισμού: χτενίζουν τα μαλλιά, διορθώνουν το στρίφωμα, ισιώνουν τη γραβάτα. Είδα έναν γονιό να ρίχνει σπρέι στα μαλλιά του παιδιού του, αδιαφορώντας για τον Άγιο Βασίλη, που γυρνούσε το κεφάλι του από την άλλη και μόρφαζε καθώς η λακ τού έτσουζε τα μάτια.
      »Ο γονιός τον αντιμετώπιζε σαν να ήταν τσιμεντένιο ομοίωμα.
      »Τα μικρά παιδιά, μεταξύ δύο και τεσσάρων χρονών, τις περισσότερες φορές φοβούνται τον Άγιο Βασίλη. Δεν τα ενδιαφέρει να βγάλουν φωτογραφίες, γιατί δεν ξέρουν τι είναι φωτογραφία. Δεν είναι ματαιόδοξα, είναι μωρά. Είναι μωρά και αντιδρούν αναλόγως – κλαίνε. [...]
      »Οι γονείς είχαν σχεδιάσει να στείλουν τις φωτογραφίες σε συγγενείς και να φτιάξουν άλμπουμ. Περίμεναν στην ουρά πάνω από μία ώρα και δεν επρόκειτο να εγκαταλείψουν τόσο εύκολα. Απόψε είδα μία γυναίκα να χαστουκίζει και να ταρακουνάει την κόρη της που έκλαιγε, φωνάζοντάς της [...]
   »Βγάζω συχνά φωτογραφίες παιδιών που κλαίνε. Ακόμα πιο τραγελαφικό είναι να βγάζεις φωτογραφία ένα παιδί που κλαίει και κάνει μια ψεύτικη γκριμάτσα χαμόγελου. Δεν είναι ακριβώς χαμόγελο, όσο το βεβιασμένο σχήμα ενός χαμόγελου. Παραδόξως, οι γονείς χαίρονται»[2].

«Όλοι περηφανευόμαστε και χαιρόμαστε στη σκέψη ότι είμαστε μοναδικοί, αλλά τελικά φοβάμαι ότι η αστυνομία έχει δίκιο: μόνο τα δακτυλικά αποτυπώματα μας ξεχωρίζουν»[3].

Τη μετάφραση έκανε η Μυρσίνη Γκανά.

__________
[1] David Sedaris, Ημερολόγια από τη χώρα των Χριστουγέννων, Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα, 2011, σσ. 13-14.
[2] David Sedaris, Ημερολόγια από τη χώρα των Χριστουγέννων, ό.π., σσ. 35-37.
[3] David Sedaris, Ημερολόγια από τη χώρα των Χριστουγέννων, ό.π., σσ. 62.




Picture
Ο Βασιλιάς Αταξίδευτος (2013)

Συγγραφέας: Νάνσυ Τρικκαλίτη
Εκδόσεις: Καλειδοσκόπιο
Έτος: 2013

Περιγραφή

Αυτό είναι ένα διαφορετικό παραμύθι μεταμορφώσεων, που πραγματεύεται την αλλαγή μέσα από το κάθε είδους ταξίδι, μέσα από την απώλεια και την αναζήτηση της ομορφιάς που υπάρχει δίπλα και γύρω μας, αλλά μας διαφεύγει. Ο βασιλιάς Αταξίδευτος βασίλευε ειρηνικά στο βασίλειό του, ήταν ωστόσο βαρύς κι ασήκωτος, δεν εμφανιζόταν ποτέ στον κόσμο και δεν πήγαινε ποτέ πουθενά. Παρ’ όλες τις επίμονες προσπάθειες της βασίλισσας Ψάξε Δε Θα Με Βρεις να τον βγάλει από το καβούκι του, δεν άλλαζε στάση. Έτσι, μία μέρα, εκείνη αποφάσισε να πάει μόνη της βόλτα στην πόλη, και εξαφανίστηκε! Αυτό υπήρξε το κίνητρο, για να αρχίσει ο βασιλιάς ένα μακρύ ταξίδι...
       Η ευφάνταστη εικονογράφηση ντύνει, μεταμορφώνει το παραμύθι σε μία πολύ όμορφη παράσταση χρωμάτων και σχημάτων, ενώ σε κάποιες σελίδες θυμίζει με σύγχρονο τρόπο το τυπογραφικό κέντημα των παλιών βιβλίων. Στο τέλος του παραμυθιού παιδιά και γονείς βρίσκουν επίσης τα «Παραμυθοτεχνάσματα για μυστικά περάσματα», με προτάσεις που ερεθίζουν τη φαντασία ωθώντας σε δραστηριότητες και σε ενεργή διάδραση με το παραμύθι, με δημιουργικές παρεμβάσεις σε αυτό και πέρα από αυτό. Εκτός από το ίδιο το παραμύθι μού αρέσει αυτός ο διάλογος με τους αναγνώστες, ακροατές και θεατές της ιστορίας, γιατί ζωντανεύει την ιδέα του, η οποία δεν αποτελεί απλώς το αντικείμενο ενός αναγνώσματος, και επομένως εξυπηρετεί την ουσία της, που είναι η αναζήτηση και η συμμετοχή − γίνεται έτσι δρώμενο!

Την εικονογράφηση του παραμυθιού έκανε η Έλενα Ζουρνατζή.



Μουσική


Picture
Ο Καρυοθραύστης (1892)
 
Περιγραφή

Η παραμυθένια ιστορία με τίτλο «Ο Καρυοθραύστης και ο Βασιλιάς των Ποντικιών» γράφτηκε το 1816 από τον Ε.Τ.Α Χόφμαν. Το 1845, ο πατέρας Αλέξανδρος Δουμάς διασκεύασε το παραμύθι με τίτλο «The Tale of the Nutcracker». Ο Πιότρ Ιλίτς Τσαϊκόφσκι συνέθεσε τη μουσική για το μπαλέτο «Καρυοθραύστης» σε δύο πράξεις το 1892, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την ίδια χρονιά, στο Θέατρο Μαριίνσκι της Αγίας Πετρούπολης.

Όλο το έργο του Πιότρ Ιλίτς Τσαϊκόφκι «Ο Καρυοθραύστης» από τη Φιλαρμονική του Ρότερνταμ [video1].

«Ο Καρυοθραύστης», το μπαλέτο από το Mariinsky Ballet [video2].

Ο πίνακας «Nutcracker» είναι της Sheila Kinsey.



Picture
Holiday Inn (2000)

Περιγραφή

Η μουσική και οι στίχοι του άλμπουμ είναι του Έρβιν Μπερλίν. To τραγούδι «Easter Parade», που εδώ το ακούμε από τον Μπινγκ Κρόσμπι, συμπεριλήφθηκε και στην ομώνυμη ταινία «Εaster Parade» του 1948, όπου ο Φρεντ Αστέρ συμπρωταγωνιστούσε με την Τζούντι Γκάρλαντ. Η μουσική επένδυση της ταινίας κέρδισε μία υποψηφιότητα για βραβείο Όσκαρ το 1943.

 
«White Christmas», το τραγούδι που κέρδισε βραβείο Όσκαρ στην κατηγορία Καλύτερου Τραγουδιού το 1943, σε μουσική και στίχους Έρβιν Μπερλίν, ερμηνεύει ο Μπινγκ Κρόσμπι [video1].

«Happy Holiday», σε μουσική και στίχους Έρβιν Μπερλίν, ερμηνεύει ο Μπινγκ Κρόσμπι [video2].




Picture
White Christmas (1954)

Περιγραφή

Η μουσική και οι στίχοι του άλμπουμ είναι του Έρβιν Μπερλίν. Στην ταινία, ντούμπλαραν στα τραγούδια τη φωνή της Βέρα Έλεν η συμπρωταγωνίστριά της Ροζμαρί Κλούνεϊ και η Τρούντι Στίβενς. Στο τραγούδι «Sisters», μάλιστα, η Κλούνεϊ έκανε και τις δύο φωνές. Στο άλμπουμ, όμως, που δεν προκύπτει από τα τραγούδια της ταινίας, αλλά από ειδική ηχογράφηση στο στούντιο για τη δημιουργία του, τη Ροζμαρί Κλούνεϊ αντικαθιστά η Πέγκι Λι, γιατί η πρώτη είχε συμβόλαιο με άλλη δισκογραφική εταιρεία.

«Count Your Blessings Instead of Sheep», το τραγούδι σε στίχους και μουσική του Έρβιν Μπερλίν που κέρδισε υποψηφιότητα για Όσκαρ το 1955, στην κατηγορία Καλύτερου Τραγουδιού, ερμηνεύουν ο Μπινγκ Κρόσμπι και η Ροζμαρί Κλούνεϊ [video1].

«Choreography», το τραγούδι σε στίχους και μουσική του Έρβιν Μπερλίν, ερμηνεύει και χορεύει ο Ντάνι Κέι με τη Βέρα Έλεν και με μπαλέτο [video2].




Picture
Scrooge (1970)

Περιγραφή

Τη μουσική του άλμπουμ συνέθεσε ο Λέσλι Μπρίκας, ο οποίος έγραψε και τους στίχους των τραγουδιών αλλά και το σενάριο της ταινίας. Τα τραγούδια ερμηνεύουν οι ηθοποιοί. Η ταινία κέρδισε τέσσερις υποψηφιότητες για Όσκαρ το 1971, ανάμεσά τους στην κατηγορία Καλύτερου Τραγουδιού, για το τραγούδι «Thank You Very Much», και στην κατηγορία Καλύτερης Μουσικής Επένδυσης.

 
«Thank You Very Much», σε μουσική και στίχους Λέσλι Μπρίκας, ερμηνεύουν οι Άντον Ρότζερς και Άλμπερτ Φίνεϊ συνοδεία χορωδίας [video εδώ].

«A Christmas Carol» σε μουσική και στίχους Λέσλι Μπρίκας (χορωδιακό) [video εδώ].



Picture
The Snowman (1987)

Περιγραφή

Τη μουσική του δίσκου και το τραγούδι (μουσική και στίχους) «Walking in the Air» έγραψε ο συνθέτης Χάουαρντ Μπλέικ, το τραγούδι ερμηνεύει ο Πίτερ Ότι και την αφήγηση κάνει ο Μπερνάρντ Κρίμπινς. Στην αρχή το τραγούδι κυκλοφόρησε ως σινγλ και μες τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν διάφορες εκτελέσεις.

 «Walking In The Air» [video εδώ].




Picture
Edward Scissorhands (1990)

Περιγραφή

Η μουσική της ταινίας είναι του Ντάνι Έλφμαν, που έχει συνθέσει τα άλμπουμ πολλών γνωστών ταινιών και το ύφος του είναι αναγνωρίσιμο. Ο «Ψαλιδοχέρης», όμως, είναι ένα από τα καλύτερα score του. Το κομμάτι των τίτλων αποτελεί χαρακτηριστικά παραμυθένιο δείγμα, με τις χορωδιακές φωνές να διεγείρουν νοσταλγικά συναισθήματα. Υπάρχουν και δυναμικά σημεία, όπως το «The Cookie Factory» σε πνεύμα χιουμοριστικό, «νοθευμένο», όμως, με πιο σκοτεινά σημεία. Το χιούμορ διατρέχει αποσπασματικά την ταινία χωρίς να προκαλεί οπωσδήποτε ξεκαρδιστικό γέλιο, εφόσον δεν πρόκειται για μία καθαρή κομεντί. Κυοφορείται στο παράδοξο εξισορροπώντας τις δύσκολες στιγμές των χαρακτήρων. Ο δίσκος αποδεικνύεται συνεπής σε αυτήν τη λεπτή ισορροπία αποδίδοντάς τη ηχητικά. Αφηγείται, επομένως, την ιστορία ως θα όφειλε ένα σάουντρακ να κάνει, σαν να παρακολουθούσαμε, υποθετικά, μία ταινία μόνο με εικόνα απουσία διαλόγων. Οι αισθαντικές φωνές της χορωδίας εντείνουν την παραμυθένια και συγκινησιακή ατμόσφαιρα του έργου, συμβαδίζοντας με τον κεντρικό ήρωα, που μιλάει λίγο, σφιγμένα, δειλά, αλλά αισθάνεται πολλά και δυσκολεύεται να τα δείξει. Μοιάζουν με εσωτερικές φωνές, αν μπορούσε κάποιος να τις ακούσει.

Ο δίσκος ήταν υποψήφιος στα Βραβεία Γκράμι το 1992 στην κατηγορία Καλύτερης Ορχηστρικής Μουσικής για κινηματογράφο ή τηλεόραση.

«Introduction (Titles)» [video εδώ].

«Ice Dance» με σκηνές από την ταινία [video εδώ].

«The Cookie Factory» [video εδώ].

Η ταινία και η μουσική της παρουσιάστηκαν και στο 2ο τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2013 της «Τρελής piñata», με θέμα τα «Παραμύθια για μικρούς και για μεγάλους» (Μέρος Α’).




Picture
Beauty and the Beast (1994)

Περιγραφή

Η μουσική αυτού του άλμπουμ είναι από τη θεατρική μεταφορά της ιστορίας σε μιούζικαλ στο Μπροντγουέι, που βασίστηκε σε βιβλίο της Λίντα Γούλβερτον και αυτό με τη σειρά του στην ομώνυμη ταινία κινουμένων σχεδίων του Ντίσνεϊ. Τη μουσική έγραψε ο Άλαν Μένκαν και τους στίχους των τραγουδιών οι Χάουαρντ Άσμεν και Τιμ Ράις. Εκτός από τα τραγούδια, στο δίσκο διατηρούνται οι διάλογοι και η αφήγηση, με διαφορετική όμως σύνθεση στο καστ. Μοιάζει με ιστορία που μεταφέρει τραγουδιστά όσα συναισθήματα και καταστάσεις ανακινούν η μουσική και οι στίχοι, το μυστήριο, τη χαρά, το γιορτινό κλίμα, τη διάθεση ανακάλυψης του κόσμου κ.λπ.

Η θεατρική μεταφορά κέρδισε συνολικά δύο βραβεία και πολλές υποψηφιότητες, ανάμεσα στα οποία 8 υποψηφιότητες –η μία για τη μουσική− για Tony Award και μία νίκη στην κατηγορία για τα Καλύτερα Κοστούμια.

«Belle», σε μουσική Άλαν Μένκαν και στίχους Χάουαρντ Άσμεν, Μπελ η Σούζαν Ίγκαν [video1].

«Beauty and the Beast», σε μουσική Άλαν Μένκαν και στίχους Χάουαρντ Άσμεν, ως Mrs. Potts η Μπεθ Φάουλερ [video2].




Picture
Frozen (2013)

Περιγραφή

Τα τραγούδια (μουσική και στίχους) έγραψαν οι Κρίστεν Άντερσον-Λοπέζ και Ρόμπερτ Λοπέζ. Το τραγούδι «Let It Go» κέρδισε βραβείο Όσκαρ στην κατηγορία Καλύτερου Τραγουδιού το 2014. Η ορχηστρική μουσική επένδυση είναι του Κρίστοφερ Μπεκ. Το Σεπτέμβριο του 2014 κυκλοφόρησε και νέο άλμπουμ μόνο με τα τραγούδια της ταινίας.

«Let It Go», σε μουσική και στίχους των Κρίστεν Άντερσον-Λοπέζ και Ρόμπερτ Λοπέζ, ερμηνεύει ως Έλσα η Ιντίνα Μενζέλ [video εδώ].

«Love is an Open Door» σε μουσική και στίχους των Κρίστεν Άντερσον-Λοπέζ και Ρόμπερτ Λοπέζ, ερμηνεύουν η Κρίστεν Μπελ ως Άννα και ο Σαντίνο Φοντάνα ως Χανς [video εδώ].



Picture
Winter’s tale (2014)

Περιγραφή

Τη μουσική συνέθεσαν οι Χανς Ζίμερ («Μονομάχος» − 2000) και Ρούπερτ Γκρέγκσον Γουίλιαμς. Το τραγούδι με τίτλο «Miracle» έγραψαν για την ταινία οι Κ. Τ. Τάνσταλ (K.T. Tunstall) και Α. Ρ. Ραχμάν (A.R. Rahman), και το ερμηνεύει η πρώτη. Η ατμοσφαιρική μουσική του άλμπουμ συνδυάζει πολύ επιτυχημένα το παραμυθένιο και το ονειρικό με το δραματικό στοιχείο της ταινίας.


«Look Closely», σε σύνθεση Χανς Ζίμερ και Ρούπερτ Γκρέγκσον Γουίλιαμς [video εδώ].

«Miracle», ερμηνεύει η Κ. Τ. Τάνσταλ σε δική της σύνθεση και στίχους, σε συνεργασία με τον Α. Ρ. Ραχμάν [video εδώ]



Picture
* Οι πληροφορίες για τα βραβεία Όσκαρ και τους συντελεστές των ταινιών επί το πλείστον προέρχονται από το IMDb site: http://www.imdb.com/

* Κάποια από τα βιβλία αυτού του τεύχους τα προμηθεύτηκα από το βιβλιοπωλείο «Βιβλιοανιχνευτής» του Γιώργου Ζούκα:
http://vivlioanihneftis.wordpress.com/

* Το έργο του εξώφυλλου είναι ψηφιακό σχέδιο της Aimee Stewart.

* Το έργο του οπισθόφυλλου είναι ψηφιακό σχέδιο της Aimee Stewart.

Στο επόμενο 12ο ένθετο τεύχος Φεβρουαρίου-Μαρτίου 2015:

«Αγάπη και πόλεμος, μία ιστορία με αντοχή στο χρόνο».


Γράφει η Ιουλία Λυμπεροπούλου


]]>
<![CDATA[Η τρελή piñata | Οκτώβριος-Νοέμβριος '14 | 10]]>Sat, 04 Oct 2014 22:21:33 GMThttp://city-mag.weebly.com/eta-taurhoepsilonlambda942-pintildeata-2014/-pinata-14-10

Η τρελή 
piñata | Οκτώβριος-Νοέμβριος '14 | 10
Προτάσεις, σαν μπουκιές γαστριμαργικής εμπειρίας! [Ζ' Μέρος]


Picture
Το φθινόπωρο επιβεβαιώνει όλο και πιο σταθερά την παρουσία του με την πρωινή ψυχρούλα, την υγρασία και σιγά σιγά τις βροχούλες. Οι μέρες και κάποια βραδάκια διατηρούν ακόμα αποσπασματικά τη θέρμη τους, επαναφέροντας καλοκαιρινές μνήμες, και όσοι αφεθήκατε σε γαστριμαργικούς πειρασμούς και γνωρίσατε νέα υλικά και εδέσματα ή όσοι δεν είχατε την ευκαιρία να το κάνετε σκεφτείτε ότι η κάθε εποχή κρύβει τη δική της ομορφιά, προβάλλοντας νέες προκλήσεις για τους γευστικούς μας κάλυκες, πρακτικά και συμβολικά. Άλλωστε, μετά από ένα χρόνο και πλέον, το θέμα της γεύσης, αφορμή του οποίου θίξαμε αρκετά ζητήματα και ταξιδέψαμε σχεδόν παντού, φτάνει στο τέλος του, σε αυτό το 10ο τεύχος της «Τρελής piñata», αλλά εκείνο που πιο πολύ μετράει είναι η απόλαυση της στιγμής, η δυνατότητα του να μπορεί κάποιος να κλείσει τα μάτια και να ξεφύγει για κάποια δεύτερα ή λεπτά σε μία ενδοσκόπηση ή και σε μία επικοινωνία με το όποιο γύρω του, για τα οποία η γεύση μπορεί να αποτελέσει μία μέθοδο, άλλον έναν κώδικα αντίληψης του κόσμου, διεγείροντας τη μνήμη, τα συναισθήματα και τη διάθεση για νοερή περιήγηση. Η εξάσκηση, όμως, μέσα από κάτι πιο εύκαιρο, ίσως και φαινομενικά απλό, όπως είναι μία νοικοκυρεμένη μπουκιά με απλά και καλά υλικά σε ένα πιρούνι, η οποία μπορεί να μας διακτινίσει στην παιδική μας ηλικία, να μας μεταφέρει σε ένα μέρος επιθυμητό, να ξαναζωντανέψει μπροστά μας ένα αγαπημένο πρόσωπο, που είτε είναι μακριά είτε δεν υπάρχει πια, ή να μας βάλει σε σκέψεις κάθε είδους, γίνεται και μέσα από άλλες δραστηριότητες, αν κάνουμε τις σχετικές διεργασίες και αν αναπτύξουμε τις ανάλογες διασυνδέσεις. Στόχο, έπειτα, αποτελεί αυτό ακριβώς το εσωτερικό ταξίδι στη χρονοκάψουλα της μίας στιγμής, που γίνεται η δική μας μικρή παρένθεση και στην οποία μπορεί να συμπεριληφθεί μόνο όποιος και ό,τι εμείς θέλουμε. Οι αισθήσεις στη συνέχεια την απογειώνουν, διασφαλίζοντας τις μικρές χαρές, σαν μέσα σε πολύτιμο εύθραυστο κοχύλι, και διαμορφώνοντας έτσι στιγμές, που ως σύντομα πυροτεχνήματα φωτοδοτούν το νόημά της ζωής... «Απολαύστε τη στιγμή», λοιπόν, όπως προτείνει και η ταινία «Perfect Sense» (με την έννοια της απόλυτης αίσθησης εδώ), αφορμή της σταδιακής απώλειας των αισθήσεων. Όχι απλώς αρπάξτε τη, αλλά απολαύστε τη!
       Διευρύνοντας αυτή την οπτική, προκειμένου να πολλαπλασιαστούν οι παρενθέσεις και να γίνουν ο δικός μας κανόνας, αρκεί να σκεφτούμε ότι η ζωή είναι μία διαρκώς κινούμενη ενέργεια, που όντας η ίδια χειραφετημένη γνωρίζει το τι αξίζει και ξέρει να περιμένει. Τη διακρίνει η υπομονή, όχι η δίχως όρια όμως, και γι’ αυτό επιζητά την προσοχή μας, χωρίς να απαιτεί, χωρίς να τη ζητάει πάντα εμφανώς και σαφώς εκδηλωτικά. Μοιάζει με ερωτευμένη γυναίκα που επιθυμεί να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής σου, θέλει να γίνει η δική σου βασίλισσα, αλλά την αφήνουν αδιάφορη οι χειρισμοί του επαγγελματία, γιατί λειτουργούν με υπολογισμένες κινήσεις σαν θανάσιμο χτύπημα, άψυχο και ψυχρό, παραπέμποντας σε τέλεση καθήκοντος και πλήρωση υποχρέωσης. Εκείνη, αντίθετα, αναζητάει τον παθιασμένο αδέξιο εραστή μέσα σου, που στην αμηχανία του κρύβει όλο το ενδιαφέρον του για εκείνη, δείχνει πόσο χρόνο στη σκέψη του της αφιερώνει, γεγονός που τον κάνει ακόμα πιο επινοητικό, ευφάνταστο και χαριτωμένα τολμηρό μαζί της... Και τότε εκείνη σ’ το αναγνωρίζει και σ’ το αντιγυρίζει, με ειλικρινή φροντίδα και αγάπη, γλείφοντας κάποτε κάποτε και τις πηγές σου αντί για σένα ενώ σε κοιτάζει με εκείνο το παραπονεμένο βλέμμα, σαν να αναρωτιέται γιατί να τις κρατάς παράσημα, λες και δεν την αγαπάς αρκετά. Γιατί εκείνη χαίρεται κυρίως όποτε βουτάς μέσα της ανεπιφύλακτα και επιστρέφεις πιο δυνατός και λίγο πιο έμπειρος από τα νέα σου ταξίδια.
      Οι πληγές σου σηματοδοτούν την πορεία σου, ναι, για να μην ξεχνάς τον εαυτό σου, αλλά όχι για να μιζεριάζεις, να μεγαλοποιείς, να κλείνεσαι και να τσιγκουνεύεσαι την αγάπη. Διαφορετικά, πληγώνεται εκείνη, και πάλι σ’ το αντιγυρίζει όποτε ζεις τις στιγμές της σαν κλέφτης και όχι διαφεντεύοντάς τες, όταν την κάνεις να νιώθει φτηνή, λίγη, χωρίς να είναι, γιατί την αδικείς, προβάλλοντάς της το δικό σου λίγο. Έτσι, όμως, τη στριμώχνεις και με τον τρόπο σου τη διώχνεις, με τη σειρά της μετά σε εγκαταλείπει αυτή και σιγά σιγά αρχίζει να σου διαφεύγει... Εκεί εσύ νευριάζεις, την αρνείσαι, την κατηγορείς, αρρωσταίνεις ακόμα, αγνοώντας ότι σου λείπει εκείνη, η οποία υποχώρησε μπρος στη δική σου επιθυμία και παράλογη προσταγή. Τότε που απέτυχες να αντιληφθείς ότι μόνο για αγάπη διψούσε, την οποία, για να δώσεις, πρέπει πρώτα να προσφέρεις σε εσένα, με το να την ρουφάς παθιασμένα ως ζωογόνο νέκταρ, να την φροντίζεις, ίδιο πολύτιμο πετράδι, εκείνη, στην κάθε της στιγμή, με κάθε ευκαιρία, γιατί η κάθε της στιγμή είναι σπόρος μοναδικός, ένα εν δυνάμει φύτεμα για μελλοντικά γεννήματα και θέριεμα από κοινού δικό σας.
      Θυμίζει τα παιδιά. Κοιτάς παιδιά και ατενίζεις δυνατότητες για το μέλλον, που χτίζεται τώρα, τώρα, αυτήν τη στιγμή. Άλλα από αυτά φτάνουν, άλλα στην πορεία αποπροσανατολίζονται, άλλα στρώνουν καλύτερους δρόμους, άλλα απογειώνονται πραγματικά και πετούν. Μιλάω για σένα, για μένα, για τους φίλους σου, για τη μαμά σου, για τον μπαμπά σου, για τον ιδιότροπο εκείνο γείτονα, που ξέχασε πώς να χαίρεται και δε λέει ποτέ του καλημέρα παρά μουγκρίζει όταν του την απευθύνεις εσύ, επιμένοντας κάθε μέρα να σπας τον πάγο, διαταράσσοντας λίγο την οργισμένα εγκλωβισμένη του θλίψη, μιλάω ακόμα για τον κύριο που χτες στο δρόμο σε κοίταξε περίεργα γιατί μειδίαζες αφηρημένα, για την κοπέλα που σου ζήτησε φωτιά και σου χάρισε το χαμόγελό της, για όλους όσοι υπήρξαν παιδιά και το ξέχασαν ή φρόντισαν την ανάμνηση και θυμούνται, γι’ αυτό ακόμα ονειρεύονται και ταξιδεύουν, ακόμα και τώρα, που φαίνονται όλα τρομακτικά σκοτεινά και αβέβαια, συνεχίζουν να αγαπούν, να φροντίζουν, να εκπλήσσονται, γιατί μπορούν ακόμα να διακρίνουν την ομορφιά όπου υπάρχει και ξεπετάγεται νεαρό φυντάνι προοπτικής, μιλάω για όλους εκείνους που, όταν τους λες ξέρεις δε γεννήθηκα κατευθείαν στο τώρα, ήμουν και εγώ κάποτε παιδί, δεν παραξενεύονται, αλλά το σκέφτονται, καταλαβαίνουν και μετά από λίγο σού χαμογελούν...
      Και όποιος θυμάται μπορεί να συνδυάζει, να αναλύει, να αντιλαμβάνεται βαθύτερα αποδίδοντας την απαιτούμενη σημασία στο ασήμαντο και στο σημαντικό, και έτσι ενδυναμώνεται με θέληση και προσπάθεια η αντοχή μόνο για ό,τι αξίζει, διαφορετικά, προσπερνάει, ξεπερνάει, γυρνάει σελίδα, όταν χρειάζεται, και ποτέ δεν αδιαφορεί. Η αδιαφορία υποδηλώνει αποτυχία ή και άρνηση απόδοσης της δέουσας προσοχής στις μικρές, αλλά σημαντικές, στιγμές, τα ψιμύθια του κορμιού της ζωής, στον τρόπο που ενώνει τα χείλη της όταν σε φιλάει, που ανοίγει τα μάτια της όταν την ξαφνιάζεις, στις λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά, για να μπορείς να της προσφέρεις ευχαρίστηση, ώστε να απολαμβάνεις και εσύ μαζί της τη στιγμή, εκείνη! Σε άλλη περίπτωση, το παιχνίδι χάνεται λίγο λίγο, μέρα τη μέρα, λεπτό το λεπτό, στιγμή τη στιγμή, κι ούτε το ξέρεις ακόμα. Κι ας διαμαρτύρεσαι μετά ότι φταίει εκείνη, αποδίδοντάς της όλο το φταίξιμο, λέγοντας ψέματα για όσα δεν έκανες σε άλλους που λειτούργησαν ανάλογα και γι’ αυτό τους βολεύει να σε πιστέψουν, χωρίς να αναλαμβάνεις καμία ευθύνη για το δικό σου χάσιμο. Όσο κι αν φωνάζεις, όμως, η αντίστροφη μέτρηση πυροδοτήθηκε ήδη, για να μείνεις εσύ μόνος σου με τον εαυτό σου, που τώρα σού διαφεύγει και εκείνος πλέον λίγο λίγο, ν’ αναρωτιέσαι το γιατί...
    Αλλά τίποτα από αυτά δε συμβαίνει όταν την απολαμβάνεις όπως της πρέπει, χωρίς να την καταβροχθίζεις ή να τη στερείσαι, σαν να σε ταλανίζουν διατροφικές διαταραχές, έχοντας έτσι δυσανάλογες, ανισόρροπες, ενίοτε και ανάρμοστες απαιτήσεις από τον εαυτό σου και συνακόλουθα και από τους άλλους. Νιώσε την πείνα, για να την καταλαβαίνεις και στους άλλους, αλλά χόρτασε όσο σου πρέπει, για να μην εξαντλείσαι, για να μην ξοδεύεσαι, μαθαίνοντας και διαδοχικά γνωρίζοντας την αξία της κάθε «τροφής». Σημασία έχει να έχουμε τουλάχιστον συνείδηση του τι επιλέγουμε να βάλουμε στο πιάτο μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, και να το αξιολογούμε και να το αξιοποιούμε σωστά, ακόμα και αν μοιάζει με ουτοπικό δονκιχωτισμό αυτή η οπτική, γιατί τελικά είμαστε ή γινόμαστε στην πορεία σταδιακά ό,τι τρώμε, σωματικά, πνευματικά και συναισθηματικά. Ο κάθε άνθρωπος αποτελεί ένα μικρό σύστημα – κύκλωμα, που μπορεί να επιλέξει αν θα παραμείνει κλειστό ή αν θα κρατήσει ανοιχτή την επικοινωνία με τον εαυτό του με και τους άλλους, χρησιμοποιώντας ένα λίγο από τη σοφία της ζωικής ενέργειας, την οποία κρύβει μέσα του, χωρίς συχνά να το ξέρει, και ξεκινώντας απλά, από μία όμορφα νοικοκυρεμένη μπουκιά στο πιρούνι του, ώστε να γίνει πιο αποτελεσματικά και οργανικά μέρος ενός συνόλου που όλοι μαζί συνθέτουμε.
     Στο 10ο τεύχος της «Τρελής piñata», λοιπόν, οι προτάσεις, μέσα από τις ταινίες, αφορούν την απόλαυση της στιγμής και του έρωτα και τη διεκδίκηση της ζωής αφορμή της γευστικής απόλαυσης. Στα βιβλία, επιπλέον, αναζητείται η ισορροπία στη σχέση με το φαγητό, όταν αναφερόμαστε σε διατροφικές υπερβολές, που εκδηλώνονται στη διαταραγμένη σχέση με αυτό και ξεκινούν από ψυχολογικά συνήθως αίτια. Γι’ αυτό έχει βαρύτητα, ανάμεσα σε άλλα, το να γίνει σωστή αρχή στη διαμόρφωση μίας καλής αντίληψης για το ζήτημα διατροφή. Σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα, επομένως, συμπεριλαμβάνονται βιβλία που μιλούν για την πολλαπλή χρησιμότητα των φυσικών προϊόντων και σε συνδυασμό παρατίθενται ιδέες για τη δημιουργική δραστηριοποίηση των μικρών μας φίλων στην κουζίνα, καθώς αγαπάμε κάτι πιο πολύ όταν βγαίνει από τα χέρια μας και όταν το καταλαβαίνουμε. Αυτό μπορεί να βοηθήσει και στη βελτίωση των διατροφικών συνηθειών, απαραίτητο συστατικό επιτυχίας στην καλή μας σχέση με την υγεία γενικότερα. Και, εφόσον αυτή ενδείκνυται να ξεκινάει από νωρίς, μπορεί η γόνιμη συνεργασία να επαναπροσδιορίσει και τη σχέση μικρών και μεγάλων με τη διατροφή, με ευφάνταστη δημιουργικότητα και επινοητικότητα, που φτάνει έως και τα μαθηματικά, ένα χρήσιμο καθημερινό εργαλείο, όσο η κουτάλα και το γουδί, και ένας απαραίτητος κώδικας επικοινωνίας όσο μπορούν να γίνουν η τροφή και η γεύση. Αναφερόμενοι σε κώδικες, θα βρείτε στα βιβλία και ένα χρήσιμο γλωσσάρι που μπορεί να γίνει πιστός βοηθός στην κουζίνα, σε επαγγελματίες και μη, καθώς σε αυτό το τεύχος «συνωστίζονται» πολλοί πραγματικοί, επίδοξοι και διάφορων ειδών σεφ. Όλα αυτά, βέβαια, συμβαίνουν πάντα συνοδεία μουσικής, για να διεγείρει την έμπνευση, να μας κινητοποιήσει ενεργητικά, να μας ξεσηκώσει, να μας κάνει να ονειρευτούμε ή και απλώς να μας χαλαρώσει, ώστε ευδιάθετα και θετικά να αγκαλιάσουμε κάθε γαργαλιστικό στη σκέψη μας ερέθισμα...

Καλό φθινόπωρο να έχουμε με υγεία, όμορφες αρχές σάς εύχομαι και ό,τι επιθυμείτε να γίνει πραγματικότητα, μέσα από πλούσια καρποφορία ιδεών, προσπαθειών και μέσα από επίτευξη στόχων με συναίσθημα πληρότητας! Και, βέβαια, μην ξεχνάτε να ονειρεύεστε και να απολαμβάνετε τη στιγμή, γιατί η ζωή σάς περιμένει με υπομονή να την κατακτάτε κάθε μέρα από την αρχή...





Ταινίες

Picture
Pranzo di Ferragosto (2008)
(Αυγουστιάτικο Γεύμα στη Ρώμη)

Σκηνοθέτης: Τζιάνι ντι Γκρεγκόριο
Γλώσσα: Ιταλικά
Ηθοποιοί: Τζιάνι ντι Γκρεγκόριο, Βαλέρια ντε Φρανσίσις, Μαρίνα Κατσότι κ.ά.

Περιγραφή

Ο Τζιάνι είναι ένας εργένης που μένει με τη μητέρα του. Λίγο πριν το Δεκαπενταύγουστο ο διαχειριστής του παλάτσο προσφέρεται να τον διευκολύνει με τα χρωστούμενα κοινόχρηστα, με τον όρο να φιλοξενήσει τη μητέρα του για ένα βράδυ, ώστε να μπορέσει ο ίδιος να αποδράσει εκτός πόλης. Μία ανάλογη σκέψη κάνει όμως και ο γιατρός του, που έχει εφημερία και δε θέλει να αφήσει μόνη της τη δική του μητέρα, προσφέροντάς του επιπλέον χρήματα για αυτόν το σκοπό. Τελικά, ο Τζιάνι μένει να φροντίσει τέσσερις ηλικιωμένες γυναίκες, καθώς μαζί με τη μητέρα του διαχειριστή έρχεται και μία θεία, για να δραπετεύσει εκείνος τελικά με την ερωμένη του. Ο Τζιάνι έχει κάθε καλή διάθεση να τις φροντίσει, παρ’ όλους τους ενδοιασμούς του και τις αρχικές αντιρρήσεις της ιδιόρρυθμης μητέρας του. Παρελαύνουν έτσι διάφορα εδέσματα και ποτά, όπως κοτολέτες, σπαράγγια, τάρτα με φρούτα, ένα ciambellone, στρογγυλό κέικ με τρύπα στη μέση, που έφεραν οι φιλοξενούμενοι, άφθονο λευκό κρασί και μπίρα. Αλλά την ίδια στιγμή ο Τζιάνι έχει να αντιμετωπίσει και τις παραξενιές της καθεμίας, τις ανάγκες, τις ιδιαιτερότητες και τα νάζια, που δημιουργούν ευτράπελα επεισόδια. Η θεία Μαρία είναι 80 ετών και ακόμα φτιάχνει μακαρόνια φούρνου με μοτσαρέλα, μορταδέλα, σάλτσα ντομάτας κ.λπ., η Γράτσια, όμως, που πρέπει να προσέχει αυστηρά τη δίαιτά της, παίρνει το ταψί από το φούρνο όταν κανείς δεν την προσέχει, για να το καταβροχθίσει με τη ησυχία της, μετά το λιτό γεύμα βραστών λαχανικών. Η καπριτσιόζα Μαρίνα, που φλερτάρει ασύστολα, όταν νιώθει πως ασφυκτιά στο σπίτι, εξαφανίζεται απροειδοποίητα, για να πιει το ποτό της και να καπνίσει τα τσιγάρα της ανενόχλητη σε ένα καφέ-μπαρ, όπου ο Τζιάνι την εντοπίζει και τρομάζει να την ξαναφέρει σπίτι και να τη βάλει για ύπνο. Η μητέρα του, πάλι, που στην αρχή είναι διστακτική με την παρουσία των άλλων γυναικών, μετά τη γλυκαίνει η παρέα τους, καθώς αρχίζουν οι εξομολογήσεις και η αναπόληση του παρελθόντος, και στο τέλος δε θέλει καμιά τους να φύγει την άλλη μέρα. Έτσι, βρίσκεται ο Τζιάνι να τρέχει με ένα φίλο του στην άδεια Ρώμη το Δεκαπενταύγουστο για να εξασφαλίσει το ιδιαίτερο γεύμα της ημέρας: Κέφαλοι από το ποτάμι, με πατάτες και δεντρολίβανο στο φούρνο. Φυσικά, το γεύμα συμπληρώνει άφθονο, λευκό και ελαφρώς αφρίζον κρασί. Οι κυρίες τού βάζουν τα γυαλιά με την όρεξή τους για χορό και με τη διάθεση να ζήσουν όσα αισθάνονται ότι στερείται η τρίτη ηλικία, παρατείνοντας με κάθε τρόπο τη διαμονή τους. Και τι άλλο μπορεί να κάνει ο Τζιάνι με όλα αυτά παρά να υπακούσει στις θελήσεις τους φτιάχνοντας μία ελαφριά πίτσα λαχανικών με παρμεζάνα για το βράδυ!

Η ταινία κέρδισε τέσσερα βραβεία στο 65ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 2008, καθώς και άλλα βραβεία και υποψηφιότητες σε διεθνή φεστιβάλ.



Picture
Julie & Julia (2009)
(Τζούλι και Τζούλια)

Σκηνοθέτης: Νόρα Έφρον
Γλώσσα: Αγγλικά, γαλλικά
Ηθοποιοί: Μέριλ Στριπ, Έιμι Άνταμς, Στάνλεϊ Τούτσι κ.ά.

Περιγραφή

Οι ιστορίες δύο γυναικών, της Τζούλια Τσάιλντ και της Τζούλι Πάουελ, συναντιούνται σε αυτή την ταινία, που είναι βασισμένη σε περιστατικά από τη ζωή τους μέσα από δύο βιβλία. Την αυτοβιογραφία της πρώτης, που γράφτηκε με τη βοήθεια του ανιψιού της Άλεξ Προυντόμ (Alex Prud’homme), με τίτλο My Life in France, η οποία δημοσιεύτηκε το 2006, δύο χρόνια μετά το θάνατό της, και το βιβλίο της Τζούλι Πάουελ, με τίτλο Julie and Julia: 365 Days, 524 Recipes, 1 Tiny Apartment Kitchen, που κυκλοφόρησε το 2005, ένα χρόνο μετά το θάνατο της Τζούλια Τσάιλντ. Η Τζούλια Τσάιλντ ήταν μία γυναίκα με πάθος, που αγαπούσε το φαγητό και τη μαγειρική και η οποία εξελίχθηκε σε μία από τις πιο γνωστές Αμερικανίδες επαγγελματίες του χώρου, μεταφέροντας στην πατρίδα της τα μυστικά της απαιτητικής γαλλικής κουζίνας και αλλάζοντας την έως τότε επικρατούσα αντίληψη για τη μαγειρική. Αρκετές δεκαετίες αργότερα η πορεία και το έργο της αποτέλεσαν έμπνευση για την Τζούλι Πάουελ, που στην ταινία προσπαθεί να ξεφύγει από τις δυσκολίες της καθημερινότητάς της κάνοντας κάτι δημιουργικό. Η πλοκή κινείται, λοιπόν, ανάμεσα σε δύο χωροχρονικές διαστάσεις, με αφετηρία στη μία ιστορία το 1949 στο Παρίσι και στην άλλη το 2002 στο Κουίνς. Το σημείο συνάντησης των δύο γυναικών είναι ότι κάποια στιγμή στη ζωή τους η μαγειρική, η γεύση και ο πειραματισμός τούς πρόσφεραν το κίνητρο της δημιουργικής δραστηριοποίησης. Έτσι, η Τζούλι αποφασίζει να φτιάξει ένα ιστολόγιο με στόχο να περιγράψει βήμα βήμα την εμπειρία εκτέλεσης των 524 συνταγών ενός πολύ γνωστού βιβλίου της Τζούλια Τσάιλντ στο ακριβές διάστημα ενός χρόνου, κάτι που λειτουργεί ως στοίχημα για την ίδια. Και εκείνο που κατά βάση την εμπνέει πέραν των συνταγών είναι η τόλμη και η θέληση της Τζούλια να επιβιώσει σε ένα εχθρικό για την εποχή περιβάλλον, με άντρες κυρίως σεφ στον τομέα της γαστρονομίας, σε ένα κατά τα άλλα ευχάριστο και χρωματιστό Παρίσι, όταν η ίδια είναι στριμωγμένη σε ένα μικρό διαμέρισμα εκτεθειμένο στο θόρυβο, πάνω από μία πιτσαρία του συρμού, από τραγική ειρωνεία.
     Η γνωστή μαγείρισσα, παρ’ όλα τα εμπόδια που αντιμετώπιζε στη σχολή μαγειρικής αλλά και αργότερα, είχε βέβαια τη συμπαράσταση του συζύγου της, ο οποίος αγαπούσε το καλό φαγητό, ωστόσο δεν ήταν μικροί οι σκόπελοι που χρειάστηκε να υποσκελίσει για να κάνει την υπέρβαση. Η ταινία καλύπτει ένα μέρος της ζωής της, από το τέλος της δεκαετίας του ’40 μέχρι την έκδοση του πρώτου της βιβλίου, κατά κύριο λόγο. Γι’ αυτό δε βλέπουμε την προϊστορία της ούτε την επιτυχημένη εξέλιξή της στη συνέχεια, την οποία υποδηλώνουν οι τηλεοπτικές εκπομπές και η παρουσία της κουζίνας της σε μουσείο, στο τέλος. Η Τζούλια Μακ Γουίλιαμς μετά το κολέγιο πρόσφερε τις υπηρεσίες της, νωρίτερα αλλά και στη διάρκεια του Β’ πολέμου, στο γραφείο που αργότερα θα ονομαζόταν Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών. Τότε συμμετείχε σε μία επιχείρηση με πρώτη πετυχημένη «συνταγή» την απώθηση των καρχαριών, ώστε να μην πυροδοτούν εκρηκτικά, προορισμένα να ανατινάξουν γερμανικά υποβρύχια[1]. Εκεί, εργάστηκε ως αρχειακός υπάλληλος απασχολούμενη κυρίως με απόρρητα έγγραφα και στην πορεία γνώρισε το σύζυγό της Πολ Τσάιλντ, στη διάρκεια του Β’ Πολέμου, επίσης υπάλληλο του Γραφείου, όταν μετατέθηκε εκτός ΗΠΑ στη Σρι Λάνκα. Παντρεύτηκαν το 1946 και μεταπολεμικά βρέθηκε από το 1948 στη Γαλλία, αρχικά στο Παρίσι και μετά στη Μασσαλία, καθώς εκεί προσφέρθηκε από την υπηρεσία μία θέση στον Πολ. Όσα ακολούθησαν, ωστόσο, μέχρι να γίνει η διάσημη μαγείρισσα που όλοι γνώρισαν αργότερα έρχονταν σε αντίφαση με την έως τότε πορεία της, καθώς σκόνταφτε στη νοοτροπία της εποχής. Ήταν μία γυναίκα ενθουσιώδης, αισιόδοξη, με πυγμή και αποφασιστικότητα, πληρώντας όλες τις προϋποθέσεις για να εξελιχθεί σε επαγγελματίας, όταν το επάγγελμα του σεφ καθόριζαν, όμως, εν πολλοίς στερεότυπα επηρεασμένα και αλληλεπιδρώντα με ό,τι σήμερα θα συμπυκνώναμε στον όρο «κοινωνικό φύλο». Οι γυναίκες έκαναν κυρίως βοηθητικές εργασίες και οι ανώτερες θέσεις στην ιεραρχία της κουζίνας ανήκαν στους άντρες μαζί με το κυρίως δημιουργικό κομμάτι της δουλειάς και την ανάληψη της ευθύνης. Και αυτά ίσχυαν κατά βάση για όσες γυναίκες έβγαιναν στην αγορά εργασίας για οικονομικούς λόγους, ενώ για όσες είχαν τα μέσα να μείνουν σπίτι η μαγειρική κινούνταν συχνά σε ένα διεκπεραιωτικό πλαίσιο καθήκοντος και υποχρέωσης.
     Σε αυτή την περίπτωση, αντιμετώπιζαν την Τζούλια Τσάιλντ στη σχολή μαγειρικής ως μία γυναίκα όχι ασθενούς οικονομικής τάξης που ψάχνει απλώς έναν άλλον τρόπο «για να σκοτώσει το χρόνο της». Και έβγαινε νικήτρια όποτε νόμιζαν πως δε θα μπορούσε να αντεπεξέλθει, όπως το να σκοτώσει ακαριαία με το κουζινομάχαιρο ένα ζωντανό αστακό. Προβλήματα προέκυπταν και από ομόφυλές της, επηρεασμένες ίσως από τα πρότυπα της εποχής, ίσως και ανταγωνιστικά ή ζηλότυπα, καθώς η ίδια ήθελε να πάρει το δίπλωμά της, για να διδάξει, αλλά η διευθύντρια της σχολής τής δημιουργούσε ένα σωρό προσκόμματα. Στην ταινία, βλέπουμε επίσης τη διεργασία συγγραφής και έκδοσης ενός από τα πιο γνωστά βιβλία μαγειρικής, με τίτλο Mastering the Art of French Cooking, το οποίο γράφτηκε σταδιακά από κοινού με τη Σιμόν Μπεκ (Simone Beck) και τη Λουιζέτ Μπερτόλ (Louisette Bertholle). Κυκλοφόρησε σε δύο τόμους, το 1961 και το 1970 αντίστοιχα, ο δεύτερος όμως χωρίς την υπογραφή της Λουιζέτ Μπερτόλ. Η αρχική ιδέα ήταν η επίτευξη της εξοικείωσης των Αμερικανίδων με τη γαλλική μαγειρική, με στόχο την απομυθοποίηση της δυσκολίας της και την απόλαυση της διαδικασίας. Κεντρικός μοχλός υπήρξε η μακροχρόνια αλληλογραφία με ανταλλαγή πληροφοριών πάνω σε ιδέες, συστατικά κ.λπ. και με ατελείωτους μαγειρικούς πειραματισμούς ανάμεσα στη Τζούλια και στην Έιβις Ντεβότο (Avis DeVoto), που υπήρξε γαστρονομικός συντάκτης, κριτικός βιβλίων και έμπειρη μαγείρισσα. Βοήθησε, επίσης, η πρακτική εξάσκηση των τριών συγγραφέων του βιβλίου με εκτελέσεις συνταγών, καθώς και μέσα από μαθήματα μαγειρικής που παρέδιδαν κατ’ οίκον. Η δημιουργική περιπέτεια, όμως, έγινε και πραγματική την περίοδο του Μακαρθισμού για τους Τζούλια και Πολ Τσάιλντ, με δυσμενείς μεταθέσεις, καθώς ο Πολ είχε υπηρετήσει στην Κίνα και θεωρήθηκε εν δυνάμει ύποπτος για προδοσία, ανάμεσα σε άλλα. Έτσι αλλάζουν περιβάλλοντα χώρο μέχρι να επιστρέψουν κάποια στιγμή αργότερα στην Αμερική.
     Η Τζούλι Πάουελ, από την άλλη, ο αντίποδας αυτού του ιδιόρρυθμου «διδύμου», περνώντας μία κρίση ηλικίας λίγο πριν κλείσει τα τριάντα, νιώθει αποξενωμένη και απροσάρμοστη στις επιταγές του σύγχρονου τρόπου ζωής. Γι’ αυτό αποφασίζει να δώσει μία ώθηση στον εαυτό της ολοκληρώνοντας κάτι αξιόλογο για την ίδια και συνεπαρμένη από τη μείξη ρομαντισμού και δυναμισμού της αγαπημένης της μαγείρισσας. Και οι δύο γυναίκες, όμως, αλλάζουν μέσα από την ενασχόλησή τους με τη μαγειρική και με την ανάληψη πρωτοβουλιών, που τελικά ξεφεύγουν από την κουζίνα και αφορούν τη ζωή τους. Η Τζούλια ασχολείται εξαρχής με τη μαγειρική, γιατί παθιάζεται με τη γεύση αλλά και επιθυμώντας να διοχετεύσει κάπου την πληθωρική της ενέργεια. Επιπλέον, όπως προκύπτει από την αυτοβιογραφία της, πεισμώνει όταν στις πρώτες απόπειρές της στην κουζίνα ως άπειρη ακόμα μαγείρισσα, σε μία προσπάθεια να εντυπωσιάσει τον Πολ, τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά. Και από το σημείο μηδέν καταλήγει να κάνει επάγγελμά της τη μαγειρική, μεταδίδοντας ενθουσιωδώς στους άλλους ό,τι ανακαλύπτει. Στην ταινία, η ευεργετική επίδρασή της στη Τζούλι μοιάζει να δείχνει ότι το φρούτο του κόπου της τιμήθηκε δεόντως... Αν φτάσει κάποιος ένα στόχο, άλλωστε, μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για πολλούς!
     Έχει ενδιαφέρον, επίσης, και η παρατήρηση των δύο ζευγαριών, οι δυναμικές που αναπτύσσονται και οι ισορροπίες που καθιερώνονται σε βάθος χρόνου και με διαφορά χρόνου. Προκύπτει και η εξέλιξη στις σχέσεις των δύο φύλων αναπόφευκτα, η διαφορετικότητα των αναζητήσεων, η ισχύς και η αξία της αλληλοϋποστήριξης, καθώς και τα σημεία καμπής, που εξαρτώνται επιπλέον από την εκάστοτε εποχή και τις επικρατούσες συνθήκες.
     Από τους ήρωες που ξεχωρίζουν, η Μέριλ Στριπ δίνει μία πολύ αξιόλογη ερμηνεία, πάντα αφήνει την εντύπωση της ακρίβειας και της λεπτολογίας στον τρόπο που διερευνά τους χαρακτήρες της, προκειμένου να τους χτίσει, αλλά  εδώ φαίνεται να γλεντάει το ρόλο. Ο Στάνλεϊ Τούτσι («βετεράνος» στις ταινίες με μαγειρική ήδη από το «Big Night» − 1996), που τον έχουμε συνηθίσει σε κωμικούς ρόλους, αλλά όχι μόνο, καταθέτει με διακριτικότητα και ευαισθησία μία ερμηνεία που προκύπτει ως επάξιος αντίποδας ήρεμης δύναμης δίπλα στην εκρηκτική αλλά και με πολλά ευαίσθητα σημεία Τζούλια. Η Έιμι Άνταμς, πολύ γλυκιά και συμπαθής, περνάει επίσης διακριτικά τη δυναμική ισχυροποίησης της αυτοπεποίθησής της μέσα από τα διάφορα ξεσπάσματα και την προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού στο χρονικό περιθώριο ενός έτους, στο επίπεδο που το επιτρέπουν το σενάριο και οι επιλογές της σκηνοθετικής γραμμής για την παρουσίαση αυτού του χαρακτήρα. Και τέλος, εκτός του καστ, δεν μπορεί κανείς βέβαια να αμφισβητήσει ότι ο σούπερ σταρ της ταινίας ήταν οπωσδήποτε ο γάτος!

Ατάκες που κρατάω:

«Τζούλια, είσαι το βούτυρο στο ψωμί μου και η ανάσα στη ζωή μου. Σ’ αγαπάω».

Και η ίδια αγαπούσε, άλλωστε, το βούτυρο, μακριά από τη μεσογειακή διατροφή, ενώ οι ιδέες που δίνει η ταινία για συνταγές είναι λιγουριάρικες, ώστε να ξεφεύγει κάποιος γευστικά μία στο τόσο με κάτι διαφορετικό, αν και αρκετά έως πολύ απαιτητικές.

Και ο κλασικός της χαιρετισμός:

«I’m Julia Child. Bon appétit!».

Η Μέριλ Στριπ κέρδισε το 2010 για την ερμηνεία της μία υποψηφιότητα για βραβείο Όσκαρ στην κατηγορία Καλύτερου Α’ Γυναικείου Ρόλου.

__________
[1] http://www.unknownnews.org/040202child.html



Picture
Io sono l'amore (2009)
(Είμαι ο Έρωτας)

Σκηνοθέτης: Λούκα Γκουαντανίνο
Γλώσσα: Ιταλικά, ρώσικα, αγγλικά
Ηθοποιοί: Τίλντα Σουίντον, Φλάβιο Παρέντι, Εντοάρντο Γκαμπριελίνι κ.ά.

Περιγραφή

Η ταινία ξεκινάει με ένα οικογενειακό γεύμα για τα γενέθλια του παππού, που λειτουργεί ως πάτερ φαμίλια και επικεφαλής της επιχείρησης μίας μεγαλοαστικής οικογένειας. Παραπέμπει λίγο η αρχή στη δανική ταινία «Οικογενειακή γιορτή», που παρουσιάστηκε στο τεύχος 5 Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 2013 της «Τρελής piñata», αλλά τόσο η αισθητική αυτής της ταινίας όσο και ο τρόπος εξέλιξης της πλοκής στην αποκάλυψη των μυστικών των χαρακτήρων διαφέρουν. Το γεγονός, όμως, ότι τα μεγάλα γεγονότα ανακοινώνονται στο οικογενειακό τραπέζι ή πυροδοτούνται αφορμή των γευμάτων συμβαίνει και εδώ. Γύρω από τον παππού, λοιπόν, συγκεντρώνεται όλη η οικογένεια. Ο γιος του Τανκρέντι, τα εγγόνια του, ο Εντοάρντο (Έντο), ο αγαπημένος του, ο Τζιανλούκα και η Ελιζαμπέτα. Η Ρωσίδα γυναίκα, επίσης, του γιου του, Έμα, που προέρχεται από ένα διαφορετικό οικονομικό και κοινωνικό υπόβαθρο και «έμαθε να είναι Ιταλίδα», όπως ισχυρίζεται, όταν ο Τανκρέντι την έφερε στο Μιλάνο. Είναι η μόνη που παραδόξως μοιάζει να έχει σημεία αναφοράς με την αρραβωνιαστικιά, Εύα, του Έντο, γιατί επίσης προέρχεται από ασθενέστερη οικονομικά τάξη και γι’ αυτό σχολιάζεται. Η Έμα, παρ’ όλες τις διαφορές της με το περιβάλλον στο οποίο κλήθηκε να επιβιώσει, δεν έγινε σνομπ, διατήρησε τις ευαισθησίες της, ακόμα κι αν εν πολλοίς ξέχασε τον εαυτό της. Έτσι αναπτύσσει ανάλογες καλές σχέσεις, όπως με το προσωπικό που εργάζεται στο σπίτι και μοιάζει με δεύτερη οικογένεια. Ο Έντο, επηρεασμένος από το μητρικό πρότυπο, διατηρεί με τη μητέρα του έναν ισχυρό συναισθηματικό δεσμό, ακολουθώντας το ίδιο μονοπάτι.
     Ανεπαίσθητα αρχίζουν να ξετυλίγονται οι δυναμικές και οι ισορροπίες αυτής της οικογένειας, με σημείο εκκίνησης το τραπέζι, όταν όλα φαίνεται να είναι ακόμα υπό έλεγχο. Ο παππούς σβήνει ένα κεράκι σε μία Mont Blanc, δώρο της Ρωσίδας νύφης του, και η γιορτή ξεκινάει. Μιλάει με περηφάνια για όσα κατάφερε στο εργοστάσιο, που άντεξε σε βάθος χρόνου τις αντιξοότητες, και η αντοχή σημαίνει από μόνη της δύναμη, δείχνει να λέει. Η φίρμα ονομάζεται Recchi και μοιάζει να γίνεται λογοπαίγνιο με τη λέξη ricchi, που σημαίνει πλούσιοι. Όταν κάνουν πρόποση στους Recchi είναι σαν να εξυμνούν την ισχύ και τον πλούτο. Στη συνέχεια, παραδίδει τη σκυτάλη στο γιο του και στον εγγονό του Έντο, πυροδοτώντας μία ένταση αμηχανίας, καθώς έχουν αφενός άλλη οπτική γωνία και αφετέρου γιατί ο πατέρας αισθάνεται ελαφρώς υποτιμημένος από τον παππού, ο οποίος δηλώνει με σιγουριά και αυτοπεποίθηση ότι χρειάζονται δύο άντρες για να τον αντικαταστήσουν.
    Δημιουργείται, κατά βάση, ένα δίπολο με επίκεντρο τους χαρακτήρες. Από τη μία, υπάρχει το συναισθηματικό κομμάτι και από την άλλη το εγκεφαλικό, που στοχεύει στο χρήμα και στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων. Στο συναισθηματικό ανήκει ο Έντο –ο μόνος που μιλάει με τη μητέρα του στη μητρική της γλώσσα−, ο οποίος παρουσιάζει ως υποψήφια νύφη μία γυναίκα που ούτε εκείνη, όπως και η μητέρα του, ανήκει στην τάξη του κοινωνικά, ενώ οραματίζεται να συνεχίσει την παράδοση του παππού στο εργοστάσιο, αλλά σκοντάφτει στις οικονομικές φιλοδοξίες του πατέρα του, που επιθυμεί την πώλησή του. Αφορμή του Έντο, επίσης, από ένα τυχαίο περιστατικό, η μητέρα πληροφορείται μία άγνωστη έως τότε για εκείνη πτυχή της κόρη της, που προσπαθεί να αυτοπροσδιοριστεί μέσα από καλλιτεχνικές δραστηριότητες, αλλά ελάχιστα γίνεται κατανοητή στην οικογένεια. Και τέλος είναι εκείνος που θα τη φέρει σε επαφή με τον ταλαντούχο και πρωτοπόρο σεφ, Αντόνιο, τον έρωτα! Και σε αυτήν τη σχέση υποδηλώνονται οι ταξικές αντιθέσεις και η αλληλεπίδραση, καθώς οι δυο τους γνωρίστηκαν σε έναν αγώνα κωπηλασίας –οι σχετικές σκηνές κόπηκαν στο μοντάζ−[1], όπου ο Αντόνιο με τον Έντο ήρθαν ισόπαλοι, γεγονός που θεωρήθηκε, όμως, ήττα για τον Έντο από τους δικούς του, καθώς οι νίκες αποτελούσαν παράδοση για τους Recchi. Ο Αντόνιο βρίσκεται και εκείνος σε σύγκρουση με το δικό του πατέρα, που διατηρεί ένα συμβατικό εστιατόριο, αρνούμενος να υποστηρίξει τις ιδέες και τις φιλοδοξίες του γιου του. Έτσι, πηγαίνοντας το ίδιο βράδυ ένα γλυκό στο σπίτι του Έντο, ανοίγει εν δυνάμει ο δρόμος και για τη δραστηριότητά του και ουσιαστικά για την καρδιά του.
    Από την άλλη πλευρά του διπόλου έχουμε τον πατέρα Τανκρέντι και τον άλλο του αδελφό Τζιανλούκα ως τους πιο κυνικούς και τυπικούς αντιπρόσωπους της οικονομικής ισχύος της οικογένειας, με τον Τζιανλούκα να προσγειώνει τις ανησυχίες του Έντο για την τύχη των εργατών σε περίπτωση πώλησης της επιχείρησης, με το επιχείρημα ότι οι Recchi ούτως ή άλλως πάντα εκμεταλλεύονταν τους αδύναμους για να φτάσουν εκεί που έφτασαν. Ο παππούς αποτελεί μάλλον μία κατηγορία μόνος του, σαν ρομαντική υπενθύμιση του πεπερασμένου που χάνεται, ακόμα κι αν εθελοτυφλεί απέναντι στα κακώς κείμενα. Στη μέση όλων η Ρωσίδα μητέρα κρατάει τις ισορροπίες, σιωπηλά και υπάκουα, σαν ηφαίστειο που βράζει υπογείως, έτοιμο να εκραγεί, και είναι εκείνη που σαν κλειδί-σφήνα αποτελεί την καρδιά, διατηρώντας όρθιο το ρωμαϊκό τόξο, μία ξένη παραδόξως, αλλά πάντα μητέρα.
      Ο έρωτας κινείται ως αθόρυβη ήρεμη δύναμη, μία αόρατη φωτιά που ανάβει προοδευτικά το φυτίλι όποιας αστάθειας ακροβατεί ακόμα πίσω από επιφάσεις, όποιας υποκρισίας αντέχει ακόμα να επιβιώνει στη σύμβαση. Είναι πολύ ωραία η σκηνή όπου στο εστιατόριο του πατέρα του Αντόνιο η Έμα φωτίζεται, μόνο εκείνη, και με εναλλαγή γκρο πλαν ανάμεσα στο πρόσωπό της και στο πιάτο με γαρίδες και λαχανικά, μέσα από την αποκάλυψη των γεύσεων και την απόλαυση κάθε μπουκιάς, εισβάλλει αναζωογονητικά η ιδέα του έρωτα. Και αυτή η σκηνή βρίσκεται σε ανταπόκριση με τη μετέπειτα σκηνή, απουσία απόλαυσης εκεί, όπου και πάλι πάνω από ένα πιάτο ρώσικης σούπας, φτιαγμένης από τα χέρια του Αντόνιο, στη γιορτή των αρραβώνων του Έντο, αποκαλύπτεται στα μάτια του δεύτερου το μυστικό αυτού του έρωτα, όταν όλα τα κομμάτια του παζλ ενώνονται, και τότε επέρχεται η καταστροφή. Αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. Η καρδιά ραγίζει και το κλειδί-σφήνα κλυδωνίζεται συθέμελα, ο συναισθηματικός κορμός που το κρατούσε στη θέση του καταρρέει.
     Το ερωτικό πάθος, άλλωστε, δε χωράει σε έναν κόσμο ορισμένο αποκλειστικά από το χρήμα, με συνέπεια να καταλήγει στην τραγωδία αλλά και στην απελευθέρωση. Η μητέρα, έχοντας σχεδόν ξεχάσει το ποια είναι, χωρίς καλά καλά να μιλάει τη γλώσσα της, απλώς επιβιώνει έως τότε με τρόπο καθωσπρέπει, και αποφασίζει να τολμήσει, εξωθείται στο να κοιτάξει κατάματα την αλήθεια, δοκιμάζοντας τα όριά της. Και μόνο τότε σπάει η παγωμένη επιφάνεια η οποία αδιαφορεί ή αναβάλλει διαρκώς να γνωρίσει τον εαυτό της. Κάποιοι βουτούν και ακόμα λιγότεροι αναδύονται νικητές μετά τη δοκιμασία.
      Η τραγική ειρωνεία διατρέχει την ταινία σε πολλά σημεία. Ο ίδιος ο ρόλος της Ρωσίδας μητέρας είναι μία ειρωνεία μέσα στην ιταλική μεγαλοαστική οικογένεια. Επίσης ο καλός και αντάξιος γιος του παππού τον «προδίδει» μη θέλοντας να συνεχίσει την παράδοση, ενώ ο καινοτόμος εγγονός, που με τις ιδέες του ξενίζει τον παππού, ήταν εκείνος που θα την υποστήριζε, αλλά διαφορετικά. Και τελικά η συντηρητικότητα με την ισχύ την οποία της παρέχει ο πλούτος αυτοκαταστρέφεται, μένει χωρίς καρδιά, ξεπουλιέται, αποτυγχάνοντας να εκτιμήσει τους πραγματικούς καρπούς της. Συντήρηση και επέκταση για τους πλούσιους, συντήρηση τελεία για τους πιο ασθενείς οικονομικά, όπως για τον πατέρα του Αντόνιο, γιατί η εξέλιξη προϋποθέτει ένα ποσοστό ρίσκου που δεν είναι διατεθειμένος να πάρει, ώστε να μη χάσει και όσα διαθέτει. Και εκεί συγκρούεται η παλιά γενιά με τη νέα, όταν η δεύτερη οραματίζεται το διαφορετικό, σε όποια κοινωνική τάξη. Η ελπίδα είναι παντού κυνηγημένη και στριμώχνεται στον έρωτα, πάλι και εκεί ελπίζοντας να απελευθερωθεί.

Σκηνές που κρατάω:

Μιλάνο, Σορέντο, Λονδίνο, αντιθέσεις, με τη φυσική ομορφιά της εξοχής να υπερισχύει, καθώς η Έμα και ο Αντόνιο κάνουν έρωτα, παρασυρμένοι, με τις αισθήσεις στο απόγειο να ωθούνται σε ξέσπασμα, σε ένα ντελίριο χρωμάτων, γεύσεων, μυρωδιών, σαν να μην υπάρχει αύριο... Και την ομορφιά να επισκιάζει κεραυνοβόλα η ψυχρή εναλλαγή σκηνικού με το ξεπούλημα της οικογενειακής επιχείρησης στο Λονδίνο.

Η ταινία κέρδισε μία υποψηφιότητα για βραβείο Όσκαρ το 2011 στην κατηγορία για Καλύτερα Κοστούμια.

__________
[1] http://www.mymovies.it/film/2009/iosonolamore/news/comesicucinaunbuonfilm/



Picture
Soul Kitchen (2009)
(Κουζίνα με ψυχή)

Σκηνοθέτης: Φατίχ Ακίν
Γλώσσα: Γερμανικά, ελληνικά
Ηθοποιοί: Αδάμ Μπουσδούκος, Μόριτζ Μπλαϊμπτρόι, Μπιρόλ Γιουνέλ κ.ά.

Περιγραφή

Ο Ζήνος Καζαντζάκης έχει ένα εστιατόριο σε μία αποθήκη στη βιομηχανική περιοχή του Αμβούργου, το «Soul Kitchen», που ικανοποιεί επαρκώς τις συγκεκριμένες απαιτήσεις των χωρίς ιδιαίτερες γαστρονομικές προσδοκίες θαμώνων του. Ένα βράδυ γνωρίζεται τυχαία με έναν σεφ ο οποίος απολύεται από το εστιατόριο όπου δουλεύει, γιατί αρνείται να σερβίρει ζεστό γκασπάτσο σε έναν ιδιόρρυθμο πελάτη, καρφώνοντας το κουζινομάχαιρο στο τραπέζι. Ανάλογες σκηνές είναι τόσο κοινότοπες σε ταινίες με σεφ, παρεμπιπτόντως, που αναρωτιέμαι αν συμβαίνει το ίδιο συχνά στην πραγματικότητα! Διάφορες ξαφνικές αλλαγές στη ζωή του Καζαντζάκη, όμως, τον κάνουν να αλλάξει πλεύση: φεύγει η κοπέλα του για να εργαστεί στην Σαγκάη, βγαίνει ο αδελφός του Ηλίας με μερική αναστολή από τη φυλακή τα Σ/Κ, και υπογράφει ότι τον προσλαμβάνει για έξι μήνες, ώστε να μένει έξω. Μέσα σε όλα αυτά ο Ζήνος παθαίνει λουμπάγκο. Έτσι, προκειμένου να επανέλθουν τα πράγματα στους κανονικούς τους ρυθμούς, αναγκάζεται να ζητήσει τη βοήθεια τόσο μίας φυσιοθεραπεύτριας, για να ανακουφίσει τον πόνο του, όσο και του άνεργου πλέον σεφ, ο οποίος αλλάζει το μενού του εστιατορίου. Οι τακτικοί πελάτες ωστόσο δε συμμερίζονται αρχικά αυτή την ανανέωση και φεύγουν. Επιπλέον, εμφανίζεται απειλητικά και ο ανταγωνισμός, στο πρόσωπο ενός παλιού συμμαθητή του και νυν κτηματομεσίτη, ο οποίος θέλει να αγοράσει την αποθήκη. Το «Soul Kitchen», παρ’ όλα αυτά, αλλάζει, αναβαθμίζεται και βρίσκει τρόπους να επιβιώσει, μέσα από τις αντιξοότητες και τις τρικλοποδιές, καθώς έχει πιστούς υποστηριχτές, ενώ ο Ζήνος βρίσκει τους συμμάχους που χρειάζεται για να κρατήσει το μαγαζί του.
      Μέσα από το χιούμορ, τα ευτράπελα περιστατικά, τα οποία διατρέχει μία γλυκόπικρη ειρωνεία, την αδιόρατη θλίψη για ό,τι ξαφνικά αλλάζει, χάνεται ή αποδεικνύεται κατώτερο των προσδοκιών, εξαναγκάζοντας στην ευελιξία και στην προσαρμογή με καταιγιστικούς ρυθμούς στη σύγχρονη ζωή, προκύπτουν και οι διάφορες σχέσεις, όπως των δύο αδελφών, που παραμένουν μαζί καίτοι διαφορετικοί. Προκύπτουν επίσης η ποικιλία εθνικοτήτων, που συνυπάρχουν στη Γερμανία, οι οικονομικές διαφορές και τα συγκρουόμενα συμφέροντα που διαταράσσουν τις ισορροπίες στον κοινωνικό ιστό, και τελικά η επιθυμία των ατόμων να καταφέρουν κάτι καλύτερο, να ξεχωρίσουν, να επιβιώσουν, να ζήσουν με ψυχή και όχι συμβιβασμένοι σε μία εξαναγκαστική και ιλιγγιώδη πραγματικότητα.
    Ο πρωταγωνιστής Αδάμ Μπουσδούκος, γεννημένος στη Γερμανία από Έλληνες οικονομικούς μετανάστες, είχε πράγματι επενδύσει τα χρήματά του σε ένα εστιατόριο και το σενάριο της ταινίας είναι βασισμένο εν πολλοίς και στη δική του ιστορία. Πιο συγκεκριμένα, το σενάριο συγγράφτηκε από τον ίδιο και από το φίλο του και Γερμανό σκηνοθέτη τουρκικής καταγωγής Φατίχ Ακίν, ενώ επιπλέον προσαρμόστηκαν σε αυτό και στοιχεία που έφεραν οι ηθοποιοί στην αφήγηση. Ο συμπρωταγωνιστής Μόριτζ Μπλαϊμπτρόι, γνωστός από ταινίες, όπως «Τρέξε, Λόλα, τρέξε», «Το Πείραμα», «Το Σπίτι με τους Κορυδαλλούς» κ.ά., βοήθησε και στη σκηνοθεσία των ηθοποιών. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες έχουν επίσης ενδιαφέρον, όπως ο σεφ, η Λουκία, η δυναμική γκαρσόνα του μαγαζιού που τα βρίσκει με τον Ηλία, η φυσιοθεραπεύτρια Άννα, με την οποία ο Ζήνος αναπτύσσει μία τρυφερή σχέση, ο παππούς Σωκράτης με τις σοφές ατάκες κ.ά.

Η ταινία κέρδισε δύο βραβεία και μία υποψηφιότητα στο 66ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 2009, καθώς και άλλα βραβεία και υποψηφιότητες σε διεθνή φεστιβάλ.



Picture
Eat pray love (2010)
(Να τρως, να προσεύχεσαι, να αγαπάς)

Σκηνοθέτης: Ράιαν Μέρφι
Γλώσσα: Αγγλικά, ιταλικά, πορτογαλικά
Ηθοποιοί: Τζούλια Ρόμπερτς, Χαβιέ Μπαρδέμ, Ρίτσαρντ Τζένκινς κ.ά.

Περιγραφή

Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο της Ελίζαμπεθ Γκίλμπερτ, που είναι  επιπλέον αυτοβιογραφικό, και χωρίζεται σε τρεις ενότητες: φαγητό, προσευχή και αγάπη. Η κεντρική ηρωίδα Λιζ, όταν αποφασίζει να χωρίσει από ένα γάμο που δε λειτουργεί, νιώθοντας αποπροσανατολισμένη σε μία κρίσιμη για την ίδια καμπή, ξεκινάει ένα ταξίδι, προκειμένου να βρει τον εαυτό της, το οποίο την οδηγεί πρώτα στη Ιταλία, μετά στην Ινδία και τέλος στο Μπαλί. Σε κάθε μέρος ανακαλύπτει διαφορετικές πτυχές του κόσμου και του εαυτού της.
    Eat: Ιταλία. Εκεί γίνεται το γαστριμαργικό όργιο, από ελαφρύ γεύμα με σπαράγγια σωστά βρασμένα, αβγά, ελιές, μοτσαρέλα, σολομό και ψωμί έως σπαγκέτι με φρέσκια σάλτσα ντομάτας, πίτσα μαργαρίτα στη Νάπολη και διάφορα πρώτα και δεύτερα πιάτα συνοδεία κρασιού. Μέχρι που φτάνει στο Μαυσωλείο του Αυγούστου και βρίσκει το κλειδί της ανοικοδόμησης, της μεταμόρφωσης:
     «Είναι ένα από τα πιο ήσυχα και μοναχικά μέρη στη Ρώμη. Η πόλη αναπτύχθηκε γύρω του στο πέρασμα των αιώνων. Δίνει την αίσθηση μίας πολύτιμης πληγής, που δεν αφήνεις να ξεχαστεί, γιατί σε γλυκαίνει ο πόνος της. Σε κανέναν δεν αρέσει η αλλαγή. Βολευόμαστε στη μιζέρια, γιατί φοβόμαστε την αλλαγή των πραγμάτων που καταρρέουν. Μετά, κοίταξα ολόγυρα το χάος το οποίο αυτό το μέρος άντεξε, τον τρόπο με τον οποίο προσαρμόστηκε, λεηλατήθηκε και βρήκε τρόπο πάλι να ανοικοδομηθεί, και εκεί κατάλαβα ότι τελικά δεν είναι ο κόσμος τόσο χαοτικός όσο η παγίδα τού να αγκιστρωθούμε σε οτιδήποτε. Ο ερειπιώνας είναι ένα δώρο. Είναι ο δρόμος προς τη μεταμόρφωση».
     Pray: Το επόμενο βήμα προς τη μεταμόρφωση έγινε μέσα από το διαλογισμό στην Ινδία. Συγχώρεσε τον εαυτό σου και όλα θα τακτοποιηθούν. Η δύναμη της συγκέντρωσης στον εαυτό μας καθαρίζει το μυαλό, δημιουργεί χώρο, για να ανοίξει μία τεράστια πόρτα και να ορμήσει το σύμπαν στο κενό, να μας απογειώσει, για να γεμίσουμε με τόση αγάπη όση δεν έχουμε φανταστεί..., της λέει με άλλα λόγια ο Ρίτσαρντ. Και έτσι ίσως να πιστέψει ξανά στην αγάπη και να μπορέσει να αγαπήσει όλο τον κόσμο. Attraversiamo, λοιπόν, lets cross over! Διασχίζουμε το δρόμο ή το ποτάμι και περνάμε απέναντι, ποτέ δεν είναι αργά για μία νέα αρχή...
        Love: Μπαλί. Εκεί έρχονται τα δύσκολα, όταν η Λιζ γνωρίζει το Φελίπε.
        Όμως: «Το να χάνεις την ισορροπία για την αγάπη αποτελεί καμιά φορά μέρος τού να βιώνεις την ισορροπία στη ζωή».



Picture
Επικίνδυνες μαγειρικές (2010)

Σκηνοθέτης: Βασίλης Τσελεμέγκος
Γλώσσα: Ελληνικά
Ηθοποιοί: Γιώργος Χωραφάς, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Κάτια Ζυγούλη, Μυρτώ Αλικάκη κ.ά.

Περιγραφή

Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Ανδρέα Στάικου. Ένας αναγνωρισμένος σεφ, ο Δαμοκλής, και ένας μάγειρας σε πλοίο διεκδικούν, ο καθένας με τον τρόπο του, μέσα από μία πανδαισία γεύσεων, την καρδιά της Νανάς, ενός μοντέλου στην Καλών Τεχνών.
     «Πιστεύετε ότι τα υλικά σας συναντιούνται τυχαία;»
Δαμοκλής: «Δεν πιστεύω στο τυχαίο. Γνώση και τεχνική. Αυτά καθορίζουν το αποτέλεσμα».
     «Δηλαδή αποκλείετε τη δύναμη της παρόρμησης;»
Δαμοκλής: «Εντελώς!».
      Και αρχίζει το ξετύλιγμα της ιστορίας, όπου ο καθένας θα φτάσει τα όριά του για την κατάκτηση του έρωτα, αποδεικνύοντας από τι υλικά είναι φτιαγμένος.
      Άλλωστε: «Η απόλαυση είναι προσωπική υπόθεση και απαιτεί ρίσκο!».
     Η ταινία, πέραν των αισθησιακών σκηνών αφορμή της γεύσης, χαρακτηρίζεται από διαλόγους που μετεωρίζονται ανάμεσα στην εκτέλεση συνταγής και στην περιγραφή ερωτικής σκηνής:
     «Πατάτα να την πιεις στο ποτήρι! Την αφήνεις στο νερό να μουλιάσει, μετά τη γδέρνεις βίαια. Καμιά φορά χρειάζεται να πιέσεις λίγο παραπάνω τα υλικά, ώστε να απελευθερώσεις αυτό που με το χάδι δεν μπορείς».
      Άλλοι, πάλι, κινούνται στο όριο της ερωτικής εξομολόγησης, χωρίς να ξεφεύγουν από το επίμαχο θέμα:
      «Μακριά σου παθαίνω γευστική νοσταλγία».
      Ή ακόμα μοιάζουν με συμβουλές μαγειρικής, καμουφλάροντας όμως με τρόπο ενδιαφέροντα την ανθρώπινη συμπεριφορά:
      «Το μυστικό είναι στην πίτα. Πρέπει να της φερθείς όπως σε μία γυναίκα. Την ψήνεις, την ψήνεις, την ψήνεις, αλλά μόνο από τη μία μεριά, μέχρι να γίνει σκληρή και τραγανή. Την άλλη μεριά, την εσωτερική, δεν την αγγίζεις καθόλου, την αφήνεις ως έχει, μαλακή, με ανοιχτούς τους πόρους, για να μπορέσει ν’ απορροφήσει όλους τους χυμούς, να ποτιστεί με τις μάχες που έχει δώσει αυτό το κρέας, το δόλιο κρέας, που παλεύει πάνω στα κάρβουνα, για να κρατήσει την αρσενική του ωμότητα».
     «Ο μαϊντανός έχει γυναικείο ένστικτο. Σ’ αφήνει να νομίζεις ότι αφομοιώνεται από εσένα, ενώ, στην πραγματικότητα, σε οδηγεί εκεί που θέλει. Συμπληρώνει το κάθε υλικό με αυτό ακριβώς που χρειάζεται».
     Είναι μία ταινία που παρακολουθείται ευχάριστα και ανοίγει την όρεξη τόσο για γευστικές όσο και για ερωτικές βουτιές! Αλλά, σε αυτή την περίπτωση, είναι το ίδιο...



Picture
Perfect Sense (2011)
(Η αίσθηση του έρωτα)

Σκηνοθέτης: Ντέιβιντ Μακένζι
Γλώσσα: Αγγλικά, νοηματική γλώσσα
Ηθοποιοί: Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, Εύα Γκριν, Στίβεν Ντιλέιν κ.ά.

Περιγραφή

«Υπάρχει σκοτάδι, υπάρχει φως, υπάρχουν άντρες και γυναίκες, υπάρχει τροφή, υπάρχουν εστιατόρια, αρρώστιες, υπάρχει δουλειά, κίνηση, οι μέρες όπως τις ξέρουμε, ο κόσμος όπως τον φανταζόμαστε». Μέχρι που όλα αλλάζουν. Η υπόθεση εκτυλίσσεται στη Γλασκόβη. Ξαφνικά, μέσα σε ένα 24ωρο, εμφανίζεται μία επιδημία με άγνωστη αιτία, με κρούσματα σε διάφορες αρχικά χώρες της Ευρώπης. Τα αποσπασματικά περιστατικά δε φαίνεται να συνδέονται με κάποιον τρόπο, αλλά παρουσιάζουν ανάλογα συμπτώματα: κατάθλιψη και απώλεια της αίσθησης της όσφρησης. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα κεντρικά πρόσωπα είναι μία επιδημιολόγος, που διασκεδάζει τη θλίψη της καπνίζοντας και πετώντας πέτρες στους γλάρους, και ένας σεφ που δυσκολεύεται να συνδεθεί συναισθηματικά. Στο μεταξύ, ο ιός εξαπλώνεται και αυτοί οι δύο συναντιούνται, ενώνοντας τη μοναξιά τους μέσα από ανεξέλεγκτα δάκρυα. Στο νοσοκομείο παρακολουθούν τις εξελίξεις χωρίς να μπορούν να παρέμβουν σε κάτι, ενώ στην κουζίνα του εστιατορίου, μόλις περνάει το πρώτο σοκ, αποφασίζουν να εντείνουν τις γεύσεις στα πιάτα, για να αισθάνονται κάτι όσοι έχουν προσβληθεί από τον ιό.
     «Η μεγαλύτερη απώλεια είναι όλες οι αναμνήσεις που δεν πυροδοτούνται πια, η όσφρηση και η μνήμη συνδέονται στον εγκέφαλο [...] Χωρίς όσφρηση ένας ωκεανός με εικόνες από το παρελθόν εξαφανίζεται».
     Ο ιός, όμως, εξελίσσεται, κρίσεις πανικού ξεσπούν, η συναίσθηση ότι επικρατεί πολύ μίσος στον κόσμο κυριαρχεί. Εικόνες απανωτές σαν από ντοκιμαντέρ κατακλύζουν την οθόνη: φονταμενταλισμός, μιλιταρισμός, πόλεμος. Και ακολουθεί η απώλεια της γεύσης με ακατάσχετη πείνα για οτιδήποτε.
    «Έτσι η ηρεμία χάνεται από τον κόσμο. Δεν υπάρχει χρόνος ούτε για να δοθεί όνομα στην αρρώστια».
    Αναπόφευκτα, έρχεται η προσαρμογή στην απώλεια, οι άλλες αισθήσεις αποκτούν νέο νόημα, επικρατούν, και η αντίληψη για τα πράγματα προσαρμόζεται στην αλλαγή. Τότε ο άγνωστος ιός εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο με συνέπειες: καταστροφές, επιθέσεις, βία, οργή, μίσος, ανεξέλεγκτη επιθετικότητα. Άλλη μία αίσθηση χάνεται, η ακοή, και για όσους ακόμα τη διατηρούν αρχίζει η αναμονή. Και πάλι, όμως, η ζωή συνεχίζεται μετά από κάθε απώλεια. Και όσοι έως τότε θεωρούνταν μειονοτικές ομάδες με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά υπερτερούν πλέον σε αυτό τον κόσμο που αντιστρέφεται. Η πόλη, ωστόσο, κηρύσσεται πια σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
    Και στο τέλος μένουν η αποδοχή, η συγχώρεση και η αγάπη. Χωρίς αγάπη δεν είμαστε τίποτα! Τύφλωση – Σκοτάδι − Αφή. Η απόλυτη αίσθηση του να νιώθεις τα πάντα όταν τα έχεις χάσει όλα εκτός από την αγάπη.

Είναι μία ταινία ατμοσφαιρική, το μυστήριο υποδηλώνεται και ενίοτε ακολουθούν εκρήξεις, αποφορτίζοντας την ένταση, που επανέρχεται όμως στην επόμενη σκηνή. Δεν κάνει κοιλιά και στο τέλος η ένταση παραμένει, μοιάζει με «άδειασμα», χωρίς όμως να εξαφανίζεται. Θυμίζει συμπυκνωμένο βιβλίο στην οθόνη η ταινία, αλλά σε μένα δεν άφησε την ίδια εντύπωση που άφησαν άλλες ταινίες, πετυχημένες ή όχι, βασισμένες σε βιβλία ή όχι, οι οποίες αφορούσαν επιδημίες με τους σχετικούς συμβολισμούς. Θα έλεγα πως αυτή την ταινία χαρακτηρίζει μία τραγική ποιητικότητα. Η φωτογραφία μού άρεσε, επίσης, πολύ καθώς και το μουσικό άλμπουμ. Τα μακρινά πλάνα είναι σταθερά και μοιάζουν με πίνακες, σαν να αγκαλιάζουν ένα κομμάτι του κόσμου, ενώ κάποιες φορές εναλλάσσονται με γκρο πλαν (κοντινό) ασταθές, με το συναίσθημα του ήρωα να γεμίζει την οθόνη, το οποίο, ενώ συνεπαίρνει το θεατή, δημιουργείται την ίδια στιγμή η αίσθηση του κενού, συνοδεία της υποβλητικής μουσικής, συνθέτοντας στιγμές συναισθηματικά καθηλωτικές. Σε αυτό βοηθάει και η ποιητικά περιγραφική αφήγηση, που επίσης συνοδεία μουσικής μοιάζει με μελαγχολικό ιντερλούδιο χωρίς να λειτουργεί ως επεξηγηματική ανασκόπηση αλλά ως συνειδησιακό καμπανάκι.

Ατάκες που κρατάω:

«Δεν είμαι άρρωστη. Είμαι απλώς στεναχωρημένη».
«Δεν είναι το ίδιο;».




Picture
Comme un chef (2012)
(Ο Σεφ και ο Σεφ του)

Σκηνοθέτης: Ντανιέλ Κοέν
Γλώσσα: Γαλλικά, ισπανικά, ιαπωνικά, αγγλικά
Ηθοποιοί: Ζαν Ρενό, Μικαέλ Γιουν, Ραφαέλ Αγκογκέ κ.ά.

Περιγραφή

Ο Ζακί Μπονό είναι λάτρης της μαγειρικής, θεωρεί μάλιστα τον εαυτό του ιδιοφυΐα και φιλοδοξεί να γίνει σεφ της υψηλής γαστρονομίας. Οι πληθωρικές ιδέες του, όμως, στους χώρους εστίασης όπου εργάζεται υπερβαίνουν το στενό τους πλαίσιο και καταλήγει να βάφει πόρτες και παράθυρα σε έναν οίκο ευγηρίας, στου οποίου την κουζίνα εισβάλλει κυριολεκτικά από το παράθυρο. Από την άλλη, έχουμε έναν αναγνωρισμένο σεφ, τον Αλεξάντερ Λαγκάρντ. Ο Αλεξάντερ ελπίζει σε ένα ακόμα αστέρι Michelin, αλλά η απουσία έμπνευσης το τελευταίο διάστημα τον φέρνει σε αδιέξοδο. Στο μεταξύ, ο επιχειρηματίας του εστιατορίου όπου εργάζεται, και στο οποίο έδωσε κατά το παρελθόν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα μαζί με την επωνυμία του «Cargo Lagarde», έχει πλέον νέες βλέψεις. Επιδιώκει την προώθηση συγκεκριμένων προϊόντων, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των επενδυτών του. Ο Αλεξάντερ όμως διαφωνεί με τη χαμηλή τους ποιότητα, με συνέπεια να υποβιβαστεί και να χάσει τους βοηθούς του. Αφού, λοιπόν, οι δύο ήρωες γνωρίζονται συγκυριακά, ο Ζακί,  που γνωρίζει όλα τα βιβλία του Αλεξάντερ απέξω κι ανακατωτά, ίσως καλύτερα και από τον ίδιο, γίνεται βοηθός του.
     Ο καθένας τους καλείται να αντιμετωπίσει διαφορετικές προκλήσεις, τόσο επαγγελματικά όσο και προσωπικά. Ο Αλεξάντερ υποστηρίζει την παραδοσιακή κουζίνα, με άγγιγμα δημιουργικότητας, που να ξυπνάει συναισθήματα με τη συμμετοχή όλων των αισθήσεων, και συγκρούεται με τις νέες τεχνικές για τις οποίες η καινοτομία γίνεται ενίοτε αυτοσκοπός χωρίς ουσία και χωρίς καρδιά. Μέσα από αυτό το σκεπτικό η ταινία σατιρίζει επιπλέον και τους χώρους εστίασης που παραβαίνουν το χρυσό κανόνα χρήσης καλών υλικών, με ποιότητα φαστφούντ και γκουρμέ επίχρισμα. Από την άλλη, όμως, η τέλεια συγκέντρωση στη δουλειά του τον κάνει αμελή και απρόσεκτο στη σχέση του με την κόρη του. Στην ταινία, μπορεί να μην προβάλλεται σε πρώτο πλάνο αυτή η δύσκολη πτυχή σε ανάλογες σχέσεις επιτυχημένων επαγγελματιών γονιών και παιδιών, αλλά θίγονται κάποια τέτοια σημεία. Ο Ζακί, πάλι, έχει την ευκαιρία, αφού τώρα γίνεται πατέρας, να κάνει, σαν ιδιόρρυθμη αντανάκλαση του Αλεξάντερ, διαφορετικές επιλογές.
     Ούτως ή άλλως:
     «Δεν είμαστε τίποτα χωρίς αγάπη».
     Στο τέλος, φαίνεται ότι ο Ζακί αυτοπροσδιορίζεται και ο Αλεξάντερ επαναπροσδιορίζεται μέσα από τη διαδικασία διεκδίκησης για ό,τι πιο πολύ αγαπούν και οραματίζονται.
   Είναι μια ταινία που προσφέρεται άνετα για ένα ευχάριστο βραδάκι, με ένα πλούσιο γευστικά μυρωδάτο κέικ, κατά προτίμηση, και με ένα ωραίο κρασί επιδορπίου. Γιατί σημασία σε ό,τι κάνουμε έχει η απόλαυση! Από το «Γ» έως το (!) αληθινό. Όπως λέει και ο Αλεξάντερ, άλλωστε, στην κόρη του, έχοντας ετοιμάσει ένα ολόκληρο τραπέζι με κέικ και διάφορες λιχουδιές για πρωινό:
    «Παλιότερα μαγείρευα για την απόλαυση, μετά έγινα ο τύπος με τα τρία αστέρια και ξέχασα ό,τι αγαπάω πιο πολύ: Εσένα και τη μαγειρική!».




Picture
Υψηλή Μαγειρική (2012)
(Les saveurs du Palais)

Σκηνοθέτης: Κριστιάν Βανσάν
Γλώσσα: Γαλλικά, αγγλικά
Ηθοποιοί: Kατρίν Φρο,  Αρτιούρ Ντιουπόν, Ζαν Ντ’ Ορμεσόν κ.ά.

Περιγραφή

Ο χαρακτήρας της Ορτάνς Λαμπορί, της μαγείρισσας του Γάλλου Προέδρου, μας εισάγει στο άδυτο της κουζίνας του Μεγάρου των Ηλυσίων Πεδίων κατά την προεδρία του Φρανσουά Μιτεράν, την περίοδο 1988-1990, όταν η πραγματική μαγείρισσα Ντανιέλ Ντελπές, την οποία υποδύεται η Kατρίν Φρο, είχε αναλάβει την οργάνωση και την εκτέλεση των γευμάτων του. Έτσι, βλέπουμε να παρελαύνουν διάφορα πιάτα στην ταινία, με τις «Πορδές καλογριών», παραδοσιακή συνταγή για τύπο μπισκότων ή και σου, σε παραλλαγή του επιδόρπιου, να κερδίζει τις εντυπώσεις. Ο παιχνιδιάρικος, άλλωστε, επίσημος τίτλος «Les saveurs du Palais», όπου η λέξη «palais» λειτουργεί και ως λογοπαίγνιο ανάμεσα στο διοικητικό μέγαρο και στον ουρανίσκο, αφήνει περιθώρια στον αυτοσχεδιασμό.
     Η Ορτάνς αιφνιδιάζεται όταν της γίνεται η πρόταση να αναλάβει την κουζίνα του Προέδρου. Από την περιοχή Περιγκόρ, όπου παράγει και καλλιεργεί η ίδια πολλά από όσα υλικά χρησιμοποιεί, βρίσκεται ξαφνικά σε ένα περιβάλλον ανδροκρατούμενο και καθωσπρέπει, ανταγωνιστικό, με γραφειοκράτες και κυβερνητικούς υπαλλήλους, που λειτουργούν με ακρίβεια δευτερολέπτου και σε ρυθμούς ασφυκτικούς, πολύ μακριά από τις έως τότε συνήθειές της στο πλαίσιο της επαρχιακής χαλαρότητας. Παρ’ όλα αυτά, βρίσκει ένα κίνητρο ή μάλλον μία νέα πρόκληση, αφορμή και της αγάπης της για τη μαγειρική, στο να ικανοποιήσει τις γαστριμαργικές επιθυμίες του Προέδρου, ο οποίος επιζητά την επιστροφή στην απλότητα των παιδικών του χρόνων.
    «Έχω ανάγκη να ξαναβρώ τις γεύσεις, τις απλές και αυθεντικές [...] Αν μου μαγειρεύετε όπως η γιαγιά μου, θα ήμουν πολύ ευτυχισμένος. Δείξτε μου ό,τι καλύτερο διαθέτει η Γαλλία».
     «Θα μπορούσα να σας μιλώ ώρες για τη μαγειρική. Αναρωτιέμαι αν θα έπρεπε να έχω ασχοληθεί με τη μαγειρική παρά με την πολιτική».
     Όταν χειροτερεύει η κατάσταση της υγείας του, όμως, πρέπει να αλλάξει η δίαιτά του, και έτσι όσοι δεν είχαν δεχτεί ευχαρίστως την παρουσία της Ορτάνς βρίσκουν την ευκαιρία να της δημιουργήσουν επιπλέον προβλήματα. Ανάμεσα σε άλλα, την αποκαλούν υποτιμητικά κόμισσα ντε Μπαρί, η οποία υπήρξε μία ερωμένη και γι’ αυτό ευνοούμενη του Λουδοβίκου ΙΕ’.
   Όταν φεύγει από την υπηρεσία του Προέδρου, τη βρίσκουμε σε μία επιστημονική βάση στην Ανταρκτική. Γυρίζει σελίδα στη ζωή της και μαγειρεύει για όλους τους ερευνητές γκουρμέ εδέσματα. Η ηρωίδα εργάζεται εκεί για μερικά χρόνια, σε μία καλοπληρωμένη θέση, ώστε να μπορέσει να πραγματοποιήσει το όνειρό της: Ήθελε να εγκατασταθεί στη Νέα Ζηλανδία, καλλιεργώντας τρούφες.

Ατάκα που κρατάω:

«Οι αντιξοότητες με κρατούν όρθιο. Κάνουν τη ζωή πικάντικη».

Τον Πρόεδρο Μιτεράν υποδύεται ο Γάλλος διανοούμενος και ακαδημαϊκός Ζαν Ντ’ Ορμεσόν, σε ηλικία 86 ετών, ενώ παραδόξως μεταξύ τους είχε δημιουργηθεί στο παρελθόν μία σχέση δυναμική[1].

Πιο πολλά για τη ζωή της Ντανιέλ Ντελπές θα βρείτε εδώ: 
http://www.marieclaire.gr/women/world/article/2679/ntaniel-ntelpes-mia-gynaika-sthn-koyzina-toy-elyze/

__________
[1] http://www.franceinfo.fr/emission/Unknown%20token%20emisaison-type-url/noeud-diffusion-temporaire-pour-le-nid-source-1325597-05-05-2014-11-47



Picture
Ματζουράνα (2013)

Σκηνοθέτης: Όλγα Μαλέα
Γλώσσα: Ελληνικά
Ηθοποιοί: Ναταλία Δραγούμη, Σήφης Πολυζωίδης, Μαρία Ρισκάκη, Γιούλικα Σκαφιδά κ.ά.

Περιγραφή

Η Όλγα Μαλέα, η οποία συνήθως καταπιάνεται με κωμωδίες, που πραγματεύονται όμως δύσκολα θέματα, αυτήν τη φορά βουτάει κατευθείαν στο ψυχολογικό δράμα, με θριλερικές αποχρώσεις στην ατμόσφαιρα. Η Άννα είναι ένα χαρισματικό εντεκάχρονο κορίτσι, με ιδιαίτερο ταλέντο στη μαγειρική. Συμμετέχει, με την υποστήριξη της νευρωτικής και απαιτητικής της μητέρας Μαίρης, σε μία τηλεοπτική εκπομπή μαγειρικής, και όλα δείχνουν ότι πληροί τις προϋποθέσεις για να αναδειχθεί νικήτρια. Η πίεση, όμως, ολοένα αυξάνεται και αρχίζουν να συμβαίνουν στην Άννα διάφορα μικροατυχήματα, ενώ η συμπεριφορά της αλλάζει στο όριο της αναποφασιστικότητας και της άρνησης. Τότε έρχεται στο προσκήνιο μία παιδοψυχολόγος από την εκπομπή, η οποία ζητάει από τη μητέρα της Άννας να την παρακολουθήσει, καθώς υποψιάζεται ότι μόνη της προκαλεί τα μικροατυχήματα, σε μία προσπάθεια να εκφράσει κάτι για το οποίο δε βρίσκει τα κατάλληλα λόγια να το μιλήσει. Με τη βοήθειά της πυροδοτούνται ακόμα πιο πολύ οι αντιδράσεις της Άννας και αναπτύσσονται ποικίλες δυναμικές και συγκρούσεις στις σχέσεις των χαρακτήρων.
      Η μητέρα πανικοβάλλεται, καθώς νιώθει ότι χάνει τον έλεγχο της Άννας αλλά και του εαυτού της, ο πατέρας προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες, δημιουργείται ένας ανταγωνισμός εκ μέρους της Μαίρης απέναντι στην παιδοψυχολόγο και η Άννα οδηγείται σταδιακά στη λύση, προκειμένου να απελευθερωθεί από τους εφιάλτες της. Δεν ξέρουμε αν αυτό συμβαίνει, γιατί στο τέλος η τάρτα σοκολάτας με μαντζουράνα μένει ανολοκλήρωτη, καθώς η Άννα πάλι επιστρέφει σπίτι, για να βρει το κατάλληλο μυρωδικό. Έτσι κι αλλιώς τα τραύματα δύσκολα ξεπερνιούνται, αλλά, αν δε γίνει η αρχή, δε φτάνει κάποιος ούτε στο σημείο της παλινδρόμησης μέχρι να κατακτήσει έστω την ευελιξία. Ίσως γι’ αυτό στο τέλος μένει η αίσθηση του μετέωρου να πλανάται στον αέρα σε κάτι που περιμένουμε ακόμα να συμβεί. Αν και η ταινία αφήνει αναπάντητα ερωτήματα, ωστόσο, το θέμα της αγγίζει φλέγονται ζητήματα, που με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο επανέρχονται στις ταινίες της Όλγας Μαλέα, και εδώ τα θίγει από μία διαφορετική οπτική, που θα μπορούσε να είναι και ενδιαφέρουσα.



Picture
Chef (2014)


Σκηνοθέτης: Τζον Φαβρό
Γλώσσα: Αγγλικά, ισπανικά
Ηθοποιοί: Τζον Φαβρό, Τζον Λεγκουιζάμο, Σκάρλετ Γιόχανσον, Ντάστιν Χόφμαν κ.ά.

Περιγραφή

Ο Καρλ Κάσπερ είναι ένας σεφ που εργάζεται δέκα χρόνια σε ένα ρεστοράν στο Λος Άντζελες και θέλει πολύ να καινοτομήσει, αλλά η δημιουργικότητά του εμποδίζεται και τελικά ευθυγραμμίζεται από τη σταθερότητα στη γραμμή «ασφαλείας» για όσα ήδη ξέρουν οι πελάτες, την οποία επιβάλλει ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου. Έτσι, λίγο η διαφωνία του μαζί του λίγο ένας διάσημος κριτικός που τον κατακεραυνώνει για τα ανέμπνευστα πιάτα του, όταν δεν τόλμησε να παρουσιάσει το νέο μενού, παρακούγοντας το αφεντικό του, έφεραν ως αποτέλεσμα το να χάσει τη δουλειά του. Η τύχη, όμως, χρειάζεται τόλμη αλλά και επιμονή, για να οδηγήσει στο δρόμο της επιτυχίας, και έτσι, με τη βοήθεια της πρώην γυναίκας του, ενός συναδέλφου του και του δεκάχρονου γιου του, αναλαμβάνει στο Μαϊάμι μία καντίνα με κουβανέζικες λιχουδιές. Επιστρέφοντας στην πόλη των αγγέλων, μέσα από ένα ενθουσιώδες ταξίδι και με την απαιτούμενη προώθηση στα μέσα μαζικής δικτύωσης, καθώς ο γιος του τον μυεί στο Twitter, ξαναβρίσκει τη χαμένη του αυτοπεποίθηση. Στο μεταξύ, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να συσφίξει τις σχέσεις του με το γιο του, εφόσον η δουλειά του τον είχε απορροφήσει απόλυτα, αλλά και με την πρώην γυναίκα του.
     Η ταινία είναι ένα ταξίδι, έχοντας και κάποια στοιχεία road movie, σε συμπυκνωμένη, όμως, ανάλαφρη εκδοχή. Ο πληθωρικός Τζον Φαβρό, επίσης, σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί, με αέρα σεφ, και, ενώ συμμετέχουν πολλοί γνωστοί ηθοποιοί, αναφέρω τον Τζον Λεγκουιζάμο, στο ρόλο του ενθουσιώδη και ένθερμου Μάρτιν, γιατί του έχω αδυναμία. Οι εικόνες αλλάζουν, η μουσική δένει ευχάριστα και ενίοτε ξεσηκώνει και οι γεύσεις συνεπαίρνουν, από το φαγητό δρόμου και τα γκουρμέ πιάτα έως και τα προσεγμένα απλά αλλά πλούσια πρωινά, που ετοιμάζει στο γιο του ο Καρλ. Η ταινία είναι όντως ευχάριστη και μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά στην τόνωση της διάθεσης!

Σκηνή που κρατάω:

Όταν ο γιος του θεώρησε ότι δεν πειράζει να σερβίρουν ένα καμένο σάντουιτς, γιατί ήταν ούτως ή άλλως κερασμένο.

«Αγγίζω τις ζωές των ανθρώπων με ό,τι κάνω. Και το αγαπάω».

Ατάκες που κρατάω:

«Είμαι χαμένος».
«Είναι ένα καλό σημείο εκκίνησης».




Βιβλία 

Picture
Ο Γυμνός Σεφ (1999)

Συγγραφέας: Τζέιμι Όλιβερ (Jamie Oliver)
Εκδόσεις: Ερμείας
Έτος: 2004

Περιγραφή

Αυτό είναι ένα βιβλίο με συνταγές μαγειρικής που αγαπάω πολύ. Και γιατί συνοδεύει αρκετά χρόνια τους γευστικούς πειραματισμούς και τις αναζητήσεις μου, αλλά και γιατί κρύβει όλον αυτό τον ενθουσιασμό του σεφ που προσπαθεί να σε μυήσει στην αγάπη του για τα καλά υλικά και στην απόλαυση της δημιουργίας στην κουζίνα, κλείνοντας μέσα του πιο πολύ σαν αίσθηση την ιδέα της σχέσης με το αντικείμενο του πόθου του, που στα χρόνια εύχεσαι να μη χαθεί, βρίσκοντας τρόπους να ανανεώνεται και να αναπτύσσεται. Αυτός ο ενθουσιασμός φαίνεται και στις μικρές εισαγωγές των κεφαλαίων και των συνταγών του. Κάτι σαν παλιό τετράδιο στο οποίο ανακαλύπτεις ξανά και ξανά προσωπικές πτυχές και σκέψεις όταν υπήρχε ακόμα ο χρόνος καταγραφής τους. Στην αρχή, είναι άλλωστε το πρώτο του βιβλίο, μας μιλάει για το πώς ξεκίνησε η σχέση του με την κουζίνα από την παμπ του πατέρα του, σε ένα χωριό του βόρειου Έσσεξ, και εν καιρώ εξελίχθηκε. Στο βιβλίο, ο αναγνώστης βρίσκει μία προτεινόμενη λίστα για ψώνια, κάποια βασικά υλικά, όπως βότανα –φρέσκα, κατά προτίμηση− και καρυκεύματα, μαζί με τα κλασικά εργαλεία, γουδί και γουδοχέρι, και στη συνέχεια παρατίθενται συνταγές για σούπες, σαλάτες και ντρέσινγκς, ζυμαρικά, ψάρια και θαλασσινά, κρέας, πουλερικά και κυνήγι, λαχανικά, σπαράγγια, όσπρια, ριζότο και κουσκούς, ψωμί, γλυκίσματα, ζωμούς, σάλτσες κ.λπ. Γενικότερα, οι συνταγές του είναι μία πανδαισία χρωμάτων, αρωμάτων και ευφάνταστων ιδεών και όποτε καταπιάστηκα με την εκτέλεση οποιασδήποτε από βιβλία ή από εκπομπές του δεν μπορούσε παρά να πετύχει. Και μου αρέσει γιατί είναι της λογικής τού «φτιάξ’ το μόνος σου», όπως ζύμες, ζωμούς, πάστα κ.λπ., και έτσι στο τέλος έχεις πλήρως την ικανοποίηση ότι κάτι βγήκε εξολοκλήρου από τα χέρια σου και χωρίς ετοιματζίδικες ζαβολιές.
     Η επίδραση που δέχτηκε από την ιταλική κουζίνα είναι επίσης γνωστή, καθώς και η σχέση που διατηρεί με τον Ιταλό σεφ Τζενάρο Κοντάλντο (Gennaro Contaldo), το Λονδρέζο «πατέρα» του, όπως γράφει ο ίδιος[1]... Εδώ θα δείτε τους καρπούς αυτού του πάθους, καθώς θα βρείτε συνταγές για σπιτική πάστα σε πολλές παραλλαγές και για σπιτικό ψωμί, μία διάσταση που την οφείλει στον Τζενάρο, ο οποίος έφτιαχνε μόνος του όλα τα ψωμιά στο εστιατόριο όπου εργαζόταν.
     «Θεωρώ την παρασκευή του ψωμιού τέχνη, αλλά απαιτεί λίγη επιδεξιότητα για να αποκτήσεις τη συνήθεια, πώς να χειρίζεσαι τη ζύμη και να ζυμώνεις. Αυτό ακούγεται πολύ κλισέ, αλλά είναι η αλήθεια. Την πρώτη φορά που άρχισα να δουλεύω τη ζύμη του Gennaro, αυτή κόλλησε πάνω μου. Βρισκόταν παντού. Ο Gennaro έβαλε τα γέλια και πρότεινε να συμπεριφέρομαι στη ζύμη σαν να ήταν μια γυναίκα – εκλεπτυσμένα και ευγενικά αλλά ταυτόχρονα με δύναμη και σφρίγος. Αυτό ήταν κάτι το οποίο ανέδειξε κατά πολύ τις ικανότητές μου τόσο στην παρασκευή του ψωμιού όσο και στη σεξουαλική μου ζωή! Καταπληκτικό! Αυτή η εμπειρία μού έμεινε και είναι η βάση μου για την παρασκευή των ψωμιών μου. Βασικά, εφόσον θέλετε να παρασκευάσετε καλό ψωμί και απολαμβάνετε αυτό που κάνετε, τότε έχετε ήδη διανύσει τη μισή απόσταση!»[2].
     Κάποιες από τις συνταγές, για να σας δελεάσω: Η Μινεστρόνε σούπα μου, Σούπα από ρεβίθια και πράσο, Σούπα από φρέσκιες ντομάτες και γλυκές πιπεριές τσίλι, με λιωμένο βασιλικό και λάδι ελιάς, Σαλάτα από ρίζες λαχανικών, διάφορες πατατοσαλάτες, Σαλάτα με κουκιά, σπαράγγια και φασολάκια με ντρέσινγκ μουστάρδας, Παπαρντέλε με ανάμικτα άγρια μανιτάρια, Ταλιατέλες από παντζάρια με πέστο, μύδια και λευκό κρασί, Ψητή πέστροφα με θυμάρι, Χριστόψαρο ψημένο σε σακούλα με μαριναρισμένα ντοματίνια, μαύρες ελιές και βασιλικό, Χοιρινά παϊδάκια με θυμάρι, λεμόνι και πέστο, Χοιρινό με τραγανή πέτσα, Πικάντικα αρνίσια κότσια σιγοψημένα, Το τέλεια ψητό κοτόπουλό μου, Η τελειότερη πάπια ατμού, ψητή με μέλι και σάλτσα στρειδιών, Βραστό μπέικον με πουρέ μπιζελιών, Κεφτέδες, Κρεμμύδι κόκκινο, ψητό με θυμάρι και βούτυρο, Χούμους, Πουρές μπιζελιών, Ριζότο με φασόλια μπορλότι, παντσέτα και δεντρολίβανο, Πικάντικο κουσκούς, Φοκάτσα, Πίτσες διάφορες, Φρούτα στο φούρνο, Σέμι-Φρέντο, Πουτίγκες, Κραμπλ φρούτων, διάφορες τάρτες, όπως Τάρτα με κρέμα από λεμόνι και λάιμ, Τάρτα σοκολάτας στο φούρνο κ.ά.

Τη μετάφραση έκανε ο Άρης Βράιλας και οι φωτογραφίες είναι των Jean Cazals και David Eustace.

__________
[1] Jamie Oliver, Ευτυχισμένες Μέρες Με Τον Γυμνό Σεφ, Ερμείας, Αθήνα, 2006, Εισαγωγή, σσ. 240.
[2] Jamie Oliver, Ο Γυμνός Σεφ, Ερμείας, Αθήνα, 2004, σσ. 183.


Picture
Ευτυχισμένες Μέρες Με Τον Γυμνό Σεφ (2001)

Συγγραφέας: Τζέιμι Όλιβερ (Jamie Oliver)
Εκδόσεις: Ερμείας
Έτος: 2006